Σε μία κίνηση που συνοψίζει άριστα τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρότειναν στο Παλάου, ένα μικρό νησιωτικό κράτος με πληθυσμό μόλις 18.000 κατοίκων, να δεχθεί μετανάστες τρίτων χωρών οι οποίοι βρίσκονται στις ΗΠΑ και ζητούν προστασία από ενδεχόμενη επιστροφή στις πατρίδες τους.

Ads

Η προτεινόμενη συμφωνία, που βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαπραγμάτευσης, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της Ουάσινγκτον για τη μεταφορά μεταναστών σε τρίτες χώρες, ανεξαρτήτως της καταγωγής αυτών.

Ads

Η συμφωνία, σύμφωνα με το προσχέδιο που εξασφάλισε η βρετανική εφημερίδα The Guardian, προβλέπει ότι «και τα δύο μέρη θα λαμβάνουν υπόψη αιτήματα από υπηκόους τρίτων χωρών για άσυλο, προσφυγική προστασία ή ισοδύναμη προσωρινή προστασία».

Ads

Επιπλέον, το προσχέδιο αναφέρει ότι «η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν θα μεταφέρει ασυνόδευτους ανηλίκους βάσει της παρούσας συμφωνίας», υποδηλώνοντας μια περιορισμένη μορφή προστασίας για τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Ads

Αν και το σχέδιο δεν ξεκαθαρίζει πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο Παλάου, ούτε τι απολαβές ή ανταλλάγματα θα λάβει η χώρα για τη συνεργασία της, η ίδια η πρόταση δημιουργεί ισχυρές εντάσεις.

Ο πρόεδρος του Παλάου, Σουρανγκέλ Γουίπς Τζούνιορ, σε επιστολή του που περιήλθε επίσης στην κατοχή της Guardian, ξεκαθαρίζει ότι η πρόταση δεν έχει γίνει αποδεκτή και ότι παραμένει υπό διαπραγμάτευση. Στην επιστολή σημειώνεται ότι το Παλάου «διατηρεί την πλήρη ευχέρεια να αποφασίσει αν θα δεχτεί ή όχι οποιοδήποτε άτομο».

Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο που ενισχύθηκε από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Ιούνιο, η οποία επέτρεψε τη μεταφορά μεταναστών σε χώρες που δεν είναι οι πατρίδες τους.

Από τότε, οι ΗΠΑ έχουν ήδη πραγματοποιήσει μεταφορές μεταναστών σε χώρες όπως το Νότιο Σουδάν και το Εσουατίνι. Πρόκειται για πρακτικές που έχουν προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση, καθώς πολλοί ειδικοί σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεωρούν ότι παραβιάζουν τη βασική αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement), θεμελιώδη κανόνα του διεθνούς προσφυγικού δικαίου.

Η Ντόρις Μάισνερ, πρώην επικεφαλής της Υπηρεσίας Μετανάστευσης των ΗΠΑ και νυν υπεύθυνη του Προγράμματος Μετανάστευσης στο Migration Policy Institute, υπογραμμίζει ότι «το προσχέδιο συμφωνίας με το Παλάου αντικατοπτρίζει αιτήματα που έχει υποβάλει η κυβέρνηση Τραμπ σε δεκάδες άλλες χώρες για επανεγκατάσταση μεταναστών».

Η Μάισνερ εξηγεί ότι η επιλογή μικρών και απομακρυσμένων χωρών, άγνωστων στο ευρύ κοινό των ΗΠΑ, στοχεύει κυρίως στο να εντείνει τον φόβο μέσα στις μεταναστευτικές κοινότητες.

Η δήλωση της Μάισνερ είναι αποκαλυπτική, καθώς φωτίζει τη στρατηγική χρήση του φόβου ως εργαλείο αποτροπής. Η επιλογή χωρών όπως το Παλάου, που δεν έχουν καμία πολιτισμική ή οικογενειακή σύνδεση με τους περισσότερους μετανάστες στις ΗΠΑ, δημιουργεί ένα σενάριο εξορίας σε άγνωστο και απομονωμένο περιβάλλον. Είναι μια πολιτική που όχι μόνο επιδιώκει την απομάκρυνση μεταναστών αλλά και τη δημιουργία μιας γενικευμένης αίσθησης αβεβαιότητας και απειλής, τονίζει η Guardian.


