1528 – 1546: Ήταν μια εποχή που οι Ισπανοί θαλασσοπόροι βρέθηκαν στην νότια Καραϊβική και είδαν πολλούς ιθαγενείς να ζουν σε παράκτιες πλημμυρισμένες ζώνες, κατάφυτες από μαγκρόβια βλάστηση, σε μια ακτή χαραγμένη από πολλούς ποταμούς, σε έναν τόπο λασπωμένο, γεμάτο ασθένειες άγνωστες και δηλητηριώδη βέλη ή επικίνδυνα ερπετά.

Ads

Η αποικία καταχωρήθηκε και ορίστηκε ως κτήση του Ισπανικού Στέμματος και πήρε το όνομα της «μικρής Βενετίας» (Βενεζουέλα) από τους επόμενους που την διεκδίκησαν.

Δεν υπήρχε λόγος να βρουν κάτι περισσότερο στην ενδοχώρα, δεν υπήρχε κανένα κίνητρο για τους Ισπανούς να πάνε λίγο παραμέσα, να μάθουν ποιοι ζουν εκεί, να καταλάβουν πώς πραγματικά ήταν η χώρα. Όπου υπήρχαν λιμάνια και κέρδη, εκεί έμειναν, όπου υπήρχαν ορυκτά, εκεί πήγαν, όπου υπήρχε κίνητρο οικονομικό, εκεί εγκαταστάθηκαν.

Και πάλι, η Βενεζουέλα ποτέ δεν έγινε η πιο ελκυστική αποικία, παρότι ταυτίστηκε με τη μυθική «χρυσή γη» του Ελ Ντοράντο. Δεν απέκτησε την αίγλη του Περού ή τον πλούτο του Μεξικού, δεν έγινε πόλος έλξης μαζικού ισπανικού εποικισμού.

Ads

Έτσι ήταν ο τόπος αυτός και δεν επέτρεπε μεγάλες επιχειρήσεις, στρατιωτικές ή οικονομικές. Παρόλα αυτά, το Ισπανικό Στέμμα άπλωνε με καμάρι τεράστιους χάρτες σε βαριά, ξύλινα τραπέζια στην Ευρώπη και διαλαλούσε την κατάκτηση της Αμερικής και την υπερηφάνεια της κατοχής της μισής υφηλίου.

Μέσα στο πλαίσιο αυτής της πομπώδους πολιτικής που ελάχιστη σχέση είχε με την ισπανική κοινωνία, η ελίτ στεφάνωνε τον ίδιο της τον εαυτό με μια δόξα επιφανειακή που δεν αφορούσε τους φτωχούς μούτσους των καραβιών της Αρμάδας, ή τους τυχοδιώκτες, φιλάργυρους ή απελπισμένους που έπαιρναν τα πλοία για να πάνε στις δύσκολες κι άγνωστες θάλασσες της μακρινής Δύσης.

Υπήρχαν δύο παράγοντες που τροφοδοτούσαν την αυτοπροβολή της ισπανικής βασιλικής αυλής : ο κλήρος, με την νομιμοποίηση ελέω Θεού της κάθε απάνθρωπης πτυχής των νέων κατακτήσεων και οι τραπεζίτες, οι οποίοι αφειδώς κι επιμελώς έκτιζαν ένα χρέος που διογκωνόταν με γοργούς ρυθμούς.

Θα σταθούμε στους δεύτερους. Οι τραπεζίτες της θαλασσοκράτειρας Ισπανίας του 16ου αιώνα ήταν κυρίως Γερμανοί, από τη Νότια Γερμανία, καθώς και Γενοβέζοι. Οι πιο γνωστοί από τους Γερμανούς ήταν οι Φούγκερ και οι Βέλσερ. Ο βασιλιάς και οι σύμβουλοί του, μην έχοντας καμία γνώση και συναίσθηση ισορροπημένης διαχείρισης, δανείζονταν αφειδώς και ύστερα απλά απέδιδαν νέα φέουδα, τίτλους τιμής, πλουσιοπάροχες αμοιβές σε ιππότες και αρεστούς.

