Μπορεί μια μηχανή να γράψει ένα ποίημα, να συνθέσει μουσική ή να δημιουργήσει ένα έργο τέχνης; Και αν μπορεί, τι απομένει να κάνει ο άνθρωπος; Η συνάντηση της τεχνολογίας με τον πολιτισμό προκαλεί φόβους, αντιδράσεις, αλλά και νέες δυνατότητες, ανοίγοντας μια μεγάλη συζήτηση για το νόημα της δημιουργίας. Επιμέλεια αφιερώματος: Βέτα Μεγάλου, Μαριάνθη Πελεβάνη

Ads

Τι σημαίνει ότι οι μηχανές «καταλαβαίνουν» τη γλώσσα; Και τι σημαίνει να συνυπάρχουμε με ρομπότ της τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να γράφουν ποιήματα, να συνομιλούν, να μεταφράζουν και να μιμούνται ανθρώπινα μοτίβα σκέψης; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει το νέο βιβλίο Understanding Conversational AI (Κατανοώντας την συνομιλιακή ΤΝ) του Τιερί Πουαμπό, το οποίο επιχειρεί μια διεπιστημονική ανάγνωση της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης σε ένα μεταβαλλόμενο τοπίο, όπου η συνομιλία με την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένα εργαλείο. Είναι ταυτόχρονα ένας καθρέφτης που αντανακλά τις δικές μας αντιλήψεις για τη γλώσσα, τη σκέψη και τη δημιουργία και μας αναγκάζει να αναστοχαστούμε πάνω σε όλα αυτά.

Ads

Η ποίηση αποτελεί ίσως το πιο γόνιμο πεδίο για να τεθούν αυτά τα ερωτήματα, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας και Διευθυντής Έρευνας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) του Παρισιού. Κι αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια, ένας αυξανόμενος αριθμός ερευνών δείχνει ότι αναγνώστες που δεν έχουν εντρυφήσει στην ποίηση, συχνά προτιμούν ποιήματα που έχουν παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη σε σύγκριση με ανθρώπινα έργα. Αυτό συμβαίνει όταν δεν γνωρίζουν την προέλευσή τους, όμως. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα ποιήματα των μηχανών είναι «καλύτερα», αλλά ότι είναι πιο ελκυστικά για μη μυημένους στην ποίηση ανθρώπους.

Ads

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η ανάλυση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων —των λεγόμενων LLMs— που τροφοδοτούν τις εφαρμογές συνομιλίας με την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτά τα συστήματα, εκπαιδευμένα σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων, είναι ικανά να παράγουν λόγο που μοιάζει εντυπωσιακά ανθρώπινος. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Πουαμπό, η «κατανόηση» που επιδεικνύουν δεν είναι αποτέλεσμα συνείδησης ή εμπειρίας, αλλά προϊόν στατιστικών συσχετίσεων.

Ads

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν περιορίζεται στην τεχνική διάσταση. Το βιβλίο ανοίγει ένα ευρύτερο φιλοσοφικό και κοινωνικό πεδίο: τι είναι κατανόηση; τι είναι δημιουργικότητα; και πώς αποδίδουμε πρόθεση ή ευθύνη σε ένα σύστημα που παράγει λόγο χωρίς να «ξέρει» τι λέει;

 

Γιατί προτιμούν κάποιοι τα ποιήματα της ΤΝ;

Ο Πουαμπό εξηγεί, ότι η αισθητική κρίση στην ποίηση δεν είναι σταθερή ούτε αντικειμενική. Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινότητες ανάγνωσης, επηρεάζεται από ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα και μεταβάλλεται στον χρόνο. Έτσι, η «λογοτεχνική αξία» δεν είναι κάτι που μπορεί να κωδικοποιηθεί εύκολα.

Τα ποιήματα που παράγονται από τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζουν ορισμένα επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά. Συχνά ακολουθούν γνώριμες μορφές —όπως τετράστιχα με ομοιοκαταληξία— και χρησιμοποιούν λέξεις και μοτίβα χιλιοειπωμένα. Αναφέρουν συχνά πυκνά λέξεις όπως «καρδιά», «όνειρο», «ψίθυρος» κλπ. Το αποτέλεσμα είναι ένας λόγος ευανάγνωστος, που ρέει, αλλά ταυτόχρονα είναι σχεδόν απόλυτα προβλέψιμος.

