Σε μια από τις πιο σοβαρές κρίσεις θεσμικής αξιοπιστίας που έχει αντιμετωπίσει το Ηνωμένο Βασίλειο τις τελευταίες δεκαετίες, αποκαλύφθηκε ένα εκτεταμένο σκάνδαλο διαρροής προσωπικών δεδομένων που αφορά σχεδόν 18.700 Αφγανούς πολίτες οι οποίοι συνεργάστηκαν με τον Βρετανικό Στρατό κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής παρουσίας της χώρας στο Αφγανιστάν.
Η υπόθεση, που παρέμενε σιωπηλά θαμμένη από το 2022, ήρθε στο φως χάρη στην άρση μιας εξαιρετικά σπάνιας και αυστηρής δικαστικής εντολής απορρήτου (γνωστής ως super-injunction), η οποία είχε επιβληθεί με σκοπό την απόλυτη φίμωση οποιασδήποτε δημοσιογραφικής ή κοινοβουλευτικής αναφοράς στο περιστατικό.
Το περιστατικό συνέβη όταν, τον Φεβρουάριο του 2022, ένας υπάλληλος του Υπουργείου Άμυνας απέστειλε κατά λάθος ένα υπολογιστικό φύλλο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Το αρχείο περιείχε ονόματα, τοποθεσίες, ρόλους, επικοινωνίες και στοιχεία ταυτότητας Αφγανών πολιτών που είχαν υπηρετήσει ως διερμηνείς, οδηγοί, μεταφραστές ή άλλοι υλικοτεχνικοί συνεργάτες των βρετανικών δυνάμεων.
Η πληροφορία αυτή περιλάμβανε και επαφές με Βρετανούς στρατιωτικούς, αξιωματούχους, ακόμη και μέλη των μυστικών υπηρεσιών και των ειδικών δυνάμεων, καθιστώντας την διαρροή εξαιρετικά ευαίσθητη.
Η παρουσία των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και η εχθρότητά τους προς κάθε συνεργάτη της Δύσης καθιστά τους ανθρώπους αυτούς στόχους άμεσου κινδύνου.
Η αποκάλυψη των στοιχείων τους ισοδυναμεί με ενδεχόμενη θανατική καταδίκη για πολλούς από αυτούς και τις οικογένειές τους.
Σύμφωνα με ειδικούς στην ασφάλεια, η διαρροή αυτή συνιστά όχι μόνο παραβίαση του καθήκοντος προστασίας των συνεργατών, αλλά και σοβαρή απειλή για τη διεθνή αξιοπιστία του Ηνωμένου Βασιλείου ως συμμάχου.

Η συγκάλυψη
Αντί να προχωρήσει σε άμεση ενημέρωση του κοινού ή να εκκινήσει κοινοβουλευτικούς ελέγχους, η τότε κυβέρνηση των Συντηρητικών, υπό την ηγεσία του Μπόρις Τζόνσον και αργότερα του Ρίσι Σουνάκ, επέλεξε να επιβάλει super-injunction.
Η νομική αυτή εντολή δεν απαγορεύει μόνο τη δημοσιοποίηση ενός γεγονότος – όπως μια απλή εντολή περιορισμού πληροφοριών – αλλά και την ίδια την αναφορά στην ύπαρξή της. Δηλαδή, κανείς δεν μπορούσε ούτε να πει ότι υπήρχε απαγόρευση. Αυτού του τύπου η εντολή χρησιμοποιείται σπανιότατα και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως υποθέσεις ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια.
Η δικαιολογία που προέβαλαν οι πρώην Υπουργοί Άμυνας, Μπεν Γουάλας και Γκραντ Σαπς, ήταν ότι η αποκάλυψη της διαρροής θα έθετε περαιτέρω σε κίνδυνο τις ζωές των Αφγανών συνεργατών και θα αποσταθεροποιούσε τις προσπάθειες επανεγκατάστασής τους.
Ωστόσο, η απόφαση αυτή προκάλεσε σφοδρή αντίδραση μόλις ήρθε στο φως, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι η απόκρυψη εξυπηρετούσε πρωτίστως την πολιτική προστασία της κυβέρνησης και τη διατήρηση του αφηγήματος περί επιτυχούς διαχείρισης της αποχώρησης από το Αφγανιστάν.
Η αποκάλυψη τελικά έγινε εφικτή όταν η νέα κυβέρνηση υπό τον Πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ κατήργησε την εντολή απορρήτου.
Ο νέος Υπουργός Άμυνας, Τζον Χίλι, ανέλαβε άμεσα την πολιτική ευθύνη, δηλώνοντας στη Βουλή των Κοινοτήτων: «Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη. Ζητώ ειλικρινή συγγνώμη από τους ανθρώπους των οποίων η ζωή τέθηκε σε κίνδυνο εξαιτίας αυτής της διαρροής. Σήμερα κλείνουμε τη μυστική διαδρομή, αποκαλύπτουμε τη ζημία και διαβεβαιώνουμε ότι η εντολή απορρήτου έχει πλέον αρθεί».
Ο Πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων προς τον Πρωθυπουργό στη Βουλή, δεν μάσησε τα λόγια του: «Η προηγούμενη κυβέρνηση έχει σοβαρές ερωτήσεις να απαντήσει».
Η Ντάουνινγκ Στριτ έκανε σαφές ότι ο ίδιος ο Στάρμερ ένιωσε οργή όταν πληροφορήθηκε το μέγεθος του σκανδάλου και τον τρόπο που αυτό είχε συγκαλυφθεί από τους προκατόχους του.
Σε μια σπάνια κίνηση, η πρώην Υπουργός Εσωτερικών, Σουέλα Μπράβερμαν, ενώ προέρχεται από το ίδιο κόμμα με τους υπεύθυνους της συγκάλυψης, δήλωσε δημόσια την αντίθεσή της στη μυστική μεταφορά των θυμάτων της διαρροής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Χαρακτήρισε την υπόθεση ως «ντροπιαστική προδοσία», τονίζοντας ότι μια τέτοια μεταχείριση των ανθρώπων που ρίσκαραν τη ζωή τους για να βοηθήσουν τις βρετανικές δυνάμεις αποτελεί ηθικό και πολιτικό ατόπημα.
Το οικονομικό κόστος της υπόθεσης είναι επίσης τεράστιο. Υπολογίζεται ότι η μυστική επιχείρηση επανεγκατάστασης των Αφγανών κόστισε στο βρετανικό δημόσιο περισσότερο από 850 εκατομμύρια λίρες.
Το ποσό αυτό δαπανήθηκε χωρίς καμία κοινοβουλευτική εποπτεία, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από βουλευτές όλων των κομμάτων.
Επιπλέον, το κόστος αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά λόγω των εκατοντάδων αγωγών που έχουν ήδη κατατεθεί από θύματα της διαρροής, οι οποίοι διεκδικούν αποζημιώσεις για τις ψυχολογικές και πρακτικές συνέπειες της έκθεσης τους σε κίνδυνο.
Η Βουλή των Κοινοτήτων ήδη προετοιμάζει κοινοβουλευτική έρευνα, με την Επιτροπή Άμυνας να αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο.
Παράλληλα, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν ανεξάρτητη δικαστική έρευνα, υπό την εποπτεία ανώτατου δικαστικού λειτουργού, ώστε να αποσαφηνιστούν με ακρίβεια οι ευθύνες σε όλα τα επίπεδα.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