Σαν ο βασιλιάς να έβαζε κάθε τόσο το χέρι του σε ένα σεντούκι γεμάτο χρυσό, να έπαιρνε όσο ήθελε και να το έδινε όπως ήθελε και όπου ήθελε… Πού μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια πολιτική η οποία ξοδεύει αλόγιστα τα όσα πολλά και πολύτιμα προσέφεραν οι νέες αποικίες; Πόσο μπορεί να αντέξει ένα κρατικό ταμείο το οποίο συνεχώς δανείζεται για να συνεχίζει να ξοδεύει; Η κάθε μία από αυτές τις απλουστευμένες υποθέσεις οδηγεί στη λέξη «χρεωκοπία».

Μία κατάσταση στην οποία περιήλθε η Ισπανική Αυτοκρατορία ουκ ολίγες φορές και μια εξέλιξη που σε βάθος χρόνου την αποκαθήλωσε από παγκόσμια δύναμη.

Στις αρχές και στα μέσα του 16ου αιώνα, λίγες μόνο δεκαετίες από τις αρχικές κατακτήσεις στη Νότια Αμερική και αφού είχε ολοκληρωθεί η χαρτογράφηση της ακτογραμμής της νέας αυτής ηπείρου, προέκυψε ένα πρώτο τέτοιο πρόβλημα, πρόβλημα αποπληρωμής χρέους.

Οι Γερμανοί τραπεζίτες και συγκεκριμένα ο οίκος Βέλσερ έκρινε ότι δεν μπορούσε πλέον να δεχτεί τις υποσχετικές πιστώσεις του ισπανικού στέμματος και θέλησε να προβεί σε διεκδίκηση του χρέους. Πρώτον και κύριον, οι ίδιοι μαζί με μια άλλη μεγάλη τραπεζική οικογένεια, τους Φούγκερ, καθώς και με τους τραπεζίτες της Γένοβας, είχαν χρηματοδοτήσει (είχαν χρηματίσει τους εκλέκτορες) την άνοδο του Ισπανούς μονάρχη στο θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1519.

«Εξαιρετικές» διαδικασίες, ανήθικες και απροκάλυπτες συναλλαγές μεταξύ ευγενών, μορφωμένων και αξίων, αυτά έκανε η ελίτ της Ευρώπης του τότε… λίγες δεκαετίες μετά, οι ίδιες οικογένειες πωλούσαν και συγχωροχάρτια!

Αυτός λοιπόν, ο Ισπανός μονάρχης, ως αντάλλαγμα της υποστήριξης, αλλά και υπό την πίεση του χρέους, έδωσε στους τραπεζίτες το 1528 την αποικία στις εκβολές του Ορινόκο, τη σημερινή Βενεζουέλα. Γιατί όχι;

Δώρισε κάτι που δεν γνώριζε καλά καλά, κάτι που κατείχε κατά το ελάχιστο, μια τεράστια περιοχή που βρισκόταν στην άλλη άκρη του κόσμου. Τους την παραχώρησε με τίτλους, καθώς είχε το «θεϊκό δικαίωμα» να την κατέχει.

Οι Τραπεζίτες δέχτηκαν τη νέα συμφωνία, αρκούμενοι στις υποσχέσεις και στους μύθους για το Ελ Ντοράντο και τις απεριόριστες ποσότητες χρυσού που νόμιζαν ότι θα έβρισκαν εκεί.

Ήταν από τις λίγες φορές στην Ιστορία που οι Τραπεζίτες έκαναν λάθος. Έπεσαν οι ίδιοι στην παγίδα της παραπληροφόρησης που είναι η μικρή αδελφή της κερδοσκοπίας.

Νόμιζαν ότι οι αποικίες ήταν ένας μακρινός παράδεισος με ορυχεία, με καλλιέργειες, με πόρους, με προοπτική, πιστεύοντας ίσως αυτά που με τόσο ζήλο διαλαλούσαν οι πελάτες τους Ισπανοί. Η πλεονεξία τούς οδήγησε στο να διεκδικήσουν τον πλούτο επί τόπου και όχι να τον εισπράττουν εξ αποστάσεως, όπως είχαν συνηθίσει.

Διεκδίκησαν λοιπόν την αποπληρωμή του χρέους απαιτώντας μερίδιο από τα «ασημικά», ήθελαν να βάλουν στο χέρι μια από τις νέες αποικίες, προσπαθώντας έτσι να εξασφαλίσουν την είσπραξη του διογκούμενου χρέους.