Το Παλάου δεν είναι μέλος της σύμβασης ΟΗΕ για τους πρόσφυγες

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το Παλάου δεν είναι συμβαλλόμενο μέλος της Σύμβασης του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το βασικό διεθνές νομικό εργαλείο που ορίζει τις υποχρεώσεις των κρατών απέναντι στους αιτούντες άσυλο.

Αντί αυτού, το προσχέδιο αναφέρει ότι το Παλάου θα ενεργήσει «σύμφωνα με το σύνταγμά του» και τις «υποκείμενες ανθρωπιστικές αρχές» του. Αυτή η διατύπωση αφήνει σημαντικά περιθώρια ερμηνείας για το πώς θα μεταχειριστεί η χώρα τους μετανάστες που θα δεχτεί και δημιουργεί ανησυχίες για την προστασία των δικαιωμάτων τους, τονίζει η εφημερίδα.

Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος του Παλάου συγκάλεσε συνάντηση με το εθνικό κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Αρχηγών για να συζητήσουν την πρόταση. Σε σχετική ανακοίνωση μετά τη συνεδρίαση, η κυβέρνηση επανέλαβε τη «μακροχρόνια συνεργασία» της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τόνισε ότι χρειάζεται περισσότερη πληροφόρηση «πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση».

Η σχέση του Παλάου με τις ΗΠΑ καθορίζεται από τη Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης (Compact of Free Association – COFA), η οποία εξασφαλίζει εκατομμύρια δολάρια σε οικονομική ενίσχυση και άλλες υπηρεσίες.

Το 2023, τα κονδύλια της COFA αντιστοιχούσαν στο 30% των εσόδων της κυβέρνησης του Παλάου. Η Καμίλα Πόλε, αναλύτρια περί των χωρών του Ειρηνικού, σημειώνει ότι αυτή η οικονομική εξάρτηση δημιουργεί πίεση στους ηγέτες του Παλάου να αποδεχτούν τη συμφωνία. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, «η συμφωνία δεν έχει κανένα ουσιαστικό όφελος για το Παλάου, και αν την αποδεχτεί, θα το κάνει ουσιαστικά υπό καθεστώς εξαναγκασμού, φοβούμενο αρνητικές συνέπειες σε περίπτωση άρνησης».

Η Πόλε, πρώην συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Ειρήνης των ΗΠΑ, του οποίου η θέση της καταργήθηκε λόγω περικοπών από την κυβέρνηση Τραμπ, τονίζει ότι η κατάσταση είναι ακόμα πιο σοβαρή αν ληφθεί υπόψη η αποχώρηση των ΗΠΑ από τις διεθνείς δεσμεύσεις για την κλιματική αλλαγή – ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τις χώρες του Ειρηνικού.

Η πολιτική αυτή, τονίζει, «κάνει τόσο μεγάλη ζημιά στη στρατηγική των ΗΠΑ στον Ειρηνικό, που η Κίνα θα μπορέσει εύκολα να την εκμεταλλευτεί».

Όπως εξηγεί η ίδια, η πρόταση «παίρνει αυτό που θέλει η κυβέρνηση Τραμπ χωρίς να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό σε αντάλλαγμα». Η μονομερής φύση της συμφωνίας, η έλλειψη διαφανούς αντισταθμίσματος και η απουσία εγγυήσεων για την προστασία των μεταναστών, εντείνουν τις ανησυχίες ότι η πολιτική αυτή θα έχει μακροχρόνιο αρνητικό αντίκτυπο στην περιφερειακή επιρροή των ΗΠΑ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το Παλάου εμπλέκεται σε τέτοιου είδους συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Το 2009, η χώρα είχε αποδεχτεί να επανεγκαταστήσει 17 Κινέζους Μουσουλμάνους, Ουιγούρους, οι οποίοι κρατούνταν στο Γκουαντάναμο. Η υπόθεση εκείνη είχε προκαλέσει τότε διεθνή αντιπαράθεση, αλλά και αναγνώριση του Παλάου ως χώρας που επιδεικνύει ανθρωπιστική ευαισθησία. Σήμερα, όμως, το πλαίσιο είναι διαφορετικό: η πρόταση αφορά μεγάλες, αδιευκρίνιστες ροές μεταναστών, με ανύπαρκτη διεθνή νομική προστασία και ασαφές χρονικό πλαίσιο παραμονής.