Η απότομη απώλεια θαλάσσιου πάγου στην Ανταρκτική αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και ταυτόχρονα πιο αινιγματικά φαινόμενα που έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη κλιματική ιστορία.

Ads

Για δεκαετίες, η παγοκάλυψη γύρω από την παγωμένη ήπειρο παρέμενε σχετικά σταθερή.

Ads

Όμως από το 2015 και μετά, κάτι άλλαξε απότομα, καθώς ο θαλάσσιος πάγος άρχισε να συρρικνώνεται με ρυθμό που αιφνιδίασε τους επιστήμονες.

Ads

Νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε προ ημερών στο περιοδικό Science Advances, δείχνει ότι η αρχική αιτία ήταν οι ισχυροί άνεμοι γύρω από την Ανταρκτική, οι οποίοι διατάραξαν τα φυσικά στρώματα του Νότιου Ωκεανού.

Ads

Το ψυχρό και σχετικά γλυκό νερό της επιφάνειας αντικαταστάθηκε σταδιακά από θερμότερο και πιο αλμυρό νερό από τα βαθύτερα στρώματα, προκαλώντας την πρώτη φάση τήξης.

Στη συνέχεια, το ίδιο το λιώσιμο επιτάχυνε την κρίση. Καθώς ο λευκός θαλάσσιος πάγος μειωνόταν, αντανακλούσε λιγότερη ηλιακή ακτινοβολία πίσω στο διάστημα. Έτσι, ο ωκεανός απορροφούσε περισσότερη θερμότητα, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την απώλεια πάγου.

Οι ερευνητές εντόπισαν τρεις βασικές φάσεις στη συρρίκνωση του θαλάσσιου πάγου της Ανταρκτικής από το 2013 έως το 2023.

Τον Φεβρουάριο του 2023 η έκταση του πάγου έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από τότε που υπάρχουν καταγραφές, ενώ τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, στο αποκορύφωμα του χειμώνα, η Ανταρκτική έχανε μια περιοχή πάγου μεγαλύτερη από τη Δυτική Ευρώπη.

Έκτοτε, η ήπειρος δεν έχει ανακάμψει. Το 2024 ο θαλάσσιος πάγος παρέμεινε κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ και το 2025, αλλά και στις αρχές του 2026, η έκτασή του συνέχισε να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της περιόδου 1981-2010.

«Το σύστημα συμπεριφέρεται πλέον με διαφορετικό τρόπο. Είναι προφανές ότι κάτι έχει αλλάξει», δήλωσε ο Αντίτια Ναραγιανάν, φυσικός ωκεανογράφος στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία και στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον στη Βρετανία, και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Για να κατανοήσουν τι προκάλεσε αυτή την αιφνίδια κατάρρευση, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ένα υβριδικό μοντέλο που συνδύαζε δορυφορικά δεδομένα, μετρήσεις από αισθητήρες στον Νότιο Ωκεανό και αριθμητικές προσομοιώσεις, παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνται στα κλιματικά μοντέλα.

Πρώτη φάση: Οι δυτικοί άνεμοι σπρώχνουν τα επιφανειακά νερά προς τον βορρά

Στην πρώτη φάση, από το 2013 έως το 2015, ο θαλάσσιος πάγος φαινομενικά αυξανόταν.

Η επιφάνεια του Νότιου Ωκεανού ήταν ψυχρή και σχετικά χαμηλής αλατότητας. Όμως κάτω από αυτήν υπήρχε ένα βαθύτερο, θερμότερο και πιο αλμυρό στρώμα νερού, το οποίο άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά.

Μέχρι τότε, ένα παχύ στρώμα παγωμένου νερού λειτουργούσε σαν φυσικό φράγμα, προστατεύοντας την επιφάνεια από τα θερμότερα νερά των βαθύτερων στρωμάτων. Όμως το φράγμα αυτό είχε αρχίσει να λεπταίνει ήδη από το 2005.

Ο λόγος ήταν η ενίσχυση των ισχυρών δυτικών ανέμων στο Νότιο Ημισφαίριο, οι οποίοι πνέουν γύρω από την Ανταρκτική. Η τρύπα του όζοντος πάνω από την ήπειρο είχε ενισχύσει τον πολικό στρόβιλο, ο οποίος με τη σειρά του έκανε τους δυτικούς ανέμους ακόμη ισχυρότερους.

Οι άνεμοι αυτοί μετακινούν τα επιφανειακά νερά προς τον βορρά. Για να αντικατασταθούν, ανεβαίνει νερό από βαθύτερα στρώματα. Στην αρχή, η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αύξηση του θαλάσσιου πάγου, επειδή μεταφέρει ψυχρό και γλυκό νερό πιο μακριά από την ακτογραμμή της Ανταρκτικής.

Όμως όταν αυτό συνεχίζεται για χρόνια ή δεκαετίες, αρχίζει η πιο αργή και επικίνδυνη αντίδραση: η θερμότητα που βρίσκεται βαθύτερα στον ωκεανό ανεβαίνει προς την επιφάνεια.


Δεύτερη φάση: Το θερμό νερό ανεβαίνει και ξεκινά το λιώσιμο

Το 2015 οι δυτικοί άνεμοι έγιναν ακόμη ισχυρότεροι. Παρότι η τρύπα του όζοντος είχε αρχίσει να ανακάμπτει, η ανθρωπογενής υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας από τα αέρια του θερμοκηπίου συνέχισε να ενισχύει τους ίδιους ανέμους.

Το μοντέλο έδειξε ότι θερμό και αλμυρό νερό κατάφερε να διαπεράσει το παγωμένο προστατευτικό στρώμα και να φτάσει στην επιφάνεια. Εκεί, οι ισχυροί άνεμοι προκάλεσαν έντονη ανάμειξη των υδάτων.

