Ο συνιδρυτής της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς, προειδοποιεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ανατρέψει εργασία, εκπαίδευση, υγεία και κοινωνικές σχέσεις ταχύτερα από οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογική επανάσταση, και προτείνει Human Reserved επαγγέλματα, φορολόγηση ρομπότ και AI tokens, καθώς και έναν νέο διεθνή μηχανισμό εποπτείας, όπως έγραψε σε εκτενέστατο δοκίμιό του την Τετάρτη, περίληψη του οποίου δημοσιεύουν οι Financial Times.

Ads

Ο Γκέιτς θεωρεί λοιπόν ότι η ανθρωπότητα έχει ήδη περάσει το κατώφλι μιας εποχής που θα είναι από τις πιο ταραχώδεις στην ιστορία της.

Ads

Σε αυτό το νέο δοκίμιό του για την τεχνητή νοημοσύνη, δεν αμφισβητεί τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας – αντιθέτως, υποστηρίζει ότι μπορεί να μεταμορφώσει την υγεία, την εκπαίδευση, την επιστήμη, τη γεωργία και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Ads

Η βασική του προειδοποίηση είναι άλλη – ότι ο κόσμος δεν προετοιμάζεται όσο γρήγορα πρέπει για το κοινωνικό και οικονομικό σοκ που θα συνοδεύσει αυτή τη μετάβαση.

Ads

Κατά τον Γκέιτς, η ΑΙ μπορεί να εξελιχθεί είτε στον «μεγαλύτερο εξισωτή που επινοήθηκε ποτέ» είτε στη χειρότερη μηχανή παραγωγής ανισότητας. Και το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που λαμβάνονται τώρα.

Διαβάστε επίσης: Κώστας Γαβρόγλου στο tvxs / Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα οδηγήσουν μάζες πληθυσμού σε ακραία αποκοινωνικοποίηση

Τι κρατούν οι Financial Times: «Human Reserved» δουλειές και πολύ μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση

Οι Financial Times εστιάζουν κυρίως στη ριζοσπαστικότερη πολιτική πρόταση του Γκέιτς – την ιδέα ότι ορισμένες δουλειές πρέπει συνειδητά να προστατευθούν από την αυτοματοποίηση και να παραμείνουν αποκλειστικά ανθρώπινες.

Ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο Human Reserved, παραπέμποντας στα φυσικά καταφύγια.

Όπως εξηγεί, υπάρχουν περιοχές όπου τεχνικά θα μπορούσαν να χτιστούν δρόμοι και κτίρια, αλλά η κοινωνία επιλέγει να μην το κάνει επειδή το κόστος της απώλειας θα ήταν μεγαλύτερο.

Με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να υπάρξουν επαγγέλματα ή καθήκοντα στα οποία η ανθρώπινη παρουσία θα διατηρείται όχι επειδή η μηχανή αδυνατεί να τα εκτελέσει, αλλά επειδή δεν θα θέλαμε να τα εκτελεί.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστικό – μια μηχανή θα μπορούσε τεχνικά να ανακοινώσει σε έναν ασθενή ότι πάσχει από ανίατη νόσο. «Δεν υπάρχει τεχνικός λόγος να μην μπορεί. Κι όμως, δεν θα έπρεπε», γράφει.

Ο Γκέιτς συνδέει την ιδέα αυτή και με την προστασία εργαζομένων που δύσκολα μπορούν να αλλάξουν επάγγελμα. Δεν θεωρεί ρεαλιστικό, για παράδειγμα, να ζητηθεί από έναν 55χρονο που εργάζεται δεκαετίες στις κατασκευές να μετατραπεί ξαφνικά σε φροντιστή ηλικιωμένων επειδή ένα ρομπότ πήρε τη δουλειά του.

Οι FT δίνουν ιδιαίτερη έμφαση και στη διαπίστωσή του ότι «πολλές δουλειές θα εξαφανιστούν για πάντα».

Ο Γκέιτς θεωρεί ότι οι σημερινές κυβερνήσεις δεν έχουν ούτε τις δομές ούτε τον σχεδιασμό για να αντιμετωπίσουν μια τεχνολογία που επηρεάζει ταυτόχρονα εργασία, φορολογία, εκπαίδευση, εθνική ασφάλεια, ενέργεια, εκλογές, χρηματοπιστωτικό σύστημα και δημόσια υγεία.

Για αυτό ζητά μια αναδιοργάνωση κρατικών θεσμών ακόμη μεγαλύτερη από εκείνη που ακολούθησε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και έναν νέο διεθνή μηχανισμό συνεργασίας στον οποίο θα πρέπει να συμμετέχουν ακόμη και ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Εξίσου σημαντική είναι η πρότασή του για φορολόγηση των ρομπότ και των AI tokens, δηλαδή των μονάδων υπολογιστικής εργασίας που καταναλώνουν τα μοντέλα.

