Η απότομη μεταβολή των ορμονών που συνοδεύει την εμμηνόπαυση μπορεί να επηρεάζει πολύ περισσότερα από τις εξάψεις, τον ύπνο ή τη διάθεση.

Ads

Τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες εξετάζουν όλο και πιο συστηματικά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα – αν θα μπορούσε η απώλεια των οιστρογόνων να συμβάλλει στον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας και, εάν ναι, θα μπορούσε η ορμονική υποκατάσταση να προστατεύσει τον εγκέφαλο;

Ads

Η απάντηση δεν είναι ακόμη οριστική. Νεότερα δεδομένα δημιουργούν ενδιαφέρουσες ενδείξεις ότι η αποκατάσταση των οιστρογόνων, ιδιαίτερα όταν πραγματοποιείται σχετικά νωρίς κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση, μπορεί να έχει προστατευτική επίδραση.

Ads

Άλλες έρευνες, όμως, έχουν οδηγήσει σε διαφορετικά ή ακόμη και αντίθετα αποτελέσματα. Οι ειδικοί τονίζουν επομένως ότι απαιτούνται καλά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές προτού η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης θεωρηθεί μέσο πρόληψης της άνοιας, υπογραμμίζει το σχετικό άρθρο του LiveScience.

Ads

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν μειώνονται τα οιστρογόνα

Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ζωής μιας γυναίκας, ο εγκέφαλος εκτίθεται σε υψηλά επίπεδα ορμονών του φύλου.

Οι νευρώνες ενδέχεται, μάλιστα, να προσαρμόζονται σε αυτό το ορμονικό περιβάλλον και να εξαρτώνται σε έναν βαθμό από αυτό για τη βέλτιστη λειτουργία τους.

Καθώς πλησιάζει η εμμηνόπαυση και στη συνέχεια μετά από αυτήν, οι ωοθήκες παράγουν πολύ μικρότερες ποσότητες οιστρογόνων και προγεστερόνης.

«Πιστεύουμε ότι η απώλεια αυτών των ορμονών κατά την εμμηνόπαυση καθιστά τους συγκεκριμένους νευρώνες πιο ευάλωτους στην κυτταρική φθορά που σχετίζεται με την ηλικία και σε παθολογικές καταστάσεις όπως η νόσος Αλτσχάιμερ», εξηγεί η Κάριν Φρικ, νευροεπιστήμονας και καθηγήτρια Ψυχολογικών και Εγκεφαλικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν-Μιλγουόκι.

Υπάρχει και ένα ευρύτερο στοιχείο που ενισχύει το επιστημονικό ενδιαφέρον – το ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν Αλτσχάιμερ από τους άνδρες και οι ερευνητές εξετάζουν κατά πόσο η πτώση των οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή τη διαφορά.

Πώς θα μπορούσαν τα οιστρογόνα να προστατεύουν τον εγκέφαλο

Τα εργαστηριακά δεδομένα και οι μελέτες σε ζώα προσφέρουν αρκετούς πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς.

Στον εγκέφαλο, τα οιστρογόνα λειτουργούν ως νευροτροποποιητές, δηλαδή ως χημικοί αγγελιοφόροι που μεταβάλλουν τον τρόπο λειτουργίας των νευρώνων. Παράλληλα συμβάλλουν στη διατήρηση της μορφολογίας τους.

Σε θηλυκά ποντίκια, η απώλεια οιστρογόνων έχει συνδεθεί με μείωση των δενδριτικών ακανθών – των μικροσκοπικών προεξοχών των νευρώνων που δέχονται χημικά σήματα.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανή σχέση τους με δύο χαρακτηριστικές παθολογικές διεργασίες της νόσου Αλτσχάιμερ.

Η πρώτη αφορά το αμυλοειδές βήτα, μια πρωτεΐνη που μπορεί να συσσωρευτεί στον εγκέφαλο, να διαταράξει την επικοινωνία μεταξύ των νευρώνων και τελικά να συμβάλει στον κυτταρικό θάνατο.

Εργαστηριακές μελέτες σε ποντίκια δείχνουν ότι τα οιστρογόνα ευνοούν τον φυσιολογικό τρόπο επεξεργασίας της μεγαλύτερης πρωτεΐνης από την οποία προκύπτει το αμυλοειδές βήτα, περιορίζοντας έτσι την παραγωγή του.

Η δεύτερη αφορά την πρωτεΐνη tau. Τα οιστρογόνα ενδέχεται να παρεμποδίζουν τις χημικές διεργασίες που οδηγούν τις πρωτεΐνες tau να συσσωρεύονται μεταξύ τους, περιορίζοντας τον σχηματισμό των χαρακτηριστικών νευροϊνιδιακών συμπλεγμάτων του Αλτσχάιμερ.

