Ακόμη και ένα χτύπημα στο κεφάλι που δεν προκαλεί διάσειση και δεν οδηγεί σε απώλεια των αισθήσεων μπορεί να μην είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται.

Ads

Όταν τέτοιοι ήπιοι τραυματισμοί επαναλαμβάνονται, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επιπτώσεις τους μπορούν να συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου, αυξάνοντας τον κίνδυνο νευροεκφυλιστικών παθήσεων, μεταξύ των οποίων μορφές άνοιας και η χρόνια τραυματική εγκεφαλοπάθεια (CTE).

Ads

Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει κάποια θεραπευτική παρέμβαση που να χορηγείται μετά από τέτοιους ήπιους τραυματισμούς με σκοπό να εμποδίσει τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους.

Ads

Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Communications Biology, εξετάζει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πιθανότητα – εάν η ψιλοκυβίνη, η ψυχεδελική ουσία που περιέχεται στα λεγόμενα «μαγικά μανιτάρια», θα μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλο να ανακάμψει από τις βλάβες που προκαλούν επαναλαμβανόμενα ήπια χτυπήματα.

Ads

Η απάντηση απέχει πολύ από το να θεωρείται οριστική. Η συγκεκριμένη έρευνα πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά σε εργαστηριακά τρωκτικά και θα απαιτηθεί πολύ περισσότερη δουλειά προτού διαπιστωθεί εάν τα αποτελέσματα μπορούν να μεταφερθούν στον άνθρωπο.

Τα πρώτα ευρήματα, ωστόσο, υποδεικνύουν μια πιθανή νέα εφαρμογή για μια ουσία που ήδη μελετάται σε εντελώς διαφορετικά πεδία, όπως η κατάθλιψη, η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) και η ανορεξία.

Γιατί ακόμη και τα «μικρά» χτυπήματα ανησυχούν τους επιστήμονες

Ο Αργκέλ Αγκιλάρ-Βάγιες, αναπληρωτής καθηγητής Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κάρλετον του Οντάριο και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, εξήγησε στο Live Science ότι η έρευνα επικεντρώθηκε ακριβώς στη σωρευτική επίδραση των ηπιότερων τραυματισμών.

Τέτοια περιστατικά είναι συνηθισμένα, ιδιαίτερα σε παιδιά και ηλικιωμένους, και πολλές φορές δεν οδηγούν ούτε σε νοσηλεία ούτε σε κάποια ειδική θεραπεία επειδή θεωρούνται σχετικά ήπια.

Όπως εξηγεί ο ερευνητής, όμως, υπάρχουν στοιχεία ότι η επανάληψή τους μπορεί μακροπρόθεσμα να επηρεάσει την υγεία και να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για διάφορες μορφές άνοιας.

Για να προσομοιώσουν αυτό το φαινόμενο, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ένα ηπιότερο μοντέλο τραυματισμού σε τρωκτικά – τρία επαναλαμβανόμενα, ελεγχόμενα και σχετικά ήπια χτυπήματα.

Παρά την περιορισμένη έντασή τους, τα χτυπήματα προκάλεσαν μεταβολές στα εγκεφαλικά δίκτυα, οι οποίες μπορούσαν να ανιχνευθούν τόσο με μαγνητική τομογραφία (MRI) όσο και με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI).

Η αντιστοίχιση ενός πειραματικού τραυματισμού σε τρωκτικό με έναν ανθρώπινο τραυματισμό δεν είναι βέβαια απλή.

Ο Αγκιλάρ-Βάγιες επισημαίνει, πάντως, ένα βασικό χαρακτηριστικό: δεν παρατηρήθηκε απώλεια συνείδησης – δηλαδή πρόκειται, σχηματικά, για τις περιπτώσεις όπου κάποιος χτυπά το κεφάλι του αλλά δεν λιποθυμά.

Σήμερα ουσιαστικά δεν υπάρχει προληπτική θεραπεία

Η συνήθης αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού δείχνει και το θεραπευτικό κενό που επιχειρούν να διερευνήσουν οι επιστήμονες.

Όπως περιγράφει ο Αγκιλάρ-Βάγιες, όταν ένα παιδί χτυπήσει στο κεφάλι χωρίς να χάσει τις αισθήσεις του και χωρίς να εμφανίζει ανησυχητικά συμπτώματα, όπως εμετό ή ναυτία, η συνήθης οδηγία είναι παρακολούθηση, ξεκούραση, πάγος στο σημείο του χτυπήματος και αποφυγή υπερβολικής καταπόνησης για λίγες ημέρες.