«Μετά το 2015 βλέπουμε καθαρά ενισχυμένη μεταφορά θερμότητας και αλατιού από τα βαθύτερα στρώματα», εξήγησε ο Ναραγιανάν. «Η μελέτη μας δείχνει ότι ο αρχικός μηχανισμός της απώλειας θαλάσσιου πάγου ήταν αυτή η θερμότητα από κάτω».

Το αλάτι αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τη φυσική στρωμάτωση του Νότιου Ωκεανού. Αυτό επέτρεψε σε περισσότερη θερμότητα και περισσότερο αλμυρό νερό να ανεβαίνουν προς την επιφάνεια, δημιουργώντας έναν μηχανισμό ανατροφοδότησης που επιτάχυνε το λιώσιμο, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ανταρκτική.

Τρίτη φάση: Το λιώσιμο αρχίζει να τροφοδοτεί τον εαυτό του

Μέχρι το 2018, η απώλεια πάγου είχε φτάσει σε σημείο όπου η διαδικασία έγινε αυτοενισχυόμενη.

Ο θαλάσσιος πάγος λειτουργεί σαν καθρέφτης: αντανακλά μεγάλο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας πίσω στο διάστημα. Όταν όμως μειώνεται, ο σκούρος ωκεανός απορροφά περισσότερη θερμότητα, ειδικά το καλοκαίρι.

Αυτή η επιπλέον θερμότητα καθυστερεί τον σχηματισμό νέου πάγου το φθινόπωρο. Όσο πιο αργά σχηματίζεται ο πάγος, τόσο μικρότερη είναι η συνολική του έκταση και τόσο περισσότερη θερμότητα προλαβαίνει να απορροφήσει ο ωκεανός.

Παράλληλα, ο θαλάσσιος πάγος όταν λιώνει το καλοκαίρι τροφοδοτεί τον ωκεανό με γλυκό νερό, βοηθώντας να διατηρείται η επιφάνεια ψυχρή και λιγότερο αλμυρή. Όταν όμως ο πάγος είναι λιγότερος, υπάρχει και λιγότερο γλυκό νερό. Έτσι, η επιφάνεια γίνεται πιο αλμυρή, η κάθετη ανάμειξη των υδάτων συνεχίζεται και η θερμότητα από τα βάθη ανεβαίνει ακόμη πιο εύκολα.

Αυτός ο φαύλος κύκλος οδήγησε στο ιστορικό χαμηλό του 2023.

Μπορεί να ανακάμψει η Ανταρκτική;

Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους επιστήμονες είναι αν η Ανταρκτική έχει περάσει κάποιο σημείο καμπής. Η απάντηση, προς το παρόν, δεν είναι οριστική.

Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να αυξήσει τις βροχοπτώσεις και τις χιονοπτώσεις πάνω από τον Νότιο Ωκεανό, κάτι που θα μπορούσε να φέρει περισσότερο γλυκό νερό στην επιφάνεια και να αντισταθμίσει εν μέρει την επίδραση των δυτικών ανέμων. Το λιώσιμο των παγετώνων και των παγοκαλυμμάτων της Ανταρκτικής θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει ξανά τη στρωμάτωση του ωκεανού.

Ωστόσο, όσο οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίζονται, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι δυτικοί άνεμοι θα παραμένουν ισχυροί και η ατμόσφαιρα θα θερμαίνεται.

«Δεν θα το αποκαλούσα ακόμη κατάρρευση», είπε ο Ναραγιανάν. «Αλλά αυτή τη στιγμή η Ανταρκτική έχει βγει εντελώς από την ισορροπία της και λειτουργεί σαν ένα νέο σύστημα».

Γιατί έχει σημασία για όλο τον πλανήτη

Ο Νότιος Ωκεανός έχει απορροφήσει περίπου το 75% της επιπλέον θερμότητας που έχει συσσωρευθεί στην ατμόσφαιρα τα τελευταία 50 χρόνια. Ο θαλάσσιος πάγος παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Όταν σχηματίζεται πάγος, απελευθερώνει αλάτι στο νερό, δημιουργώντας πυκνά ρεύματα που βυθίζονται και μεταφέρουν θερμότητα και άνθρακα στα βάθη του ωκεανού. Αν ο θαλάσσιος πάγος συνεχίσει να μειώνεται, αυτή η δυνατότητα αποθήκευσης θερμότητας και διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να εξασθενήσει.

Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερη απορρόφηση θερμότητας από τον ωκεανό, περισσότερη υπερθέρμανση στην ατμόσφαιρα και ταχύτερη αποσταθεροποίηση του κλιματικού συστήματος.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο κλίμα. Πολλά είδη εξαρτώνται από τον θαλάσσιο πάγο για την επιβίωσή τους, ανάμεσά τους το κριλ, οι πιγκουίνοι, οι φάλαινες και τα δελφίνια. Η απώλεια πάγου έχει ήδη προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στα οικοσυστήματα της Ανταρκτικής, μεταξύ των οποίων και μαζικούς θανάτους σε αποικίες πιγκουίνων.

Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από την υψηλή έκταση θαλάσσιου πάγου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και του 2010 στα ιστορικά χαμηλά της δεκαετίας του 2020 ως μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες κλιματικές μεταβολές στο γήινο σύστημα.

Και αν η τάση συνεχιστεί, μπορεί να πυροδοτήσει μια αλυσίδα δυσμενών εξελίξεων: μικρότερη αποθήκευση άνθρακα και θερμότητας, ταχύτερη υπερθέρμανση, υποβάθμιση οικοσυστημάτων και έκθεση των παγοκρηπίδων της Ανταρκτικής σε θερμότερα νερά, καθώς ο προστατευτικός θαλάσσιος πάγος εξαφανίζεται.