Θεωρώντας ότι έχουν το δίκιο με το μέρος τους αποφάσισαν να εφαρμόσουν τα συμφωνηθέντα με τους Ισπανούς. Περίπου 400 κατακτητές, κάθε εθνικότητας, μεταξύ αυτών και αρκετοί Γερμανοί μεταλλωρύχοι, πήγαν εκεί με πλοία και πολλά όπλα, για να κατοχυρώσουν την κυριαρχία τους στην αποικία της Βενεζουέλας.

Εγκαταστάθηκαν στα ελάχιστα λιμάνια της ακτής της Καραϊβικής, ονόμασαν την έδρα τους Νέο Άουγκσμπουργκ (η σημερινή πόλη Κόρο) και διόρισαν διαδοχικούς κυβερνήτες στη λεγόμενη «μικρή Βενετία» (Klein Venedig – Welserland). Ήταν ένα πρώτο πείραμα γερμανικής αποικιοκρατίας, πολύ πριν να υπάρξει ενωμένη Γερμανία.

Οι λογιστές έγιναν ναυτικοί και οι σαράφηδες της κεντρικής Ευρώπης πήραν το ρόλο των αποικιοκρατών, οι γραφειοκράτες μετατράπηκαν σε πολέμαρχους και οι αποθηκάριοι σε κανονιέρηδες. Οι Τραπεζίτες που ήταν ειδικοί στα μέταλλα και τα ορυχεία, ανακάλυψαν τον πολύ κερδοφόρο τομέα του δουλεμπορίου. Παρά τις συνεχείς και βίαιες επιδρομές τους στην ενδοχώρα που αποδεκάτισαν τον ντόπιο πληθυσμό, δεν μπόρεσαν να μείνουν για πολύ εκεί.

Προφανώς απέτυχαν, καθώς δεν είχαν κανένα έρεισμα στην περιοχή. Μετά από μια σύντομη περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις και τα δάση μιας άγνωστης χώρας που διήρκεσε 25 περίπου χρόνια, ήρθαν αντιμέτωποι με μια πολύ πιο οργανωμένη ισπανική αντίδραση η όποια φυσικά δεν ήθελε να χάσει τα προνόμιά της στη νέα ήπειρο.

Οι Ισπανοί επανήλθαν, ανακάλεσαν την παραχώρηση και διεκδίκησαν τα χαμένα εδάφη, γιατί απλά, έτσι ήθελαν, ένιωσαν ισχυροί κι έτοιμοι να το κάνουν.

Τι σημασία είχε αν η παραχώρησή τους  έγινε από τον ίδιο το βασιλιά τους, λίγα χρόνια πριν; Καμία… Οι τραπεζίτες νόμιζαν ότι θα επικρατούσαν, επειδή είχαν δίκιο και επειδή ο Βασιλιάς τους είχε παραχωρήσει ένα επίσημο δικαίωμα σε αυτή την κτήση.

Αλλά γιατί και πώς να επικρατήσουν σε έναν κόσμο που ποτέ δεν ήταν δίκαιος; Γιατί ο Βασιλιάς να τηρήσει τον λόγο και τις αρχές της ηθικής του, ενώ αυτοί δεν θα το έκαναν ποτέ; Οι ίδιοι είχαν στηρίξει την ύπαρξή τους στην αδικία και στην απάτη, στη φιλαργυρία και στην πλεονεξία. Γιατί ο υπόλοιπος κόσμος να είναι διαφορετικός;

Η επέμβαση των Γερμανών στη Βενεζουέλα ήταν μια πλήρης αποτυχία και μάλιστα ένας εκ των τραπεζιτών της οικογένειας Βέλσερ έχασε τη ζωή του, αποκεφαλίστηκε από τους Ισπανούς το 1546, στην προσπάθεια του να αντισταθεί στην μοιραία διαδικασία ισπανικής επανάκτησης της αποικίας.

Το 1556 η Ισπανία κήρυξε την πρώτη της μεγάλης χρεωκοπία κι έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, έως το 1782, μέχρι να ιδρυθεί η Τράπεζα της Ισπανίας και να αποκοπεί το Στέμμα από την προηγούμενη εξάρτηση από τους κάθε λογής τραπεζίτες και τη δράση τους που αποτελούσε ένα στρεβλό, μεσαιωνικό κατάλοιπο.