Αυτό που δεν υπάρχει είναι μια παρέμβαση που θα μπορούσε να χορηγηθεί σήμερα και να ειπωθεί ότι θα αποτρέψει μια πιθανή άνοια δεκαετίες αργότερα, ιδιαίτερα όταν οι τραυματισμοί επαναλαμβάνονται και οι επιπτώσεις τους συσσωρεύονται.

Γιατί οι ερευνητές στράφηκαν στην ψιλοκυβίνη

Η απάντηση βρίσκεται σε μια ιδιότητα των ψυχεδελικών που συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον – την ικανότητά τους να ενεργοποιούν μηχανισμούς νευροπλαστικότητας, δηλαδή διαδικασίες μέσω των οποίων ο εγκέφαλος αναδιοργανώνεται και οι νευρώνες δημιουργούν ή αναδιαμορφώνουν συνδέσεις.

Η ερευνητική ομάδα μελετά μια ευρύτερη κατηγορία ουσιών που ονομάζονται psychoplastogens, δηλαδή ενώσεις που μπορούν να προκαλέσουν τέτοιες αλλαγές στη δομή και στη λειτουργία του εγκεφάλου.

Σε αυτές περιλαμβάνονται τα σεροτονινεργικά ψυχεδελικά, όπως η ψιλοκυβίνη και το LSD, αλλά και ουσίες όπως η κεταμίνη και το MDMA.

Σε καλλιέργειες νευρώνων, οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει μετά τη χορήγηση τέτοιων ουσιών αλλαγές στην πολυπλοκότητα των δενδριτών και αύξηση της πυκνότητας των δενδριτικών ακανθών – δομών που σχετίζονται με τις συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων. Σε ζωντανά ζώα έχουν επίσης καταγραφεί λειτουργικές αναδιοργανώσεις των εγκεφαλικών δικτύων.

Παρότι οι διαφορετικές ουσίες δρουν μέσω διαφορετικών φαρμακολογικών στόχων, φαίνεται ότι τελικά συγκλίνουν σε ορισμένους από τους ίδιους μηχανισμούς πλαστικότητας.

Αυτό είναι σημαντικό επειδή διαταραχές της νευροπλαστικότητας εμφανίζονται όχι μόνο σε ψυχιατρικές παθήσεις, αλλά και σε νευρολογικές και νευροεκφυλιστικές νόσους.

Οι ερευνητές θέλησαν επομένως να δοκιμάσουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι δυνατότητες αυτών των ουσιών – εάν δηλαδή μπορούν να προσφέρουν κάποιο θεραπευτικό όφελος ακόμη και όταν υπάρχει πραγματική σωματική βλάβη στον εγκέφαλο ή νευροεκφυλιστικός μηχανισμός.

Μέχρι στιγμής, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες από αυτές τις ενώσεις μπορούν να περιορίσουν κάποιες αρνητικές συνέπειες της νευροεκφύλισης ή του σωματικού τραύματος. Παραμένει όμως άγνωστο εάν μπορούν πράγματι να τροποποιήσουν μακροπρόθεσμα την πορεία μιας νόσου ή βλάβης.

«Δεν γνωρίζουμε ακόμη τα όρια αυτών των φαρμάκων», τονίζει ουσιαστικά ο Αγκιλάρ-Βάγιες. Το ζήτημα, όπως εξηγεί, δεν είναι ότι θεωρεί πως δεν υπάρχουν όρια, αλλά ότι η επιστημονική γνώση παραμένει ακόμη ελλιπής.

Τι ακριβώς συνέβη στους εγκεφάλους των ζώων

Τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα καταγράφηκαν περίπου τρεις εβδομάδες μετά τον τραυματισμό.

Οι επιστήμονες εντόπισαν ενδείξεις αυξημένης φωσφορυλίωσης της πρωτεΐνης tau, μιας μεταβολής σε πρωτεΐνη του εγκεφάλου που συνδέεται και με τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Μετά τη θεραπεία με ψιλοκυβίνη, αυτή η μεταβολή αντιστράφηκε – εύρημα που ο Αγκιλάρ-Βάγιες χαρακτηρίζει απροσδόκητο και άξιο περαιτέρω διερεύνησης.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η αλλαγή στη λειτουργική συνδεσιμότητα του εγκεφάλου.

