Επιστήμονες εκδίδουν ανησυχητικές προειδοποιήσεις σχετικά με τους δυνητικούς κινδύνους από τη δημιουργία οργανισμών που είναι κατασκευασμένοι από «καθρεπτίζοντα μόρια», σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Αμερικανικού CNN.

Ads

Η συνθετική βιολόγος Κέιτ Άνταμαλα ήταν μία από τους τέσσερις ερευνητές που έλαβαν επιχορήγηση 4 εκατομμυρίων δολαρίων για να διερευνήσουν εάν είναι εφικτό να παραχθεί ένα «κύτταρο-καθρέφτης» (mirror cell), στο οποίο η δομή όλων των βιομορίων του είναι το αντίστροφο από αυτό που υπάρχει στα φυσιολογικά κύτταρα.

Ads

Αρχικά, η έρευνα θεωρήθηκε σημαντική για να ρίξει φως στις απαρχές της ζωής και να διευκολύνει τη δημιουργία θεραπευτικών μορίων, αλλά οι αμφιβολίες άρχισαν να αυξάνονται.

Ads

Το κεντρικό ερώτημα είναι το εξής: Εάν οι επιστήμονες επιτύχουν να δημιουργήσουν έναν «οργανισμό-καθρέφτη» (όπως ένα βακτήριο) με αντίστροφη μοριακή δομή, θα μπορούσε αυτός να εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα στο περιβάλλον ή στο ανθρώπινο σώμα, προκαλώντας σοβαρές, ακόμη και υπαρξιακές, συνέπειες.

Ads

Το φαινόμενο βασίζεται στη χιραλότητα (chirality), την ιδιότητα των μορίων να έχουν «δεξιόστροφη» ή «αριστερόστροφη» δομή, όπως τα χέρια.

Στη φύση, το DNA/RNA αποτελείται από «δεξιόστροφα» νουκλεοτίδια, ενώ οι πρωτεΐνες από «αριστερόστροφα» αμινοξέα.

Η λειτουργία των βιολογικών συστημάτων εξαρτάται από αυτή τη «συνεπή» δομή.

Όμως, σε ένα κύτταρο-καθρέφτη, όλα τα μόρια θα αντικαθίσταντο με τις κατοπτρικές τους εκδόσεις.

Αν και η δημιουργία ενός πλήρους συνθετικού κυττάρου είναι ακόμα υπό έρευνα, πολλοί ειδικοί φοβούνται το επόμενο βήμα.

Η Άνταμαλα παραδέχτηκε ότι εγκατέλειψε την έρευνά της αφότου ειδικοί σε θέματα βιοασφάλειας, ανοσολογίας και οικολογίας της αποκάλυψαν κάτι που την εξέπληξε: ότι τα «κύτταρα-καθρέφτες» πιθανότατα θα ήταν εντελώς αόρατα στο ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα – το οποίο βασίζεται στη χιραλότητα για να αναγνωρίσει τους εισβολείς.


Κίνδυνοι: Ανεξέλεγκτη εξάπλωση και αντοχή στα φάρμακα

Μια ομάδα 38 επιστημόνων, συμπεριλαμβανομένης της Άνταμαλα, δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2024 ένα άρθρο-«βόμβα» στο περιοδικό Science, με τίτλο «Confronting Risks of Mirror Life» (Αντιμετωπίζοντας τους Κινδύνους της Κατοπτρικής Ζωής), το οποίο συνοψίζει μια λεπτομερή έκθεση 300 σελίδων.

Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κύτταρα-καθρέφτες θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα μέσα στα επόμενα 10 έως 30 χρόνια, και περιγράφει τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες.

Ένα βακτήριο-καθρέφτης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως χωροκατακτητικό είδος (invasive species) που διαταράσσει τα οικοσυστήματα, καθώς θα αποφεύγει τους φυσικούς βιολογικούς ελέγχους και τους φυσικούς θηρευτές (όπως οι ιοί).

Θα μπορούσε επίσης να παρακάμψει τα κρίσιμα μέρη των ανοσοποιητικών συστημάτων φυτών, ζώων και ανθρώπων, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, προκαλώντας συμπτώματα παρόμοια με σηπτικό σοκ.

Τα περισσότερα ιατρικά αντίμετρα, συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών, είναι χιραλικά, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον δεν θα ήταν αποτελεσματικά απέναντι στα βακτήρια-καθρέφτες.

Ο Ντέιβιντ Ρέλμαν, καθηγητής μικροβιολογίας στο Στάνφορντ, χαρακτήρισε τη «ζωή-καθρέφτη» ως τον πρώτο εύλογο υπαρξιακό κίνδυνο που έχει συναντήσει στην καριέρα του.

Η διαφωνία για τις «κόκκινες γραμμές»

Ενώ υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι δεν πρέπει να δημιουργηθούν οργανισμοί-καθρέφτες, η επιστημονική κοινότητα διχάζεται για το πού πρέπει να μπουν οι «κόκκινες γραμμές» για τον περιορισμό της έρευνας.

Ειδικοί όπως ο Μάικλ Κέι υποστηρίζουν ότι μεμονωμένα μόρια-καθρέφτες (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες) έχουν τεράστια φαρμακευτική «υπόσχεση» για το επιστημονικό μέλλον, καθώς είναι πιο σταθερά στο σώμα και αντιστέκονται στην αποδόμηση.

Αυτές οι «αδρανείς χημικές ουσίες» δεν αυτοαναπαράγονται και δεν θέτουν τους ίδιους κινδύνους με ένα ζωντανό κύτταρο.

Οι επικριτές, όπως ο Τζον Γκλας, ανησυχούν ότι η δημιουργία ενός ριβοσώματος-καθρέφτη (μιας βιολογικής μηχανής που κατασκευάζει πρωτεΐνες) θα καθιστούσε τη δημιουργία μιας πλήρους ζωής-καθρέφτη αναπόφευκτη ή πολύ εύκολη.

Ο στόχος της επιστημονικής κοινότητας είναι να συμφωνήσει σε επίσημους περιορισμούς σε διεθνές επίπεδο, καθώς η επιστήμη δεν πρέπει να σκέφτεται μόνο το «αν μπορούμε» αλλά και το «αν πρέπει».