1903 – Μια ιδιωτική διαμάχη που κατέληξε σε διπλωματικό επεισόδιο

Αν διαβάσουμε ξανά την «υπόθεση Πατσίφικο» που συγκλόνισε την φτωχή Ελλάδα του 1850, όταν η διαφορά ενός ιδιώτη (Βρετανού υπηκόου) με την ελληνική κυβέρνηση οδήγησε σε ναυτικό αποκλεισμό και σε δυσθεώρητες αποζημιώσεις, θα καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται.

Ομοίως, οι Γάλλοι εισέβαλαν στο Μεξικό το 1862 στηριζόμενοι στην διαφορά που προέκυψε από τα επεισόδια σε ένα γαλλικό ιδιωτικό κατάστημα. Ένα πρόσχημα που οδήγησε σε ανοιχτή εισβολή και πόλεμο. Το ίδιο συνέβη και με τους «πολέμους του οπίου» και την Κίνα, ιδιωτικές διάφορες και συλλήψεις ιδιωτών έδωσαν την αφορμή για ναυτικό αποκλεισμό και εισβολή.

Όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλουν, κάνουν το ιδιωτικό δημόσιο, κάνουν την ασήμαντη διαφορά πολιτικό θέμα, κάνουν το κοινό έγκλημα δήθεν απειλή και ύστερα επεμβαίνουν. Έτσι ήταν τα πράγματα και τότε, έτσι είναι και τώρα.

Το 1888, μια πολύ γνωστή γερμανική εταιρεία, η Krupp, ανέλαβε να κατασκευάσει έναν σιδηρόδρομο στη Βενεζουέλα, προκειμένου να διευκολυνθεί η διακίνηση προϊόντων και φυσικά η επιχειρηματική δράση της ίδιας και άλλων ξένων εταιριών. Και σε αυτή την περίπτωση δημιουργήθηκε μια κρίση αποπληρωμής οφειλών από την κυβέρνηση της χώρας προς την εταιρεία.

Ήταν η περίπτωση που οι αποικιακές συμβάσεις παραχώρησης κι εκμετάλλευσης, ακριβώς επειδή ήταν ετεροβαρείς και άδικες, δεν απέφεραν αυτά που έπρεπε στη χώρα. Οι εταιρείες έπαιρναν όλα τα κέρδη, ενεργούσαν κατά βούληση, κινούνταν μέσα από τα κανάλια της πολιτικής διαφθοράς και αυτό οδηγούσε σε συνθήκες αδυναμίας πληρωμής των χρεών.

Ο άλλος παράγοντας αδυναμίας πληρωμής, ήταν οι συνεχείς εμφύλιοι πόλεμοι και το εντελώς ασταθές πολιτικό περιβάλλον. Οι αδύναμοι πολιτικοί θεσμοί και η αστάθεια ήταν οι συνθήκες που είχαν προσελκύσει εταιρείες όπως η γερμανική Krupp που κατασκεύασε τον σιδηρόδρομο, η αμερικανική American Bermudez Company που εκμεταλλευόταν τα κοιτάσματα ασφάλτου, η Compagnie Française des Câbles Télégraphiques  (CFCT) που είχε το συμβόλαιο των τηλεγραφικών καλωδίων  και η ναυτιλιακή Orinoco Shipping Company.

Αυτές οι εταιρείες είχαν επενδύσει εκεί γνωρίζοντας ότι θα επιβάλλουν τους όρους τους κι εξασφαλίζοντας υπερκέρδη, σε συνεργασία με την ντόπια ολιγαρχία.

Το 1899, ένα αμερικανικό πλοίο, το Wilmington,  αμέσως μετά τον νικηφόρο πόλεμο κατά της Ισπανίας, έκανε την περιβόητη «κρουαζιέρα επίδειξης κι επιβολής».

Επιδεικνύοντας τις σημαίες του, τα όπλα και τα άφθαστα μέσα αμερικανικής ισχύος, το πολεμικό αυτό πλοίο ανέπλευσε τον Ορινόκο για να δείξει στους ντόπιους ποιος είναι το αφεντικό.