Υπάρχει πιθανώς και ένας πιο έμμεσος μηχανισμός: ο ύπνος. Οι διαταραχές ύπνου είναι συχνές κατά την εμμηνόπαυση, μεταξύ άλλων εξαιτίας των νυχτερινών εξάψεων.

Τα οιστρογόνα μπορούν να περιορίσουν αυτά τα συμπτώματα και να συμβάλουν σε περισσότερο και λιγότερο κατακερματισμένο ύπνο. Ο επαρκής βαθύς ύπνος θεωρείται σημαντικός για την απομάκρυνση τοξικών πρωτεϊνών από τον εγκέφαλο, ενώ η έλλειψη ύπνου έχει συνδεθεί με τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Γιατί η ορμονοθεραπεία παραμένει αμφιλεγόμενη

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης για την εμμηνόπαυση διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: θεραπεία μόνο με οιστρογόνα και συνδυασμένη θεραπεία οιστρογόνων και προγεστερόνης.

Η ιστορία της είναι περίπλοκη. Η HRT χρησιμοποιούνταν ευρέως τη δεκαετία του 1990, αλλά η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της μελέτης Women’s Health Initiative το 2002 ανέδειξε διάφορους κινδύνους και περιόρισε δραστικά τη χρήση της. Ορισμένα από τα συμπεράσματα εκείνης της περιόδου έχουν έκτοτε αναθεωρηθεί με νεότερα δεδομένα.

Υπάρχει, πάντως, ένας σημαντικός περιορισμός στη χορήγηση οιστρογόνων χωρίς προγεστερόνη – η θεραπεία μόνο με οιστρογόνα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου.

Για τον λόγο αυτό, οι σημερινές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν στις γυναίκες που διατηρούν τη μήτρα τους συνδυασμένη θεραπεία, καθώς η προγεστερόνη αντισταθμίζει την επίδραση των οιστρογόνων στην πάχυνση του ενδομητρίου. Θεραπεία αποκλειστικά με οιστρογόνα χρησιμοποιείται κατά κανόνα σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή.


Η μελέτη των 21.400 γυναικών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε παρατηρητική μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο στο περιοδικό Neurology.

Οι γυναίκες που είχαν λάβει θεραπεία αποκλειστικά με οιστρογόνα εμφάνιζαν λιγότερες αλλοιώσεις στον εγκέφαλο που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ σε σχέση με όσες δεν είχαν λάβει HRT.

Παράλληλα, καταγράφηκαν καλύτερα κλινικά αποτελέσματα: οι γυναίκες που είχαν λάβει οιστρογόνα είχαν μικρότερη πιθανότητα να διαγνωστούν με άνοια, παρουσίαζαν λιγότερη κλινική και λειτουργική γνωστική έκπτωση και, κατά μέσο όρο, σημείωναν καλύτερες επιδόσεις στα τεστ μνήμης.

Τα στοιχεία προέρχονταν από δύο μεγάλες, ανεξάρτητες ομάδες ηλικιωμένων γυναικών και αφορούσαν συνολικά 21.400 άτομα. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν διέθεταν πληροφορίες για το πότε ακριβώς είχε ξεκινήσει κάθε γυναίκα την ορμονοθεραπεία.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της έρευνας ήταν ότι, αντί να βασιστεί μόνο στην κλινική αξιολόγηση των συμπτωμάτων, εξέτασε μετά τον θάνατο τα επίπεδα πρωτεϊνών στον εγκέφαλο που συνδέονται με το Αλτσχάιμερ – έναν πιο άμεσο δείκτη της παθολογίας.

Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο «αλλά» – η μελέτη ήταν παρατηρητική. Επομένως, δεν μπορεί να αποδείξει ότι τα οιστρογόνα ήταν εκείνα που προκάλεσαν τα καλύτερα αποτελέσματα.

Και η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από μια μεγαλύτερη παρατηρητική έρευνα του 2023, η οποία κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα: η θεραπεία μόνο με οιστρογόνα συσχετίστηκε με αυξημένο ποσοστό άνοιας.

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι στις δύο έρευνες χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικοί τύποι οιστρογόνων, αλλά για να διαπιστωθεί εάν αυτό πράγματι εξηγεί τη διαφορά χρειάζονται περισσότερες μελέτες.

Το κρίσιμο ερώτημα: Πότε αρχίζει η θεραπεία;

Ίσως η μεγαλύτερη μεταβλητή να μην είναι απλώς εάν μια γυναίκα λαμβάνει HRT, αλλά πότε αρχίζει να τη λαμβάνει.