Η σημερινή φορολογία, σημειώνει, επιβαρύνει την πρόσληψη ανθρώπου μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, ενώ η αγορά ενός ρομπότ συχνά αντιμετωπίζεται ως εκπιπτόμενη επιχειρηματική δαπάνη. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος, άθελά του, επιδοτεί την αντικατάσταση της εργασίας από μηχανές.

Τα έσοδα από μια τέτοια φορολογία, κατά τον Γκέιτς, θα μπορούσαν να χρηματοδοτούν επανεκπαίδευση, ισχυρότερα δίχτυα κοινωνικής προστασίας και στήριξη περιοχών όπου η απώλεια θέσεων εργασίας θα είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη.

Τι λέει συνολικά ο Γκέιτς στο νέο δοκίμιο

Διαβάζοντάς το, κι ας είναι τεράστιο (6.000 λέξεις), καταλαβαίνει κανείς πως ο πυρήνας του κειμένου του έγκειται στο ότι αυτή η τεχνολογική μετάβαση διαφέρει ουσιαστικά από όλες τις προηγούμενες.

Ο προσωπικός υπολογιστής χρειάστηκε δεκαετίες για να αλλάξει την εργασία, επειδή έπρεπε να φθηνύνει, να αναπτυχθεί λογισμικό και να εκπαιδευτούν οι άνθρωποι.

Η ΑΙ, αντίθετα, λειτουργεί ήδη στις συσκευές που χρησιμοποιούμε και επικοινωνεί σε φυσική γλώσσα. Δεν χρειάζεται να προσαρμοστούμε εμείς σε εκείνη – προσαρμόζεται εκείνη σε εμάς.

Αυτό σημαίνει, κατά τον Γκέιτς, ότι η «μεγάλη αναστάτωση» θα έρθει μέσα σε μία δεκαετία και όχι σε διάστημα πολλών γενεών.

Οι τρεις μεγάλοι κίνδυνοι

Ο πρώτος είναι η εργασία, τονίζει ο Γκέιτς.

Οι πρώτες πιέσεις φαίνονται ήδη σε θέσεις εισαγωγικού και μεσαίου επιπέδου διεκπεραίωσης, ιδιαίτερα σε customer support, πωλήσεις, προγραμματισμό και νομική υποστήριξη.

Με τον χρόνο, όμως, η ΑΙ θα μπορεί να αξιολογεί αιτήσεις δανείων, να αναλύει δεδομένα και ακόμη να κάνει αρχική διαλογή ασθενών.

Η επόμενη φάση θα έρθει με τα ρομπότ.

Ο Γκέιτς εκτιμά ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας «έξυπνα» ρομπότ θα αρχίσουν να ανταγωνίζονται ανθρώπους σε χειρωνακτικές εργασίες, από τις κατασκευές μέχρι τη φιλοξενία.

Το βασικό οικονομικό πρόβλημα είναι ότι μόλις μία επιχείρηση υιοθετήσει φθηνότερη αυτοματοποίηση, οι ανταγωνιστές της θα πιεστούν να κάνουν το ίδιο. Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος που μπορεί να συμπιέσει ταχύτατα τη ζήτηση για ανθρώπινη εργασία.

Ο δεύτερος μεγάλος κίνδυνος αφορά την ενίσχυση της δυνατότητας πρόκλησης βλάβης.

Η ΑΙ μπορεί να κάνει απάτες, deepfakes και κυβερνοεπιθέσεις πολύ φθηνότερες και αποτελεσματικότερες, δίνοντας ακόμη και σε άτομα χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις δυνατότητες που μέχρι σήμερα απαιτούσαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση.

Νοσοκομεία, τράπεζες, δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρικής ενέργειας ή συστήματα κοινωνικών παροχών θα μπορούσαν να γίνουν ευκολότεροι στόχοι.

Ακόμη πιο ανησυχητική θεωρεί τη βιοτρομοκρατία, καθώς η ίδια τεχνολογία που μπορεί να επιταχύνει την ανακάλυψη εμβολίων και φαρμάκων μπορεί επίσης να διευκολύνει τον σχεδιασμό επικίνδυνων παθογόνων.

Και προχωρά ένα βήμα παραπέρα – μελλοντικά, γράφει, δεν αποκλείεται τα ίδια τα συστήματα ΑΙ να αρχίσουν να ενεργούν με τρόπους αντίθετους προς τα ανθρώπινα συμφέροντα, δημιουργώντας πρόβλημα ελέγχου.

Ο τρίτος κίνδυνος αφορά τα παιδιά, την κοινωνικοποίηση και την κριτική σκέψη.

