Σημαντική αλλαγή στον τρόπο διάθεσης της πιο προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης της OpenAI φέρνει η κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς θα έχει τον πρώτο λόγο για το ποιες εταιρείες θα αποκτήσουν πρόσβαση στο νέο μοντέλο της εταιρείας, το GPT-5.6, γνωστό και ως Sol.

Ads

Η απόφαση σηματοδοτεί αισθητή ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε αρχικά υποστηρίξει μια πιο ελεύθερη και περιορισμένης παρέμβασης προσέγγιση απέναντι στον κλάδο.

Ads

Η OpenAI ανακοίνωσε σε ανάρτησή της ότι, σε πρώτη φάση, η αμερικανική κυβέρνηση θα εγκρίνει ποιες εταιρείες θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νέο μοντέλο, έως ότου διαμορφωθεί ένα πιο μόνιμο πλαίσιο συνεργασίας και εποπτείας μεταξύ της κυβέρνησης και των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.

Ads

Η εταιρεία, πάντως, ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί πως αυτή η διαδικασία θα πρέπει να αποτελέσει μόνιμη πρακτική.

Ads

«Δεν πιστεύουμε ότι αυτού του είδους η κυβερνητική διαδικασία πρόσβασης πρέπει να γίνει ο κανόνας μακροπρόθεσμα. Στερεί τα καλύτερα εργαλεία από χρήστες, προγραμματιστές, επιχειρήσεις, ειδικούς στην κυβερνοασφάλεια και διεθνείς συνεργάτες που τα χρειάζονται. Επιλέγουμε αυτή τη λύση μόνο προσωρινά, επειδή θεωρούμε ότι είναι ο ασφαλέστερος δρόμος ώστε το νέο μοντέλο να γίνει ευρύτερα διαθέσιμο τις επόμενες εβδομάδες», αναφέρει η OpenAI.

Σύμφωνα με την εταιρεία, το νέο μοντέλο «Sol» είναι το ισχυρότερο που έχει αναπτύξει μέχρι σήμερα, παρουσιάζοντας σημαντικές βελτιώσεις κυρίως στον προγραμματισμό λογισμικού και στις εφαρμογές κυβερνοασφάλειας.

Στο αρχικό στάδιο, πρόσβαση θα έχουν αποκλειστικά εταιρείες που θα λάβουν την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης, ενώ δεν προβλέπεται διαδικασία μέσω της οποίας μεμονωμένοι χρήστες θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νέο μοντέλο.

Ο Λευκός Οίκος δεν σχολίασε άμεσα την απόφαση, όπως τόνισε η Washington Post.


Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο ΑΙ έχει αλλάξει αισθητά

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία, είχε δεσμευθεί ότι θα μειώσει τους περιορισμούς για τις εταιρείες τεχνολογίας, έχοντας τη στήριξη στελεχών και επενδυτών που θεωρούσαν πως η κυβέρνηση Μπάιντεν επέβαλλε υπερβολικά αυστηρούς κανόνες στην ανάπτυξη της AI.

Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα η Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει πιο ενεργό ρόλο στην εποπτεία του κλάδου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η εταιρεία Anthropic, δημιουργός του chatbot Claude.

Όταν ανέπτυξε μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης ικανό να εντοπίζει αδυναμίες σε κρίσιμα λογισμικά, η αμερικανική κυβέρνηση συνεργάστηκε με την εταιρεία προκειμένου να καθοριστεί ποιες επιχειρήσεις και ποιες χώρες θα είχαν πρόσβαση στη συγκεκριμένη τεχνολογία.

Παράλληλα, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές ορισμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic, όταν διαπιστώθηκε ότι είχε παραχωρήσει πρόσβαση σε νοτιοκορεατική εταιρεία τηλεπικοινωνιών, η οποία θεωρείται ύποπτη για διασυνδέσεις με την Κίνα.

Ο πρώην σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ για θέματα τεχνητής νοημοσύνης, Ντιν Μπολ, σχολίασε την εξέλιξη, γράφοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες, η αμερικανική πολιτική για την τεχνητή νοημοσύνη πέρασε από μια σχεδόν ακραία φιλελεύθερη προσέγγιση σε ένα ολοένα πιο αυστηρό και αδιαφανές καθεστώς ελέγχου».

Ο ίδιος έχει ανακοινώσει ότι τον επόμενο μήνα θα ενταχθεί στην OpenAI, όπου θα ασχοληθεί με ζητήματα δημόσιας πολιτικής γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.