Στους Παγκόσμιους Αγώνες Ανθρωποειδών Ρομπότ στο Πεκίνο, ένα ρομπότ κατάφερε να καλύψει την απόσταση των 100 μέτρων σε μόλις 8,64 δευτερόλεπτα, επίδοση ταχύτερη από το παγκόσμιο ρεκόρ των 9,58 δευτερολέπτων που κατέχει ο Τζαμαϊκανός σπρίντερ Γιουσέιν Μπολτ.

Ads

Την ώρα που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφορούσαν εικόνες με ρομπότ να παραπατούν, να χάνουν την ισορροπία τους και να καταλήγουν θεαματικά στο έδαφος, πίσω από το θέαμα κρύβεται μια εξέλιξη με πολύ μεγαλύτερες προεκτάσεις.

Ads

Μόλις δύο ημέρες μετά την ολοκλήρωση των αγώνων, ο στρατός της Κίνας (PLA) κάλεσε τους ερευνητές να επιταχύνουν τη μεταφορά της συγκεκριμένης τεχνολογίας από τα εργαστήρια στα στρατιωτικά πεδία εκπαίδευσης. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο την επίδειξη τεχνολογικών δυνατοτήτων, αλλά και τη μελλοντική αξιοποίησή τους σε στρατιωτικές εφαρμογές.

Ads

Για το ευρύ κοινό, τα ανθρωποειδή ρομπότ συχνά μοιάζουν ακόμη με αδέξιες μηχανές βγαλμένες από ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι τόσο το υλικό όσο και το λογισμικό τους εξελίσσονται με εντυπωσιακή ταχύτητα.

Ads

Και η πραγματική σημασία της επίδοσης στο Πεκίνο δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι ένα ρομπότ μπορεί να τρέξει ταχύτερα από έναν άνθρωπο. Βρίσκεται στην ικανότητα να συνδυαστούν σε ένα ενιαίο σύστημα κινητήρες, αισθητήρες, λογισμικό ελέγχου, υποδομές δοκιμών και βιομηχανική παραγωγή.

Το μεγάλο άλμα βρίσκεται στο λογισμικό

Ένα ανθρωποειδές που επιχειρεί να κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα δεν εκτελεί απλώς μια προκαθορισμένη σειρά κινήσεων.

Για δεκαετίες, τα βασικά εμπόδια στην ανάπτυξη ανθρωποειδών ρομπότ ήταν κυρίως μηχανικά: οι ενεργοποιητές, οι αισθητήρες, η διαχείριση της ισορροπίας και η δυνατότητα ελεγχόμενης κίνησης σε δύο πόδια.

Σήμερα, σημαντικό μέρος αυτών των προβλημάτων έχει αντιμετωπιστεί. Ελαφριά υλικά, όπως ανθρακονήματα και αλουμίνιο, περιορίζουν το βάρος και την αδράνεια, ενώ οι σύγχρονοι ενεργοποιητές προσφέρουν υψηλή ροπή, επιτρέποντας στα ρομπότ να συνδυάζουν δύναμη και ευελιξία.

Ωστόσο, η σημαντικότερη πρόοδος βρίσκεται πλέον στο λογισμικό.

Τα σύγχρονα ρομπότ μπορούν να εκπαιδεύονται αρχικά σε εικονικά περιβάλλοντα, πραγματοποιώντας εκατομμύρια δοκιμές και διορθώνοντας τη συμπεριφορά τους μέσω ενισχυτικής μάθησης, πριν καν πραγματοποιήσουν τα πρώτα τους βήματα στον κόσμο.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να μάθουν να ανακτούν την ισορροπία τους μετά από ένα παραπάτημα, να προσαρμόζουν την κίνησή τους σε ανώμαλο έδαφος και να ανταποκρίνονται σε απρόβλεπτες καταστάσεις σε πραγματικό χρόνο.

Η εξέλιξη αυτή μειώνει γρήγορα την απόσταση ανάμεσα στο ελεγχόμενο περιβάλλον ενός εργαστηρίου και την πολυπλοκότητα του πραγματικού κόσμου.

Ερπύστριες ή πόδια;

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα εύλογο ερώτημα: γιατί ένας στρατός να επενδύσει σε ένα σύνθετο και ακριβό ανθρωποειδές ρομπότ, όταν μπορεί να χρησιμοποιήσει πολύ φθηνότερα τροχοφόρα ή ερπυστριοφόρα συστήματα;

Σε ένα ανοιχτό πεδίο μάχης, τα τροχοφόρα και ερπυστριοφόρα ρομπότ έχουν σαφή πλεονεκτήματα. Μπορούν να μεταφέρουν μεγαλύτερα φορτία, να διαθέτουν ισχυρότερη προστασία και να καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια.

