Είναι σχεδόν φυσικό το να σκέφτεται κανείς τη φωνή του Αλκίνοου Ιωαννίδη στο Χατζιδακικό περιβάλλον. Όχι μόνο λόγω των δυνατοτήτων του αλλά κυρίως χάρη στη δυνατότητα που έχει να ερμηνεύει με ευαισθησία, να διατηρεί τον λυρισμό του και ταυτόχρονα να μην καταφεύγει σε ερμηνευτικές ευκολίες, στο μελό και τον στόμφο. Προσωπικά θεωρώ, πως με τα χρόνια, η συνέπεια που δείχνει ανάμεσα στο βίο και την τέχνη του, έχει προσθέσει ακόμα περισσότερη εσωτερικότητα στη φωνή του που μεταφέρει στον ακροατή βαθιά συγκίνηση. Αυτό φαίνεται στη συνέντευξη που ακολουθεί μεταξύ άλλων και από τον τρόπο που αφηγείται γιατί τελικά, δεν συνάντησε ποτέ τον Μάνο Χατζιδάκι, παρά το ότι βρέθηκε κυριολεκτικά ένα βήμα πριν τη συνάντηση αυτή.
Αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί, τα 13 τραγούδια του «Παίδες επί Κολωνώ» (Panik Music), 6 από τα οποία έρχονται στο φως για πρώτη φορά. Πέρα από τη μουσική και τις ενορχηστρώσεις του Χατζιδάκι που είναι ένας ακριβός θησαυρός, το στιχουργικό σύμπαν που υπογράφουν ο Νίκος Γκάτσος, ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, η Αγαθή Δημητρούκα, ο Μάνος Ελευθερίου και ο ίδιος ο συνθέτης συνθέτουν ένα διαχρονικό πορτρέτο του κάθε αντιήρωα που έχει βίωμα σε αυτή τη χώρα, φτιαγμένο από τα τοπόσημα, τη μυθολογία, το αίσθημα -συλλογικό και ατομικό- και πάνω από όλα τη ζωή που βράζει στις γειτονιές, στους τεκέδες, στη φωτιά κάθε παιδιού, εκεί όπου εστίαζε συχνά στο έργο του ο μεγάλος μας συνθέτης.
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης περιγράφει στο tvxs, βήμα βήμα, όλη τη μυητική διαδικασία στο σύμπαν των τραγουδιών, με τη βοήθεια του γιου του συνθέτη Γιώργου Χατζιδάκι με τον οποίο μοιράστηκε την έγνοια να αποδοθούν τα τραγούδια σύμφωνα με τις λεπτομερείς οδηγίες που είχε αφήσει ο Μ. Χατζιδάκις. Μιλά επίσης για την αναφορά τους στην εποχή μας, μια εποχή που χρειάζεται «Αγώνα μέχρι τέλους ενάντια στο κτήνος, έξω και μέσα μας».
Θυμάμαι κάποτε μού είχες αφηγηθεί μια ιστορία σε σχέση με μια χαμένη ευκαιρία να συναντήσεις τον Μάνο Χατζιδάκι. Θέλεις να μας τη θυμίσεις;
Ήταν τέλος του ’93 ή αρχές του ’94. Είχε κυκλοφορήσει πρόσφατα ο πρώτος δίσκος με τα τραγούδια του Νίκου Ζούδιαρη και η «Αγορά του Αλ Χαλίλι» είχε γίνει ήδη επιτυχία. Τραγουδούσα στο Χάραμα με την Δήμητρα Γαλάνη, την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τον Γεράσιμο Ανδρεάτο.
Ένα βράδυ, ήρθε κάποιος στα καμαρίνια και μου μετέφερε μια πρόσκληση από τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μου ζητούσε, αν το ήθελα, να επικοινωνήσω μαζί του ώστε να συναντηθούμε. Χάρηκα βέβαια πολύ, αγχώθηκα όμως άλλο τόσο. Δεν ήμουν συμφιλιωμένος με την εικόνα μου. Ήμουν ένας φλώρος που τραγουδούσε ένα τσιφτετέλι βαρώντας τουμπερλέκι και τον γούσταραν τα κοριτσάκια γιατί είχε αλογοουρά. Έγραφα κάτι άθλια κουαρτέτα εγχόρδων εκείνη την εποχή.