Το πλήρωμα επισκέφθηκε αμερικανικές εταιρείες και συνομίλησε με επιχειρηματίες, θέλησε να εντυπωσιάσει και να προκαλέσει τον απαιτούμενο σεβασμό. Η ιδιότυπη αυτή «κρουαζιέρα επίδειξης γεωπολιτικής ισχύος» συνεχίστηκε στις ακτές και στα ποτάμια της Νότιας Αμερικής…

Λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1902, ο πρόεδρος/δικτάτορας της Βενεζουέλας Σιπριάνο Κάστρο κήρυξε στάση πληρωμών, μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο «πατριωτικής αντίδρασης» απέναντι στην άδικη εκμετάλλευση.

Η στάση πληρωμών κινητοποίησε σχεδόν αυτόματα τις ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γερμανία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία – κάτι σαν το ΝΑΤΟ της εποχής) οι οποίες απάντησαν με τελεσίγραφα κι εν τέλει με ναυτικό αποκλεισμό. Η άμεση συνέπεια ήταν η υποχώρηση της Βενεζουέλας και η απόδοση του σεβαστού ποσοστού του 30 % των τελωνείων της χώρας στους πιστωτές της.

Ας προσέξουμε αυτή την περίπτωση : το πολεμικό ναυτικό των κρατών αυτών, με πόρους του κράτους τους, με κόπο των πολιτών τους, με ρίσκο τη ζωή των ναυτικών και στρατιωτών τους, επεμβαίνει για να σώσει μια ιδιωτική εταιρεία που έχει διαφορά με μια ξένη χώρα.

Ο στρατός μιας ανεπτυγμένης και ισχυρής χώρας γίνεται ευθέως τοποτηρητής ιδιωτικών συμφερόντων σε κάθε γωνιά του πλανήτη και αυτό θεωρείται εύλογο, λογικό και αποδεκτό.

Το ίδιο έγινε με τη διαμάχη του 1908 όταν ο ίδιος πρόεδρος, ο Κάστρο, περιόρισε τη δραστηριότητα των ολλανδικών τραπεζών και το εμπόριο ανάμεσα σε Βενεζουέλα και Κουρασάο (Ολλανδικές Αντίλλες) με αποτέλεσμα τα ολλανδικά πλοία να ξεκινήσουν τις περιπολίες τους στα ανοιχτά της χώρας απειλώντας με περαιτέρω μέτρα.

Η έμμεση συνέπεια της δεύτερης αυτής κρίσης ήταν η ανατροπή του Κάστρο και η ανάδειξη ενός άλλου δικτάτορα, πιο «έμπιστου και σταθερού».

Σε κάθε περίπτωση, μέσω αυτών των ενεργειών, είχε παραβιαστεί το δόγμα Μονρό του 1823 που προέβλεπε την μη επέμβαση των Ευρωπαίων στα αμερικανικά θέματα. Οι ΗΠΑ ήθελαν να δημιουργήσουν έναν γεωπολιτικό χώρο της απόλυτου δικαιοδοσίας τους και το είχαν αποφασίσει μόνες τους.

Αυτό επιβεβαιώθηκε μετά το 1903 και τα γεγονότα της Βενεζουέλας, με την ανανεωμένη διακήρυξη του Ρούσβελτ (1904-1905), μια εξελιγμένη επανεπιβεβαίωση των δικαιωμάτων επέμβασης των ΗΠΑ.

Θεσμοθετήθηκε η επέμβαση μιας «διεθνούς αστυνομίας». Για άλλη μία φορά, επισήμως, τρίτες χώρες θα αποφάσιζαν για την τύχη και την επιβίωση των λαών της Νότιας Αμερικής.

Είναι αυτό το σύμπλεγμα ασύνδετων και κατά βούληση συνθηκών που ονομάζουμε «διεθνές δίκαιο», ένα χαλαρό και ανομοιογενές σύστημα κανόνων, ένα σύνολο μονομερών ψηφισμάτων, διμερών και πολυμερών συμφωνιών που όποιος θέλει σέβεται και όποιος θέλει υπογράφει, κάτι αόριστο που όλοι επικαλούνται και το οποίο ποτέ δεν ισχύει στην πράξη.

