Από τις αφηγήσεις για την υποδοχή των Χριστουγέννων όπως τις αποτυπώνει ο Βάσος Κουϊμτζής (έτος γέννησης1925), ο αείμνηστος θείος του Χάρη Τσίοκα, ο οποίος βρήκε και έστειλε το κείμενο. 

Ads

Τέτοιες μέρες έρχονται στο μυαλό μου εικόνες από ένα παζαρ΄  που γινόταν προπαραμονή Χριστουγέννων στη Κουλιακιά χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδάκι.

Ads

Μ΄ είχε πάρει η νινιε μ΄ μαζί της για να ψωνίσουμε. Στρωμένες καταγής ψάθες και κοφίνια με τόσα καλά γεμάτα: κάστανα, καρύδια,  μήλα, φυρίκια, σύκα αρμαθιές, σταφίδες, ξυλοκέρατα και τουλούμια κρασιά. Πώς φάνταζαν όλα αυτά κεινα τα φτωχά χρόνια και μπρος στα παιδικά μου μάτια! Κι οι μυρουδιές ακόμη τόσο έντονες στη μνήμη μου που ξυπνούν κι ακούσματα. Μυρουδιά απ’ το καραφύλλι και μια μελωδία από λατέρνα που έβλεπα για πρώτη φορά, και τη φωνή της γιαγιάς μου να λέει:

Ads

«αϊντι βρε, μη χαζευ΄ς ,  θ΄αργησουμι»

Κι ύστερα αφού γυρίζαμε σπίτι, ένας ένας, η μάνα μου, ο πατέρας μου, οι αδερφές μου, θα ρωτούσαν:

Ads

«τα ψ΄νησατε όλα;»,

Κι οι τελευταίες με μια σκασίλα που δεν τις πήραμε κι αυτές στο παζαρ΄.  Γέμιζε το σπίτι φαγώσιμα ωραία, ψώνια πολλά για να φτιαχτούν το χριστόψωμο, ο μπακλαβάς ή το σαραγκλί και το κλικουδ´ για τον καλλικάντζαρο. Και φρούτα και καρύδια για τα παιδιά που θα μας έλεγαν τα κάλαντα. Σε μια τσανάκα έβαζε η νινιε μ΄ τα κάστανα και τα ξηλοκέρατα και σε μια άλλη τα καρύδια, τις συκομαήδες και τα φιρίκια κι έλεγε:

« Απ τ’ μια θα δινουμι τα ξιενα. Απ τ΄ν αλλ΄τα σοϊα μας, τα  θ΄κα μας πιδια».

Κι έτσι έκαναν όλες οι νοικοκυρές.…

Μέρος 2ο

Μέρα της παραμονής και ξυπνολυσαμε εγώ και τα αδέρφια μου πιο νωρίς απ’ τις άλλες μέρες. Ένα πολύ μεγάλο κούτσουρο έκαιγε ήδη στο τζάκι και θα καιγε μέχρι του αη Γιαννιού. Δεν είχε χαράξει καλά καλά κι η μάνα μου κοσκίνιζε κι η νινιε μ΄ στουπ΄ζι στου σιδιργουδ  καραφύλι ή σουσάμι. Κι απ’ όλα τα σπίτια ακουγόταν τα σιδιργούδια. Θέλαμε και μεις να βοηθούμε στις ετοιμασίες όπως να σπάζουμε τα καρύδια, να φέρουμε κανέλα και ότι άλλο μας έλεγαν με προθυμία, κέφι και χαρά. Βοηθούσαμε να γίνουν αυτά που μια φορά το χρόνο γινόταν: το χριστόψωμο, ο μπακλαβάς, το σαραγκλί, το κλικουδ΄ του καλικάντζαρου.

“Πότι θα ρθ΄ μανα, ου καλικάτζαρους;» ρωτούσαμε.

