Χρήσιμες πληροφορίες γύρω από τον Αείλανθο, δέντρο που είναι γνωστό ως βρωμοκαυδιά και το οποίο τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί στην Αττική αλλά και άλλες πόλεις και απειλεί το αστικό πράσινο, δημοσιεύει η οργάνωση «Πεδίον Του Άρεως – Το Πάρκο μας».

Ads

Αν και αρχικά εισήχθη ως καλλωπιστικό είδος, σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο επιθετικά «χωροκατακτητικά» φυτά στην Ευρώπη, απειλώντας πάρκα και αρχαιολογικούς χώρους.

Ads

Η οργάνωση απευθύνθηκε σε δύο κορυφαίους πανεπιστημιακούς:

Ads

– τον δρ. Ιωάννη Μπαζό, Επίκουρο Καθηγητή στον Τομέα Οικολογίας και Ταξινομικής του ΕΚΠΑ,

Ads

– και την καθηγήτρια Μαρία Παπαφωτίου, Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ανθοκομίας και Αρχιτεκτονικής Τοπίου στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μέσα από τις τοποθετήσεις τους, φωτίζονται πτυχές του φαινομένου που απουσιάζουν συνήθως από τη δημόσια συζήτηση: η έλλειψη σχεδιασμού, οι εργολαβίες συντήρησης, οι απουσίες θεσμικής αντίδρασης και — πάνω απ’ όλα — ο κίνδυνος να θεωρηθεί «πράσινο» αυτό που απειλεί τη βιοποικιλότητα και τη φυσιογνωμία των αστικών χώρων πρασίνου.

Αείλανθος: Το είδους του δέντρου, η παρουσία στο αστικό περιβάλλον και τα αρνητικά

«Ο Αείλανθος είναι δίοικο είδος, δηλαδή κάθε δέντρο είναι είτε αρσενικό είτε θηλυκό. Τα θηλυκά δέντρα έχουν εντυπωσιακή ικανότητα παραγωγής σπερμάτων — η βιβλιογραφία αναφέρει ακόμη και 100.000 σπέρματα ανά άτομο ετησίως. Κάθε σπέρμα έχει πτερύγιο, που επιτρέπει την αποτελεσματική διασπορά του με τον άνεμο σε μεγάλες αποστάσεις. Έτσι εξηγείται γιατί φυτρώνει παντού — ακόμη και σε γλάστρες, σε αυλές, σε πεζοδρόμια», αναφέρει αρχικά ο δρ. Μπαζός.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, αναφέρει πως «στο αστικό περιβάλλον, όπου συχνά καλλιεργούνται ξενικά και όχι ιδιαίτερα ανταγωνιστικά είδη, ο Αείλανθος βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Επιπλέον, το ριζικό του σύστημα εκκρίνει ουσίες που εμποδίζουν την εγκατάσταση άλλων φυτών. Για αυτό, μάλιστα, υπάρχουν και σκευάσματα στο εμπόριο που χρησιμοποιούν εκχυλίσματα αείλανθου για τη βιολογική καταπολέμηση ανεπιθύμητης βλάστησης».

«Εμποδίζει την εγκατάσταση άλλων φυτών τόσο χημικά όσο και μηχανικά — με τη σκίαση που προκαλεί λόγω του μεγάλου του ύψους και των μεγάλων φύλλων του. Η εγκατάστασή του οδηγεί σε μονοκαλλιέργεια», εξηγεί ακόμη.

Όσο για την Αθήνα και για το εάν υπάρχει ανησυχία, τονίζει τα εξής: «Η ανησυχία προκύπτει κυρίως από την έλλειψη φροντίδας. Δεν υπάρχουν επαρκείς κηπουροί, ούτε συστηματική διαχείριση. Αν πάτε σε δημόσιους χώρους, όπως το παρκάκι στον Ευαγγελισμό, μπορεί να δείτε εκατοντάδες νεαρά φυτά αείλανθου να φυτρώνουν. Αν δεν απομακρυνθούν έγκαιρα, είναι πιθανό να κυριαρχήσουν πλήρως στον χώρο».

Όσον αφορά στον τρόπο αντιμετώπισης, ο επίκουρος καθηγητής στον Τομέα Οικολογίας και Ταξινομικής του ΕΚΠΑ, επεσήμανε ότι «σε πρώτη φάση, πρέπει να απομακρύνονται συστηματικά τα νεαρά φυτά, ιδίως αυτά που έχουν φυτρώσει πρόσφατα. Όσο είναι μικρά, η απομάκρυνσή τους είναι εύκολη. Για τα μεγαλύτερα, η απομάκρυνση πρέπει να γίνεται σταδιακά και με αντικατάσταση από άλλα είδη — δεν μπορούμε να αποψιλώσουμε έναν χώρο απότομα».

Αείλανθος: Το χωροκατακτητικό δέντρο, η έλλειψη συντήρησης των χώρων πρασίνου και ο τρόπος αντιμετώπισης

Με τη σειρά της, η καθηγήτρια Μαρία Παπαφωτίου, Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ανθοκομίας & Αρχιτεκτονικής Τοπίου, Διευθύντρια του ΠΜΣ Αρχιτεκτονικής Τοπίου, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μιλώντας στην οργάνωση, σχετικά με την εξάπλωση των «χωροκατακτητικών» φυτών, υπογραμμίζει πως «το σημαντικότερο στοιχείο που επιτρέπει την ανεξέλεγκτη εξάπλωσή τους, ακόμη και σε περιοχές όπου είναι ανεπιθύμητα – αν όχι και επιζήμια, όπως σε αρχαιολογικούς χώρους ή αρχαίες τοιχοποιίες – είναι η έλλειψη επιμελούς συντήρησης των χώρων πρασίνου στη χώρα μας. Το φαινόμενο είναι γενικευμένο. Δεν υπάρχει συστηματική παρακολούθηση. Πλέον όλες οι εργασίες δίνονται με αναθέσεις…».

«Οι εργασίες συντήρησης γίνονται πλέον μέσω εργολαβιών. Στις σχετικές συμβάσεις θα έπρεπε να περιλαμβάνεται ρητά και με σαφές χρονοδιάγραμμα η αφαίρεση ή ο έλεγχος των χωροκατακτητικών ειδών, όπως ο αείλανθος – τα λεγόμενα φυτά-εισβολείς. Περιστασιακοί εργάτες που εργάζονται σε αυτές τις εταιρείες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τον ρόλο ενός σωστά εκπαιδευμένου και εξειδικευμένου κηπουρού, που γνωρίζει τον χώρο και μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα. Η έλλειψη επιμελούς συντήρησης είναι ο πρώτος κρίσιμος παράγοντας» προσθέτει η ίδια.

Όσο για τον τρόπο αντιμετώπισης, η κ. Παπαφωτίου αναφέρει τα εξής:

Θα πρέπει να αφαιρείται όταν είναι ακόμη μικρός, και να αφαιρείται μαζί με το ριζικό του σύστημα. Αν έχει μεγαλώσει, χρειάζονται ιδιαίτερες επεμβάσεις, όπως η κοπή και η τοπική έκχυση ειδικού ζιζανιοκτόνου. Πρέπει να προλαμβάνεται, να ξεριζώνεται εγκαίρως.