Ο Γκέιτς χρησιμοποιεί εδώ το προσωπικό του παράδειγμα – ως παιδί είχε περιορισμένο κοινωνικό κύκλο και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να μάθει να σχετίζεται με διαφορετικούς ανθρώπους.

Πιστεύει ότι αν είχε τότε έναν πάντα διαθέσιμο, υπομονετικό και απολύτως συγκαταβατικό AI companion, ίσως να μην είχε αναπτύξει τις ίδιες δεξιότητες.

Η ανησυχία του είναι ότι τέτοιοι ψηφιακοί σύντροφοι μπορούν να εξελιχθούν σε ένα «προστατευμένο θερμοκήπιο» που απαλλάσσει τα παιδιά από τις μικρές κοινωνικές δυσκολίες μέσα από τις οποίες χτίζεται η ανθεκτικότητα.

Παράλληλα, επικαλείται πρώιμες ενδείξεις ότι η έντονη χρήση ΑΙ μπορεί να συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα κριτικής σκέψης – κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο σε μια εποχή εξατομικευμένης παραπληροφόρησης.


Γιατί, παρ’ όλα αυτά, παραμένει αισιόδοξος

Το δοκίμιο δεν είναι τεχνοφοβικό. Αντίθετα, ο Γκέιτς θεωρεί ότι η θετική πλευρά της ΑΙ μπορεί να είναι τεράστια.

Στην υγεία, μπορεί να βοηθήσει στην ταχύτερη διάγνωση, να στηρίξει γιατρούς σε νοσοκομεία χωρίς ειδικούς και να βοηθήσει τους ασθενείς να κατανοούν εξετάσεις και θεραπευτικά σχήματα.

Στη γεωργία, ιδιαίτερα στις φτωχότερες χώρες, μπορεί να δώσει σε μικρούς αγρότες καλύτερες προβλέψεις καιρού, συμβουλές για σπόρους, ασθένειες, έδαφος και παραγωγή, προσφέροντάς τους πρόσβαση σε γνώση που σήμερα διαθέτουν κυρίως οι πλουσιότεροι παραγωγοί.

Στις δημόσιες υπηρεσίες, μπορεί να απλοποιήσει τη γραφειοκρατία και να βοηθήσει πολίτες να αποκτούν πρόσβαση σε υγειονομική κάλυψη, οικονομική βοήθεια και κοινωνικά προγράμματα.

Στην εκπαίδευση, μπορεί να απελευθερώσει χρόνο για τους εκπαιδευτικούς και να δημιουργήσει εξατομικευμένη μάθηση, αρκεί να μην αφαιρεί από τον μαθητή αυτό που ο Γκέιτς αποκαλεί «παραγωγική δυσκολία» – τη διανοητική προσπάθεια που πραγματικά χτίζει γνώση.

Και στην επιστήμη, θεωρεί ότι η ΑΙ μπορεί να επιταχύνει δραματικά την έρευνα σε καρκίνο, καθαρή ενέργεια, κλιματική αλλαγή και νέες θεραπείες, επειδή μπορεί να συνθέτει γνώσεις από τεράστιους όγκους επιστημονικής βιβλιογραφίας και να εντοπίζει μοτίβα που ξεφεύγουν από τον άνθρωπο.

«Ο κόσμος χρειάζεται σχέδιο»

Το τελικό μήνυμα του Γκέιτς είναι ουσιαστικά πολιτικό – οι εταιρείες ΑΙ δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποφασίσουν μόνες τους πώς θα οργανωθεί η νέα εποχή.

Ζητά δημόσια, δημοκρατική διαδικασία στην οποία θα συμμετέχουν κυβερνήσεις, εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί, επαγγελματίες υγείας, νέοι, τοπικές κοινότητες, θρησκευτικοί ηγέτες και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Οι τέσσερις ερωτήσεις που θέτει στο τέλος συνοψίζουν όλο το δοκίμιο: πώς θα φτάσουν τα οφέλη της ΑΙ και σε όσους δεν έχουν ήδη πλούτο και επιρροή, πώς θα προστατευθούν εργαζόμενοι και κοινότητες από την εκτόπιση, πώς πρέπει να αλλάξουν οι δημόσιοι θεσμοί και – ίσως το βαθύτερο ερώτημα – πώς θα διατηρηθεί η ανθρώπινη διάσταση σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές θα μπορούν να μας ξεπερνούν διανοητικά.

Για τον Γκέιτς, λοιπόν, το δίλημμα δεν είναι πλέον αν η ΑΙ θα μεταμορφώσει τον κόσμο. Αυτό το θεωρεί δεδομένο.

Το ερώτημα είναι ποιος θα αποφασίσει τους όρους της μεταμόρφωσης – και αν οι κοινωνίες θα προλάβουν να το κάνουν πριν τους επιβληθούν από την ίδια την ταχύτητα της τεχνολογίας.