Μια σπάνια αρχαιολογική ανακάλυψη έφερε στο φως το Αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων στο Τελ ελ Φαράμα του Βορείου Σινά, αναδεικνύοντας  ένα δίκτυο υδάτινων υποδομών που αναδεικνύει τη σημασία της αρχαίας πόλης του Πηλουσίου και τη στενή της σχέση με τον Νείλο.

Ads

Πρόκειται για ένα κυκλικό οικοδόμημα 2.200 ετών, αφιερωμένο στην ομώνυμη τοπική θεότητα του Πηλούσιου, και το οποίο διαθέτει ένα περίπλοκο σύστημα υδροδότησης.

Η σύνδεση του κτιρίου με τον Νείλο υποδηλώνει ότι το ιερό χρησιμοποιούνταν για την τέλεση τελετουργιών με βάση το νερό.

Από «Βουλευτήριο» σε Ιερό του Πηλουσίου

Η ανασκαφή του ναού ολοκληρώθηκε πρόσφατα, ανατρέποντας όμως τις αρχικές εκτιμήσεις των ειδικών.

Ads

Όταν το 2019 αποκαλύφθηκε το πρώτο τέταρτο της κατασκευής από κόκκινο πλίνθο, οι αρχαιολόγοι υπέθεσαν ότι επρόκειτο για το Βουλευτήριο της αρχαίας πόλης.

Ωστόσο, η πλήρης αποκάλυψη του κτίσματος οδήγησε σε μια διαφορετική, συναρπαστική ερμηνεία.

«Η ανακάλυψη είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς αποδεικνύει ότι το Πηλούσιο υπήρξε μια εξέχουσα πόλη σε έναν ολοένα και πιο κοσμοπολίτικο αρχαίο κόσμο», δήλωσε ο Χισάμ ελ Λίθι, γενικός γραμματέας του Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου.

Η αρχιτεκτονική και ο συμβολισμός του νερού

Το συγκρότημα του ιερού επικεντρώνεται σε μια κυκλική δεξαμενή, διαμέτρου περίπου 35 μέτρων, στο κέντρο της οποίας υπήρχε ένα τετράγωνο βάθρο.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, επάνω στο βάθρο πιθανότατα δέσποζε ένα κολοσσιαίο άγαλμα του θεού Πηλουσίου.

Το όνομα της θεότητας προέρχεται από την ελληνική λέξη «πηλός», υπογραμμίζοντας τη σχέση της πόλης με τις προσχώσεις του Νείλου.

Μέσα στη δεξαμενή, η οποία περιβαλλόταν από κανάλια και δεξαμενές αποθήκευσης, βρέθηκαν ίχνη λάσπης και νερού από τον Νείλο, επιβεβαιώνοντας τον συμβολικό ρόλο του ποταμού στη λατρεία.


Μια πόλη-σταθμός μεταξύ πολιτισμών

Το Πηλούσιο, χτισμένο στο ανατολικό άκρο του Δέλτα του Νείλου, αποτελούσε στρατηγικό κόμβο.

Κατά την εποχή των Φαραώ λειτούργησε ως οχυρό, ενώ αργότερα, με την άνοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εξελίχθηκε σε κεντρικό τελωνειακό σταθμό και λιμάνι.

Η αρχιτεκτονική του ναού αποτελεί ένα μοναδικό «κράμα» αιγυπτιακών, ελληνικών και ρωμαϊκών στοιχείων, αντανακλώντας τις πολιτισμικές ανταλλαγές της περιόδου.

Με βάση τη στρωματογραφία, ο ναός οικοδομήθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε συνεχή χρήση μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Σημειώνεται ότι η ίδια περιοχή συνεχίζει να εκπλήσσει την αρχαιολογική κοινότητα, καθώς το 2022 είχε εντοπιστεί εκεί ένας ναός του Δία κατασκευασμένος από ροζ γρανίτη.