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της Women’s Health Initiative ήταν ότι η έναρξη ορμονοθεραπείας – είτε αποκλειστικά με οιστρογόνα είτε συνδυασμένης – μετά την ηλικία των 65 ετών συνδεόταν με χειρότερη γνωστική λειτουργία και αυξημένο κίνδυνο άνοιας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμβαίνει το ίδιο όταν η θεραπεία αρχίζει κοντά στην εμμηνόπαυση.

Η φυσική εμμηνόπαυση εμφανίζεται κατά μέσο όρο περίπου στα 51 με 52 χρόνια, ενώ προηγείται η περιεμμηνόπαυση, όταν οι ορμόνες αρχίζουν σταδιακά να μειώνονται, συνήθως από τα μέσα της δεκαετίας των 40.

Μια ακόμη παρατηρητική μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο στο Alzheimer’s & Dementia, διαπίστωσε ότι η έναρξη HRT μεταξύ 46 και 56 ετών συνδεόταν με μειωμένο κίνδυνο άνοιας.

Η συγκεκριμένη έρευνα, ωστόσο, εξέτασε συνολικά τις ορμονοθεραπείες, χωρίς να διαχωρίζει εκείνες που περιείχαν μόνο οιστρογόνα από τις συνδυασμένες θεραπείες.

Οι τρεις ομάδες στις οποίες φάνηκε ισχυρότερη η σχέση

Το πιθανό προστατευτικό αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα έντονο σε τρεις κατηγορίες γυναικών: σε όσες είχαν περάσει «χειρουργική εμμηνόπαυση» μετά την αφαίρεση μίας ή και των δύο ωοθηκών, σε γυναίκες που έφεραν συγκεκριμένη παραλλαγή του γονιδίου APOE η οποία αυξάνει τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ και σε όσες είχαν σχετικά μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στην πρώτη τους περίοδο και την εμμηνόπαυση.

Επιπλέον, μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών το 2024 εντόπισε γνωστικό όφελος από την HRT στις γυναίκες με χειρουργική εμμηνόπαυση, με το εύρημα να συνδέεται κυρίως με θεραπείες αποκλειστικά με οιστρογόνα.

Ποια γυναίκα θα μπορούσε τελικά να ωφεληθεί;

Σε αυτό το σημείο οι ειδικοί βάζουν μια σαφή διαχωριστική γραμμή – τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι αρκετά ισχυρά ώστε να συστήνεται οποιαδήποτε μορφή HRT σε όλες τις γυναίκες με σκοπό την προστασία του εγκεφάλου ή την πρόληψη της άνοιας.

Η σημαντικότερη εξαίρεση αφορά τις γυναίκες στις οποίες έχει αφαιρεθεί χειρουργικά η μία ή και οι δύο ωοθήκες.

«Πρόκειται για έναν ξεχωριστό κλινικό πληθυσμό, επειδή η επέμβαση μπορεί να προκαλέσει απότομη και πρόωρη απώλεια οιστρογόνων, αντί για τη σταδιακή ορμονική μείωση που συμβαίνει κατά τη φυσική εμμηνόπαυση», εξηγεί η Γιούκο Χάρα, διευθύντρια για τη γήρανση και την πρόληψη του Αλτσχάιμερ στο Alzheimer’s Drug Discovery Foundation.

Για τις περισσότερες γυναίκες που έχουν περάσει φυσιολογικά στην εμμηνόπαυση, τονίζει, «δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία ώστε να συνιστάται η HRT ειδικά για την πρόληψη της γνωστικής έκπτωσης ή της άνοιας».

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα: η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης σήμερα δεν συνταγογραφείται για την πρόληψη της άνοιας. Χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως οι εξάψεις, οι νυχτερινές εφιδρώσεις και οι διαταραχές του ύπνου.

Για να ξεκαθαρίσει πραγματικά εάν – και σε ποιες γυναίκες – τα οιστρογόνα μπορούν να προστατεύσουν τον εγκέφαλο, οι επιστήμονες θεωρούν απαραίτητη μια καλά σχεδιασμένη κλινική δοκιμή που θα παρακολουθεί τις γυναίκες από την περιεμμηνόπαυση έως και μετά την εμμηνόπαυση.

Μόνο μια τέτοια μελέτη θα μπορούσε να δώσει πολύ πιο αξιόπιστη απάντηση για την επίδραση της HRT στην υγεία του εγκεφάλου και στον μακροπρόθεσμο κίνδυνο άνοιας.