Πάντοτε υπάρχει κάποιο μέρος που θίγεται από την εφαρμογή τέτοιων συμφωνιών, άρα τα νομικά κείμενα και οι συνθήκες παύουν να έχουν ισχύ πάρα μόνο μέσω της επιβολής δια της βίας.

2025

Τα χρόνια πέρασαν από τότε, στη Βενεζουέλα ανακαλύφθηκαν μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου από το 1914 και μετά και η οικονομία της χώρας άλλαξε άρδην. Όλως τυχαία, ο διάδοχος του Σιπριάνο Κάστρο, ο επίσης δικτάτορας και πρώην στρατιωτικός Χουάν Βισέντε Γκόμεζ έγινε ο πιο σταθερός κυβερνήτης της Βενεζουέλας, μετά από δεκαετίες.

Από το 1914 και μετά, παραχώρησε όλα τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του πετρελαίου σε ξένες εταιρείες με πρωταγωνίστριες τις Standard Oil και Royal Dutch (Shell). Πλέον, δεν θα υπήρχε πρόφαση για καμία ξένη επέμβαση ή διεθνή διαφωνία. Κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80  η Βενεζουέλα παρουσιαζόταν ως χώρα ευκαιριών, υπόδειγμα καπιταλιστικής ανάπτυξης, έγινε πόλος έλξης επιχειρηματιών κι Ευρωπαίων μεταναστών.

Κανείς και ποτέ δεν εξέταζε σε εκείνες τις εποχές της πλαστής ευημερίας πόσο μεγάλο ήταν το μέρος του πληθυσμού που ζούσε αποκλεισμένο, χωρίς πρόσβαση σε παιδεία και υγεία.

Οι συνθήκες εκμετάλλευσης και οι τρόποι εφαρμογής της δεν άλλαξαν σχεδόν καθόλου κατά την πάροδο του 20ου αιώνα. Η εθνικοποίηση των πετρελαίων το 1976 δεν άλλαξε πολλά, στην πράξη, αλλά ήταν το πρώτο βήμα για μια μεγάλη πολιτική αλλαγή που θα ερχόταν 25 χρόνια αργότερα.

Τα σημάδια της κρίσης, ήρθαν μετά την πτώση των τιμών του πετρελαίου κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και κυρίως το 1989, με το περίφημο Caracazo («γεγονότα του Καράκας»), όταν η κυβέρνηση θέλησε να εφαρμόσει το «δόγμα του σοκ», με αύξηση τιμών μέσω της κατάργησης των επιδοτήσεων στα καύσιμα. Ήταν το τέλος της «πετρελαϊκής αθωότητας».

Το 1999, η πολιτική επιλογή του λαού της χώρας υπήρξε διαφορετική, μέσω εκλογών, προς μία σοσιαλιστική και πιο δίκαιη διαχείριση των πόρων της χώρας. Τα πολλά έσοδα του πετρελαίου θα διοχετεύονταν σε κοινωνικά έργα και στην παιδεία.

Τότε ήταν που άρχισε ο ανοιχτός οικονομικός πόλεμος : Παρεμβάσεις στις εκλογές και μη αναγνώριση αποτελεσμάτων, οικονομικός αποκλεισμός και στραγγαλισμός της εσωτερικής οικονομίας, χρήση θεμιτών και αθέμιτων μέσων, απόπειρα πραξικοπήματος, δυσφήμιση της χώρας με κάθε ευκαιρία, αναγνώριση ηγετών της αντιπολίτευσης ως νομίμων, απειλές και επιθέσεις παντός τύπου.

Μέχρι που, το 2025, στα χρόνια της ανερμάτιστης αμερικανικής πολιτικής, στην εποχή της ανέξοδης ρητορικής υπερβολής, στην περίοδο της αλόγιστης απειλής και της απροσάρμοστης πολιτικής συμπεριφοράς, στο πλαίσιο των ανακόλουθων υποσχέσεων, της καταφανούς αδικίας και του δημοσίου ψέματος, στον αστερισμό της γελοιότητας Τραμπ, επιστρέφουμε πίσω, στα ήθη και στις συνθήκες του 1903, αν όχι στις πρωτόγονες πρακτικές του 16ου αιώνα.