Αποφάσισα λοιπόν να τα τελειώσω και να του παρουσιαστώ, όταν έρθει η ώρα, ως «σοβαρός συνθέτης». Λίγο μετά όμως, αρρώστησε. Έμενα στον Βύρωνα τότε, στην οδό Αναλήψεως. Μια μέρα, πήγα στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα και είδα στα πρωτοσέλιδα ότι πέθανε.
Τα κουαρτέτα ξεχάστηκαν. Το μόνο που έμεινε, είναι το μάθημα που μου έδωσε άθελά του. Και μαζί, ένας θυμός απέναντι στον εαυτό μου, στη μεγαλομανία μου και στην ανικανότητά μου να δεχτώ ταπεινά την πραγματικότητα και τα δώρα της ζωής. Και, κυρίως, ένα παράπονο που δεν του έσφιξα το χέρι και δεν του είπα ένα ευχαριστώ.
Αν είχες τη δυνατότητα σήμερα να κάνεις αυτή τη συνάντηση μαζί του τι θα ήθελες να μοιραστείς; Να πεις και να ακούσεις;
Το πιθανότερο είναι να μην έλεγα τίποτα. Θα καθόμουν συγκινημένος σε μια γωνιά και θα τον άφηνα ήσυχο, βλέποντάς τον να πίνει καφέ και να καπνίζει, να μιλάει στο τηλέφωνο ή να γράφει στο πιάνο. Αλλιώς, θα τον ρωτούσα τι να ακούσω και τι να διαβάσω. Ή, πώς να τραγουδήσω τους «Παίδες». Θα ζητούσα κάποιες διευκρινήσεις για το έργο.
Ίσως επίσης να ρωτούσα αν έχει νόημα αυτό που κάνουμε. Αν, έτσι που είναι ο κόσμος, αξίζει να παλεύει κανείς. Κι αυτός, ίσως να μου απαντούσε αυτό που είπε στον Ελύτη, μια μέρα που, μεγάλοι πια, συναντήθηκαν στον Ευαγγελισμό για ιατρικές εξετάσεις. Βλέποντας την κατάσταση της χώρας, ο Ελύτης τον ρώτησε με απελπισία «Μάνο, για ποιον τα κάναμε όλα αυτά;» Και ο Χατζιδάκις του απάντησε γελώντας «Οδυσσέα, για εμάς και για τους φίλους μας.»
Πότε και με ποια αφορμή ήρθες σε επαφή με το υλικό του έργου «Παίδες επί Κολωνώ»;
Το 2018, όταν μου ζήτησε ο Γιώργος Χατζιδάκις να το δοκιμάσω, ώστε να παρουσιαστεί σε τρεις παραστάσεις στη μικρή αίθουσα της Λυρικής.
Σύμφωνα με τον Χατζιδάκι, «…οι «Παίδες» είναι μια σπουδή πάνω στο «μάγκικο ύφος του ’30», παίζουν μέσα τη γοητεία των ημιτονίων και του αναμφισβήτητου στη λαϊκή μας μουσική διάλεκτο. Οι Παίδες στον Κολωνό είναι τόσο λίγο παιδιά, χωρίς όμως να καταφέρουν να γίνουν άνδρες. Συνθέτουν ελληνικές εικόνες του έρωτα, της αθλιότητας και της απελπισίας».
Πόσο σημερινοί είναι αυτοί οι «Παίδες»; Ποια είναι η αναφορά αυτής της εικόνας στη σύγχρονη Ελλάδα;
Το έργο είναι απόλυτα σύγχρονο και αφορά άμεσα τη σημερινή πραγματικότητα. Μια διαφορά είναι ότι οι δικοί του Παίδες, μέσα στην αθλιότητα και την απελπισία τους, έχουν μια ποιητική υπόσταση που σήμερα απουσιάζει. Και αυτό κάνει το έργο να μας αγγίζει ακόμα περισσότερο. Δεν μας ζητά να γίνουμε λιγότερο άθλιοι ή απελπισμένοι. Μας προτείνει να γίνουμε ποιητικοί.
Πως προσέγγισες ερμηνευτικά αυτά τα τραγούδια; Ποιες ήταν οι προκλήσεις και πως μπήκες εσύ στον «χατζιδακικό ναό» αν μου επιτρέπεται η έκφραση με την έννοια του ενιαίου σύμπαντος της μουσικής του; Έκανες σχετικές συζητήσεις πχ με τον Γιώργο Χατζιδάκι σε σχέση με την προσέγγιση;
Η σχέση μου με τη μουσική και το πνεύμα του Χατζιδάκι αρχίζει από την γέννησή μου και οφείλεται στον πατέρα μου, ο οποίος επέλεξε να τον καταστήσει οικείο σε μένα και στον αδερφό μου. Ήταν σαν να πρόκειται για δικό μας άνθρωπο, παρόλο που δεν τον γνωρίζαμε προσωπικά.