Αυτή η προβλεψιμότητα αποτελεί και το κλειδί της επιτυχίας τους. Οι αναγνώστες κατανοούν εύκολα τις εικόνες και τα συναισθήματα, χωρίς να χρειάζεται να αποκωδικοποιήσουν πολύπλοκες μεταφορές ή πολιτισμικές αναφορές. Η ευκολία κατανόησης, ωστόσο, μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως ένδειξη ποιότητας.

Όταν αποκαλύπτεται ότι ένα ποίημα έχει γραφτεί από μηχανή, η πρόσληψη αλλάζει. Τα ίδια χαρακτηριστικά που προηγουμένως διευκόλυναν την ανάγνωση —η σαφήνεια, η οικειότητα— ερμηνεύονται πλέον από τους ίδιους ανθρώπους ως ένδειξη επιφανειακότητας. Η μεταστροφή αυτή αποκαλύπτει πόσο βαθιά συνδέουμε την αισθητική αξία με την έννοια της ανθρώπινης πρόθεσης, συμπεραίνει ο συγγραφέας.

Η ανθρώπινη ποίηση όμως απαιτεί κόπο. Βασίζεται σε αμφισημία, υπαινιγμούς, ιστορικές αναφορές, προσωπικές εμπειρίες. Η κατανόησή της δεν είναι άμεση· απαιτεί γνώση και εξοικείωση. Αυτό καθιστά προβληματική τη σύγκριση μεταξύ ανθρώπινων και μηχανικών έργων, ειδικά όταν οι αναγνώστες δεν διαθέτουν την απαραίτητη τριβή με ποιητικά έργα.

Πέρα από την αισθητική διάσταση, η εμφάνιση της τεχνητής ποίησης θέτει και πρακτικά ζητήματα. Εκδοτικοί οίκοι και πολιτιστικοί θεσμοί αρχίζουν να απαιτούν δήλωση χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, ζητώντας από υποψηφίους που εμφανίζονται ως ποιητές να δηλώσουν αν κάνουν χρήσεις ΤΝ ή όχι. «Η ανάγκη αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη αβεβαιότητα για το πού τελειώνει η ανθρώπινη δημιουργία και πού αρχίζει η μηχανική παραγωγή» γράφει ο συγγραφέας.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιουργεί σε κενό. Τα μοντέλα εκπαιδεύονται σε τεράστιες συλλογές ανθρώπινων κειμένων, αναπαράγοντας —και συχνά ενισχύοντας— υπάρχουσες προκαταλήψεις, αισθητικές νόρμες και γλωσσικά μοτίβα. Αυτό σημαίνει ότι η «δημιουργικότητά» τους είναι, σε μεγάλο βαθμό, αυτοσχεδιασμός πάνω στο ήδη υπάρχον, όπως γνωρίζουμε.

Γι’αυτό και ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ταυτόχρονα ερευνά κατά πόσο η διάδοση αυτών των τεχνολογιών επηρεάζει τον τρόπο που γράφουμε και διαβάζουμε. Συμπεραίνει ότι η γραφή γίνεται πιο αυτοματοποιημένη, η επικοινωνία πιο άμεση, αλλά και πιο ομοιογενής. «Η ποίηση —παραδοσιακά ένας χώρος αντίστασης στην τυποποίηση— βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με μια νέα μορφή κανονικοποίησης, γράφει» ο συγγραφέας. Και αυτό σίγουρα αφορά τη λογοτεχνία στο σύνολο της αλλά και τον χώρο των τεχνών όπως έχουν διαπιστώσει κι άλλοι διανοητές, προσπαθώντας να αναλύσουν την υπάρχουσα κατάσταση αλλά και να προβλέψουν πως θα διαμορφωθεί η γλώσσα, άρα και η σκέψη μας από εδώ και στο εξής.

Ο συγγραφέας του βιβλίου Τιερί Πουαμπό (Thierry Poibeau), είναι Διευθυντής Έρευνας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) του Παρισιού και επικεφαλής του εργαστηρίου LaTTiCE στο Παρίσι της Γαλλίας.

Είναι μέλος του PRAIRIE-PSAI (Ινστιτούτο Έρευνας Τεχνητής Νοημοσύνης του Παρισιού – Σχολή Τεχνητής Νοημοσύνης του Παρισιού) και συνεργαζόμενος λέκτορας στο Τμήμα Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας (DTAL) του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.