Τα πράγματα αλλάζουν σε ένα αστικό περιβάλλον.

Οι πόλεις έχουν σχεδιαστεί για ανθρώπους. Σκάλες, πόρτες, στενοί διάδρομοι, κλιμακοστάσια και οχήματα είναι όλα κατασκευασμένα με βάση τις ανθρώπινες διαστάσεις και κινήσεις.

Ένα ερπυστριοφόρο ρομπότ μπορεί να κινηθεί αποτελεσματικά σε έναν δρόμο ή σε σχετικά ομαλό έδαφος, αλλά δυσκολεύεται σημαντικά όταν πρέπει να ανέβει μια σκάλα, να ανοίξει μια πόρτα, να κινηθεί μέσα σε ένα κατεστραμμένο κτίριο ή να χειριστεί αντικείμενα που έχουν σχεδιαστεί για ανθρώπινα χέρια.

Εδώ βρίσκεται το βασικό πλεονέκτημα των ανθρωποειδών γιατί μπορούν δυνητικά να λειτουργήσουν ως «αντικαταστάτες» ανθρώπων σε χώρους που έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για ανθρώπινη παρουσία.

Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χρησιμοποιηθεί σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, σε επικίνδυνα κτίρια ή σε περιβάλλοντα όπου η παρουσία ανθρώπων θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή τους.

Αυτό είναι και το σημείο όπου η τεχνολογία αποκτά ιδιαίτερη ηθική διάσταση.

Η τεχνολογία διπλής χρήσης

Η ίδια τεχνολογία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάσωση ανθρώπων μπορεί να αποκτήσει και στρατιωτική χρήση.

Η σύγχρονη ανάπτυξη της ανθρωποειδούς ρομποτικής έχει, άλλωστε, σημαντικές ρίζες σε προγράμματα που σχεδιάστηκαν για αποστολές σε επικίνδυνα περιβάλλοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το DARPA Robotics Challenge, το οποίο επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη ρομπότ ικανών να επιχειρούν σε περιοχές καταστροφών, όπως εκείνες που επηρεάστηκαν από το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα.

Το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιες βασικές ικανότητες μπορούν να αξιοποιηθούν για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς.

Η δυνατότητα ενός ρομπότ να εισέλθει σε ένα κατεστραμμένο κτίριο, να ανοίξει μια πόρτα, να εντοπίσει έναν άνθρωπο και να μεταφέρει ένα θύμα σε ασφαλές σημείο μπορεί να είναι ανεκτίμητη σε μια επιχείρηση διάσωσης. Οι ίδιες δυνατότητες μπορούν, όμως, να αξιοποιηθούν και σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα της τεχνολογίας διπλής χρήσης γιατί η τεχνολογία από μόνη της δεν καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί.

Από το εργαστήριο στο πεδίο

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής εξέλιξης είναι η ταχύτητα με την οποία η ρομποτική γίνεται προσβάσιμη.

Σε αντίθεση με τεχνολογίες όπως τα πυρηνικά όπλα ή τα αεροσκάφη stealth, μεγάλο μέρος της σύγχρονης ρομποτικής βασίζεται σε εργαλεία ανοιχτού κώδικα, δημόσια διαθέσιμα λογισμικά και κοινότητες ερευνητών που μοιράζονται τεχνογνωσία και δεδομένα.

Εργαλεία προσομοίωσης, πλατφόρμες όπως το ROS και μεγάλα σύνολα δεδομένων εκπαίδευσης, επιτρέπουν σε ερευνητές και εταιρείες να αναπτύσσουν νέες δυνατότητες με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι στο παρελθόν.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά ολοένα δυσκολότερο τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα, την εμπορική καινοτομία και τη στρατιωτική τεχνολογία.

Τα ανθρωποειδή ρομπότ δεν αποτελούν πλέον απλώς ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό πείραμα. Η δυνατότητά τους να αντιλαμβάνονται το περιβάλλον, να μαθαίνουν, να κινούνται αυτόνομα και να χειρίζονται αντικείμενα δημιουργεί ένα νέο πεδίο εφαρμογών, αλλά και νέους κινδύνους.

Η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο να κατασκευάσουμε ρομπότ που μπορούν να τρέχουν, να περπατούν και να μαθαίνουν. Είναι να αποφασίσουμε πού, πώς και υπό ποιους κανόνες θα επιτρέψουμε να χρησιμοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες.

Η εικόνα ενός ανθρωποειδούς που τρέχει τα 100 μέτρα μπορεί να μοιάζει με επίδειξη τεχνολογίας. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί ένα μικρό παράθυρο σε έναν κόσμο όπου η ρομποτική περνά σταδιακά από το εργαστήριο στην καθημερινότητα  και ενδεχομένως στο μέλλον ακόμη και στο πεδίο της μάχης.