Σαν τραγουδιστής, συναντήθηκα με το έργο του το 1999, όταν με κάλεσαν ο Νίκος Κυπουργός και ο Γιώργος Χατζιδάκις να τραγουδήσω τον Μεγάλο Ερωτικό με τη Δήμητρα Γαλάνη στην Πνύκα. Ήταν η πρώτη φορά που θα παρουσιαζόταν ζωντανά, αφού όσο ζούσε ο Χατζιδάκις δεν είχε παιχτεί ποτέ. Τότε, στο σύνολο έπαιζαν οι παλιοί μουσικοί του, οι ίδιοι που καθόρισαν τον Χατζιδακικό ήχο και καθορίστηκαν από αυτόν. Μέσα στα χρόνια, αυτοί οι άνθρωποι μού δίδαξαν πολλά, όχι μόνο από μουσικής πλευράς, αλλά και σε θέματα στάσης, αξιοπρέπειας και συμπεριφοράς.
Συμμετείχα σε αρκετές παραγωγές με προγράμματα αποτελούμενα από τραγούδια, αλλά και σε παρουσιάσεις ολοκληρωμένων έργων, όπως η Εποχή της Μελισσάνθης, με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Δώρο Δημοσθένους, τα Reflections, The Martlet’s Tale, Μυθολογία, Για την Ελένη, με τη Δήμητρα Γαλάνη, ξανά Μεγάλος Ερωτικός με την Έλλη Πασπαλά, αργότερα με τη Δήμητρα Σελεμίδου και πρόσφατα με τη Μαρία Κοστράκη.
Ηχογραφήσαμε τους Τέσσερις Θεατρικούς Μύθους με τον Μανώλη Λιδάκη και τους παρουσιάσαμε σε συναυλίες. Ματωμένος γάμος, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ο κύκλος με την κιμωλία, Καπετάν Μιχάλης. Επίσης, η στενή φιλία μου με τον Νίκο Κυπουργό με κράτησε με πλάγιο τρόπο εντός Χατζιδακικής ατμόσφαιρας όλα τα χρόνια.
Είναι μια πορεία μέσα στον κόσμο του Χατζιδάκι που κρατά σχεδόν τρεις δεκαετίες, με μεγάλα διαλείμματα. Μια πορεία που ακολουθώ παράλληλα με την προσωπική μου διαδρομή.
Με τον Γιώργο Χατζιδάκι έχουμε κάνει αμέτρητες συζητήσεις. Ειδικά όμως τον τελευταίο καιρό, με εισήγαγε και με οδήγησε απλόχερα στον κόσμο του πατέρα του, στην ποιητική του υπόσταση αλλά και στην καθημερινότητά του. Αισθάνομαι κάθε φορά δέος και ταυτόχρονα εξαιρετικά οικεία όποτε μπαίνω για πρόβα στο διαμέρισμα όπου έμενε, στη Ρηγίλλης. Αυτά τα αισθήματα, του δέους και μαζί της οικειότητας, χαρακτηρίζουν και την επαφή μου με το έργο του.
Στις πρόβες και στις ηχογραφήσεις, ο Γιώργος έχει ξεκάθαρη άποψη για την ερμηνεία, το παίξιμο των μουσικών, την κάθε λεπτή απόχρωση, την κάθε αισθητική λεπτομέρεια. Δεν έχει απουσιάσει ποτέ από πρόβα ή από το στούντιο. Όσο εργαζόμαστε, αφήνει τις υπόλοιπες ευθύνες και τον θόρυβο του έξω κόσμου εκτός του χώρου της δημιουργίας, παραμένοντας προσηλωμένος στην καλλιτεχνική διαδικασία.
Η εκπληκτική εκτέλεση με τη χορωδία δωματίου στο «Παίδες οι εν τη ασφάλτω» ήταν στις οδηγίες ενορχήστρωσης του Χατζιδάκι;
Συμπεριλάβαμε στον δίσκο όσα τραγούδια και χορωδιακά ήταν πλήρη, χωρίς να συμπληρώσουμε ανολοκλήρωτα κομμάτια ή προσχέδια. Η χειρόγραφη ενορχήστρωση, όπως και η εναρμόνιση της χορωδίας, είναι καθαρή. Έμενε να βρούμε την ερμηνεία. Τις ταχύτητες, τις δυναμικές, τις ανάσες, τις λεπτές αποχρώσεις, όσα δεν αναγράφονταν στο χαρτί.