Τα εγκεφαλικά δίκτυα των ζώων είχαν επηρεαστεί σημαντικά από τα χτυπήματα. Μετά την ψιλοκυβίνη, όμως, όχι μόνο παρουσίασαν ανάκαμψη, αλλά η συνδεσιμότητά τους έφτασε σε επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από εκείνα των ζώων της ομάδας ελέγχου.

Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμη τι ακριβώς σημαίνει αυτή η υπερσυνδεσιμότητα ούτε εάν είναι πράγματι ωφέλιμη. Η έκταση της ανάκαμψης, πάντως, ήταν ένα από τα αποτελέσματα που τους εξέπληξαν περισσότερο.

Οι αλλαγές δεν περιορίστηκαν σε μία περιοχή

Οι επιδράσεις εμφανίστηκαν σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, μεταξύ των οποίων ο θάλαμος, ο ιππόκαμπος, τα βασικά γάγγλια και διαφορετικές περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι ντοπαμινεργικοί πυρήνες, δηλαδή περιοχές στο μέσο του εγκεφάλου που αποτελούν σημαντικά κέντρα παραγωγής ντοπαμίνης.

Η συνδεσιμότητά τους μεταβλήθηκε σημαντικά τόσο από τα χτυπήματα όσο και στη συνέχεια από τη θεραπεία με ψιλοκυβίνη.

Παρότι οι συγκεκριμένες περιοχές είναι συγκεντρωμένες σε ένα σχετικά περιορισμένο τμήμα του εγκεφάλου, διαθέτουν εκτεταμένες συνδέσεις και μπορούν να επηρεάζουν συνολικά τη λειτουργία του. Γι’ αυτό και οι μεταβολές που παρατηρήθηκαν εκεί θεωρούνται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

Γιατί ψιλοκυβίνη και όχι LSD;

Η ψιλοκυβίνη δεν είναι το μοναδικό ψυχεδελικό που προκαλεί μηχανισμούς νευροπλαστικότητας. Έχει όμως ένα σημαντικό πρακτικό πλεονέκτημα.

Έχει ήδη μελετηθεί εκτενέστερα από αρκετές άλλες ψυχεδελικές ουσίες τόσο σε προκλινικές όσο και σε κλινικές έρευνες. Επιπλέον, η ψυχεδελική εμπειρία που προκαλεί διαρκεί μερικές ώρες, ενώ στην περίπτωση του LSD μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο.

Επειδή ένας άνθρωπος που βρίσκεται υπό την επίδραση μιας ψυχεδελικής ουσίας χρειάζεται κλινική επίβλεψη, η μεγάλη διάρκεια μιας συνεδρίας δημιουργεί σημαντικές πρακτικές δυσκολίες.

Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Αγκιλάρ-Βάγιες, η ψιλοκυβίνη θεωρείται από ερευνητική άποψη μια πιο πρακτική επιλογή για μελέτες που ενδέχεται κάποτε να οδηγήσουν σε εφαρμογές στον άνθρωπο.

Τα ζώα έλαβαν σχετικά υψηλή δόση

Στη συγκεκριμένη μελέτη οι επιστήμονες δεν επιχείρησαν να αποφύγουν τις ψυχεδελικές επιδράσεις χρησιμοποιώντας πολύ μικρή δόση.

Η δόση ήταν 3 mg ψιλοκυβίνης ανά κιλό σωματικού βάρους, ενώ σε πολλές άλλες έρευνες χρησιμοποιείται περίπου 1 mg/kg.

Στα τρωκτικά οι ερευνητές χρησιμοποιούν ως μία ένδειξη της παραισθησιογόνου δράσης το λεγόμενο «head twitch response», μια πολύ γρήγορη χαρακτηριστική κίνηση του κεφαλιού που προκαλείται από σεροτονινεργικά ψυχεδελικά.

Στην περίπτωση της ψιλοκυβίνης, η συγκεκριμένη απόκριση συνδέεται με τον υποδοχέα σεροτονίνης 5-HT2A, τον ίδιο υποδοχέα που σχετίζεται με τις παραισθήσεις και την ψυχεδελική εμπειρία στους ανθρώπους.

Είναι απαραίτητη η ίδια η ψυχεδελική εμπειρία;

Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά ερωτήματα ολόκληρου του πεδίου.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη εάν η ένταση της ψυχεδελικής εμπειρίας συνδέεται αιτιωδώς με το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Σε περιπτώσεις ψυχολογικού τραύματος είναι πιθανό η ίδια η εμπειρία να αποτελεί μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι συνεδρίες που ακολουθούν τη χορήγηση ψυχεδελικών δείχνουν ότι όσα βίωσε ο ασθενής μπορεί να έχουν ουσιαστικό θεραπευτικό ρόλο.

Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι η ψυχεδελική εμπειρία προκαλεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Γι’ αυτό αναπτύσσονται πλέον μη παραισθησιογόνα ανάλογα, ουσίες που επιχειρούν να ενεργοποιήσουν παρόμοιους μηχανισμούς νευροπλαστικότητας χωρίς να προκαλούν το λεγόμενο «trip».

Σύμφωνα με τον Αγκιλάρ-Βάγιες, ορισμένες τέτοιες ενώσεις ενδέχεται να έχουν περάσει από δοκιμές Φάσης Ι, στις οποίες αξιολογείται κυρίως η ασφάλεια, αλλά, κατά την εκτίμησή του, δεν έχουν ακόμη φτάσει σε δοκιμές Φάσης ΙΙ για να εξεταστεί η αποτελεσματικότητά τους σε συγκεκριμένες παθήσεις.


Το BDNF και το επόμενο μεγάλο ερώτημα

Ένα από τα επόμενα βήματα είναι να διερευνηθεί εάν τα αποτελέσματα της θεραπείας διατηρούνται μήνες μετά τον τραυματισμό και κατά πόσο η ψιλοκυβίνη μπορεί να είναι αποτελεσματική ακόμη και όταν χορηγείται αρκετό καιρό μετά το αρχικό συμβάν.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις για αύξηση της έκφρασης του BDNF, του εγκεφαλικού νευροτροφικού παράγοντα που βοηθά τους νευρώνες να αναπτύσσουν συνδέσεις, καθώς και των επιπέδων του υποδοχέα του, TrkB.

Προς το παρόν πρόκειται για συσχετίσεις. Οι ερευνητές πρέπει να εξακριβώσουν εάν αυτοί οι νευροτροφικοί παράγοντες είναι πραγματικά καθοριστικοί για τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν.

Τα παιδιά και οι άνθρωποι με ψυχώσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή

Η προοπτική μη παραισθησιογόνων παραγώγων αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν είναι κατάλληλη η πρόκληση ψυχεδελικής εμπειρίας σε κάθε άνθρωπο.

Για τα παιδιά, για παράδειγμα, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες της χρήσης ψυχεδελικών ουσιών σε έναν εγκέφαλο που εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν ώστε να υποστηριχθεί μια τέτοια χρήση.

Ανάλογες επιφυλάξεις υπάρχουν για ανθρώπους με σχιζοφρένεια και άλλες ψυχιατρικές διαγνώσεις που συνδέονται με ψύχωση, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων διπολικής διαταραχής ή ψυχωτικών επεισοδίων, στις οποίες η χορήγηση ενός σεροτονινεργικού ψυχεδελικού μπορεί να μην είναι ενδεδειγμένη.

Μη παραισθησιογόνα μόρια που θα μπορούσαν να προσφέρουν ορισμένα από τα ίδια αποτελέσματα στη νευροπλαστικότητα χωρίς να προκαλούν πλήρη ψυχεδελική εμπειρία ενδέχεται επομένως να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικά.

«Υπάρχει μεγάλο δυναμικό, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε με προσοχή»

Ο Αγκιλάρ-Βάγιες βλέπει τα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια ως μια περίοδο κατά την οποία οι επιστήμονες θα μπορέσουν να κατανοήσουν πολύ καλύτερα αυτά τα φάρμακα – από τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν τα κύτταρα και τα εγκεφαλικά κύματα μέχρι τις ψυχολογικές επιδράσεις τους.

Το γεγονός ότι το αντικείμενο εξετάζεται από πολλές διαφορετικές επιστημονικές ειδικότητες δημιουργεί, όπως σημειώνει, την προοπτική να αποκτηθεί πολύ μεγαλύτερη γνώση όχι μόνο για τις δυνατότητες των ψυχεδελικών, αλλά και για τα όριά τους και τους πιθανούς κινδύνους τους.

Το ζητούμενο είναι μια ισορροπημένη επιστημονική προσέγγιση, ώστε να γίνει σαφές σε ποιες περιπτώσεις μια τέτοια θεραπεία θα μπορούσε πραγματικά να είναι χρήσιμη και σε ποιες οι κίνδυνοι θα υπερτερούν των πιθανών οφελών.

Όπως συνοψίζει ο ίδιος: «Υπάρχουν πολλές δυνατότητες, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε με προσοχή».