Διαβάστε: Reuters / Οι ΗΠΑ αναβιώνουν βάση του Ψυχρού Πολέμου με στόχαστρο τη Βενεζουέλα

Θέλουμε να πάρουμε το πετρέλαιο της Βενεζουέλας; Θέλουμε να τα έχουμε όλα δικά μας, χωρίς προσπάθεια, χωρίς κόστος, χωρίς μεγάλο ρίσκο; Θα το κάνουμε με κάθε μέσο και θα χρησιμοποιήσουμε κάθε αθέμιτη πρακτική. Άλλωστε, δικαιούχος και αποδέκτης αυτού του επαπειλούμενου νέου πλιάτσικου δεν θα είναι ο Αμερικανός πολίτης ούτε ο Αμερικανός πιλότος που μπορεί και να ρισκάρει κάτι περισσότερο.

Κερδισμένες θα είναι οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες που θα θελήσουν να πάρουν ξανά τον έλεγχο του πετρελαίου της περιοχής. Για άλλη μία φορά, οι εθνικοί στρατοί θα κάνουν τη δουλειά των μεγάλων «επιχειρηματιών». Μπίζνες ιδιωτικές με κρατικούς στρατούς, με κρατική φορολόγηση, με κρατικές αποφάσεις, όπως έγινε και στη Λιβύη και στο Ιράκ και στη Συρία…

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας έχει επινοηθεί ένα νέο πρόσχημα, βασισμένο στη γνωστή τακτική του αναπόδεικτου ψέματος που διαδίδεται αστραπιαία από όλα τα ΜΜΕ : «έμποροι ναρκωτικών» τους οποίους κανείς δεν γνωρίζει, δήθεν «απειλούν την ασφάλεια των ΗΠΑ και διακινούν μέσω Βενεζουέλας το εμπόρευμα τους».

Όσο γελοίο ακούγεται αυτό το επιχείρημα για έναν άτυπο ναυτικό αποκλεισμό ή μια εισβολή, τόσο γελοία γίνεται και η στάση της Ευρώπης και του ΟΗΕ που δεν έχουν καν το θάρρος να αντισταθούν λεκτικά ή προσχηματικά, με ένα συμβολικό ψήφισμα ή μια ανακοίνωση σε αυτή την απόλυτα παράλογη εξέλιξη που μπορεί να φτάσει έως την πολεμική εμπλοκή.

Άλλαξε ο κόσμος τελικά από το 1546 και ύστερα; Ναι, εν μέρει άλλαξε. Οι τραπεζίτες του τότε πήραν το μάθημα τους και κατάλαβαν ότι δεν χρειάζεται ποτέ ξανά οι ίδιοι να βάλουν το χέρι τους στη φωτιά και να ρισκάρουν τη ζωή τους.

Υπάρχουν οι πολιτικοί που είναι υπάλληλοι τους, υποτακτικοί και εκβιαζόμενοι, οι οποίοι θα προτάξουν «εθνικά συμφέροντα», θα παίξουν με σημαίες και σύμβολα, θα υποσχεθούν δόξα και τιμή, θα δημιουργήσουν απειλές, θα φοβίσουν τον λαό με εσωτερικούς ή εξωτερικούς εχθρούς, θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να εξυπηρετήσουν τα αφεντικά τους.

Έτσι, η δήθεν πολυμήχανη επιχειρηματικότητα και η δήθεν οξυδέρκεια των πετυχημένων επιχειρηματιών θα διαιωνίζεται και ο απλός κόσμος θα θαυμάζει τα πολυτελή γιωτ και την προσωπική ζωή των πλούσιων σε σελίδες περιοδικών…

Ο μέσος Αμερικανός στρατιώτης του 2025 ή ο Γερμανός ναυτικός του 1903, η ο Ισπανός του 1546 νόμιζε και θα νομίζει ότι υπηρετεί την πατρίδα του… Και όλα αυτά συνέβησαν και συμβαίνουν, εδώ και αιώνες, στη χώρα κάποιων άλλων, στην πλάτη κάποιων τρίτων, σε ένα έδαφος που δεν τους ανήκει, σε έναν τόπο που υποτίθεται ότι διέπεται από διεθνώς αναγνωρισμένη ανεξαρτησία.