“του βραδ που θα κοιμαστι»  απαντούσε εκείνη και συνέχιζε «αν είστι καλά πιδιά θ΄αφησ* κανα καρυδ΄  ή κάστανου, αν δεν είστι θα κατουρείς μόνι κι θα φυγ΄».

Απ’ έξω ακουγόταν παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Ηρτι κι μια παρέα κι σ΄τι μας. Στάθηκαν μπροστά στο παραθύρι και είπαν:

«Κολντι, κολντι, Χριστός γιννιέτι, δω΄μ΄του κουλουντίκι να πάμι κι παρεκει. Αϊ κι τ΄χρον΄».

Τοτι σηκων΄ η νινιε μ΄τουν μπιρντε απ του παραθυρ΄ . Σκοτεινα ηταν και τα ρωτα:

«ποσ’ ειστι μπρε;»

«τρεις, νιανια» κι ακο΄θμπησαν τρεις παλαμες στο τζαμι. Αλλα ηταν δυό.

“Ποιοι ειστι;» ξαναρωτά η  νινιε μ΄.

“Τ´σ Παναϊους  κι τ΄Γιωργη» απαντά ένας.

“Α! θ΄κα μας ειστι!» είπε και παίρνει καρύδια και φιρίκια ανοίγει το παραθυράκι και τα βάζει στον τροβά που κρατούσε ο ένας μπρος στο παραθύρι. Κι αυτά τότε είπαν φεύγοντας: “σ΄αυτό του σπίτι που ΄ρθαμι, πέτρα να μη ραγίσει. Κι ου νοικουκύρης του σπιτιού, χρόνια πουλλά να ζήσει».

Δεξιά τη φωτογραφία, ο συγγραφέας

Μέρος 3ο

Βράδυ, παραμονή Χριστούγεννα

Μαζευόμασταν νωρίς όλη η οικογένεια να ετοιμάσουμε το τραπέζι, να φωνάξουμε τον Χριστό, και να φάμε. Πηγαίναμε μπροστά στο εικονοστάσι με το χριστόψωμο και ότι άλλο είχαμε – ο καθένας κρατούσε ένα πιάτο με κάτι – και λέγαμε «έλα Χριστέ να φας μαζί μας, έχουμε απ΄ όλα. Ψωμί, κρασί, κάστανα, καρύδια».

Κι όσο είμασταν μικρά ακούγαμε μια φωνή κάπως γνωστή λίγο πιο δίπλα μας ή πιο πίσω μας ή μέσα από κάποια ντουλάπα:

«πατι σεις, φατι, θα ρθω κι γω».

Ενας φόβος που κρατούσε λίγο και γινόταν χαρά που ακούσαμε τον Χριστό, που είχαμε να φάμε έστω κι αυτά τα λίγα κι είμασταν όλοι μαζί γύρω απ’ το τραπέζι με φωνές και γέλια και ευχές «αϊ κι τ΄χρον΄».

Κι έτσι γινόταν για πολλά χρόνια, είμασταν παιδάκια, ήταν η νινιε μ΄, «έφυγε» κεινη, εμείς μεγαλώσαμε, γεννήθηκαν ανίψια, παιδιά, κι όσο ζούσαν οι γονείς μας, παππούδες πια κι αυτοί μαζευόμασταν να φωνάξουμε τον Χριστό, να φάμε όλοι μαζί, να πούμε «κι  τ ΄χρον΄».

βραδυ παραμονη Χριστουγεννα…

Και μια Προσθήκη: Το βράδυ αυτό, νηστεία, αλλά στο τραπέζι έπρεπε να υπάρχουν εννιά εδέσματα, τα «ινια φαιια», χριστόψωμο κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Έλα Χριστέ να δειπνήσουμε, «πηγην συ κι γω ερχουμι», και μια γειτόνισσα μια φορά εμφανίστηκε στο παράθυρο. «Παεντει κι ερχουμι. Καταλαβαίνετε αλλού το κρασί κι αλλού η φουντουλα.  Μασλατ κι αυτό!!»