Κληθήκαμε να πάρουμε αποφάσεις στον στίχο και στη μουσική, όπου υπήρχαν διαφορετικές εκδοχές και όπου δίνονταν επιλογές, αυτές όμως οι περιπτώσεις ήταν ελάχιστες. Αξιοποιήθηκε κάθε πληροφορία που είχε ο Γιώργος από τον πατέρα του. Σε κάποια τραγούδια, είχαμε σαν οδηγό κάποιες παλιές δοκιμαστικές ηχογραφήσεις που είχε κάνει ο ίδιος ο Χατζιδάκις, άλλες πιο άρτιες, άλλες πιο πρόχειρες, χωρίς φωνή.
Μερικά τα είχε συμπεριλάβει στο «Ρεσιτάλ», χωρίς ορχήστρα, με τον ίδιο στο πιάνο και τραγουδιστή τον Σπύρο Σακκά, οπότε αντλήσαμε στοιχεία και από εκεί. Ο Σπύρος μάλιστα, με βάση τις κατευθύνσεις που πήρε ο ίδιος από τον Χατζιδάκι, μού έκανε παρατηρήσεις και διορθώσεις παλαιότερα, μετά την πρώτη παρουσίαση των τραγουδιών στη Λυρική.
Τα «Ζάρια» υπάρχουν σε ηχογράφηση με τη φωνή του Χατζιδάκι. Για τα χορωδιακά, η μοναδική μας πηγή ήταν η παρτιτούρα. Η Χορωδία Δωματίου Αθηνών, υπό την διεύθυνση και τη διδασκαλία του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, τα ερμήνευσε πράγματι εκπληκτικά.
Εργαστήκαμε όλη η ομάδα συλλογικά, επίμονα και με αφοσίωση, μαζί με τους ταλαντούχους μουσικούς του Μουσικού Συνόλου Μάνος Χατζιδάκις, οι οποίοι υπερέβησαν τον ρόλο του εκτελεστή. Επειδή το αξίζουν, και αφού τα Μέσα δεν αναφέρονται συχνά στους μουσικούς, παραθέτω τα ονόματά τους: Διονύσης Βερβιτσιώτης – Βιολί, Γιώργος Τοσικιάν – κιθάρα, Αριστείδης Χατζησταύρου – κιθάρα, Βιβή Γκέκα – μαντολίνο, Νίκος Κατσίκης – μπουζούκι, Γωγώ Ξαγαρά – άρπα, Τάκης Καπογιάννης – κοντραμπάσο, Λευτέρης Μιχαλόπουλος – πιάνο, επιμέλεια μουσικού υλικού.
Ο ηχολήπτης Βαγγέλης Λάππας μάς καθοδήγησε μοναδικά, έναν-έναν και όλους μαζί, καθορίζοντας όχι μόνο το ηχητικό, αλλά και το μουσικό αποτέλεσμα.
Ζήσαμε πολύ συγκινητικές στιγμές. Καταλαβαίναμε από το χαρτί ότι είχαμε κάτι πολύτιμο στα χέρια μας. Το να παίρνεις στα χέρια ένα τέτοιο έργο, να το ζωντανεύεις και να το ακούς όπως δεν το άκουσε ποτέ ο δημιουργός του, είναι μια συγκλονιστική εμπειρία.
Κοιτάζοντας τις νότες, συχνά αναρωτιόμασταν «Μα, γιατί το κάνει αυτό;» ή «Τι εννοεί εδώ;» Όταν όμως παιζόταν το τραγούδι, δεν είχαμε πια απορίες. Ήταν σαν να ερχόταν ο ίδιος στο στούντιο και να μας τις έλυνε.

Στιχουργικά ο κόσμος αυτής της ενότητας περιλαμβάνει τοπόσημα, οδούς, ήρωες της καθημερινής ζωής που κουβαλούν σαν κληρονομιά τη μυθολογία της χώρας, διαχρονικές πληγές του λαού μας και το προσωπικό υπαρξιακό πέπλο. Τι είναι αυτό που προσωπικά σε αφορά σε αυτές τις ιστορίες;
Το έργο κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό, στο υψηλό και στο ταπεινό, στο μυθικό και στο καθημερινό, στο προσωπικό και στο αιώνιο. Οι πρωταγωνιστές του είναι αντιήρωες. Είναι ένα αντιηρωικό έργο, όπως είναι και η εποχή και η χώρα που περιγράφει. Και μοιάζει σαν να γράφτηκε για τη δική μας εποχή.
Το «Παίδες» του τίτλου, ο Χατζιδάκις το πήρε από ένα περιστατικό με τον Βαμβακάρη, ο οποίος μάλιστα αναφέρεται ονομαστικά σε ένα από τα τραγούδια. Αυτό το «Παίδες», κουβαλάει όλη τη λαϊκή μαγκιά μέσα του, ενώ σαν λέξη παραμένει λόγιο. Το ίδιο ακριβώς κάνει ο Χατζιδάκις σε όλο τον δίσκο. Δένει τη βυζαντινή παράδοση με τη δυτική πολυφωνία, το ρεμπέτικο με το έντεχνο και το λόγιο με το λαϊκό.
Με αφορμή το «μάγκικο ύφος του ’30», δημιουργεί έναν πρωτάκουστο, δικό του μουσικό και ποιητικό κόσμο, ενσωματώνοντας τα διαφορετικά στοιχεία που μας αποτελούν. Το κάθε πρόσωπο του έργου, μυθικό, ιστορικό ή καθημερινό, είναι δικό μας πρόσωπο. Και το κάθε αίσθημα, δικό μας κι αυτό. Μας αφορά λοιπόν, προσωπικά και συλλογικά.
Δεν δίνει καμιά διέξοδο, καμιά ελπίδα, καμιά λύτρωση, άλλη από την ομορφιά του ίδιου του έργου, δηλαδή της ζωής μας μεταφρασμένης σε ποίηση.
Σε απολαμβάνουμε στις συναυλίες σου ωστόσο είσαι σχετικά ακριβοθώρητος. Κρατάς τα ιερά σου μέσα σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει δραματικά με την εξέλιξη της ΤΝ και μαζί συμπαρασύρει και ό,τι αφορά το τραγούδι. «Αυτός ο κόσμος που αλλάζει» σε τρομάζει ακόμα; Που στέκεσαι σαν καλλιτέχνης, πατέρας, πολίτης και που θεωρείς ότι πρέπει να σταθούμε συλλογικά απέναντι σε φασισμούς που αναβιώνουν;
Καθημερινά χάνω την ελπίδα μου για έναν καλύτερο κόσμο. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου σκοτώθηκαν και οι δύο παππούδες μου, μας δόθηκε ξανά και ξανά ο χρόνος και οι ευκαιρίες να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Αντί για αυτό, έχουμε ασταμάτητα πραξικοπήματα, πολέμους, γενοκτονίες, πείνα, καταστροφή του πλανήτη, αδικία και δυστυχία. Και τα χειρότερα μοιάζουν να έπονται.
Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια αλληλουχία παραλογισμού και σφαγών. Και οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της, μακελάρηδες, εγωπαθείς και εκμεταλλευτές. Είναι σχεδόν αδύνατον να μην αισθάνεται κανείς ότι όλα είναι μάταια.
Προφανώς, δεν είναι στη φύση μας το να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά. Παρόλα αυτά, κάνουμε φίλους, ερωτευόμαστε, γεννάμε παιδιά, χαμογελούμε, ονειρευόμαστε, αγωνιζόμαστε και τραγουδάμε μέσα στα ερείπια. Άρα, ούτε και το να τα παρατάμε είναι στη φύση μας. Συνεχίζουμε λοιπόν, απτόητοι. «Για εμάς και για τους φίλους μας.» Ή αλλιώς, «Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα.»
Δεν αποτελεί παραδοχή ήττας αυτό, αλλά προκήρυξη αγώνα μέχρι τέλους ενάντια στο κτήνος, έξω και μέσα μας.
Θα ακούσουμε ζωντανά τα τραγούδια αυτά που και πότε;
Οι «Παίδες επί Κολωνώ» θα παρουσιαστούν ζωντανά, μαζί με το υπό κυκλοφορία «Κοινός Βίος», σε ποίηση Γιώργου Χρονά. Μετά από μια αναβολή, ψάχνουμε τον χώρο και τον χρόνο ώστε η παρουσίαση να γίνει το συντομότερο. Ανυπομονώ, γιατί η εκτέλεση των τραγουδιών αυτών λειτουργεί σαν κάθαρση για όλους τους συμμετέχοντες και πιστεύω πως αξίζει να την ζήσει και το κοινό.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


