Με χρήση του προεδρικού βέτο απειλεί ο Ντόναλντ Τραμπ, εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Ads

Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι είναι έτοιμος να απορρίπτει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες των πολιτικών του αντιπάλων, εκτιμώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα τους αναγκάσει τελικά να διαπραγματευτούν μαζί του.

Ads

Μιλώντας τη Δευτέρα στο podcast Pod Force One της εφημερίδας New York Post, με παρουσιάστρια τη Μιράντα Ντιβάιν, ο Τραμπ δήλωσε αισιόδοξος ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, παρά τις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν σημαντικές δυσκολίες για το κόμμα του.

Ads

Περιγράφοντας, ωστόσο, το ενδεχόμενο να περάσουν τόσο η Βουλή όσο και η Γερουσία στα χέρια των Δημοκρατικών, είπε χαρακτηριστικά: «Υποθέτω ότι θα γίνω ο κύριος Βέτο».

Ads

Και εξήγησε τη στρατηγική του: «Θα στέλνουν νομοσχέδια. Εσύ θα ασκείς βέτο. Και τελικά, έπειτα από έναν ή δύο μήνες που όλα θα απορρίπτονται και θα χάνουν τον χρόνο τους, θα έρχονται να κάνετε μια συμφωνία».

«Αν δεν κερδίζαμε, θα ασκούσα βέτο στα πάντα. Θα έβαζα βέτο ξανά και ξανά. Έπειτα θα έρχονταν και πιθανότατα θα καταλήγαμε σε κάποιες συμφωνίες», πρόσθεσε.

Ο Λευκός Οίκος προετοιμάζεται για μια ενδεχόμενη ήττα

Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η αμερικανική κυβέρνηση επεξεργάζεται εδώ και μήνες εναλλακτικά σχέδια για την περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Στόχος είναι να συνεχιστεί η εφαρμογή της πολιτικής ατζέντας του Τραμπ, ακόμη και χωρίς την έγκριση του νομοθετικού σώματος, αξιοποιώντας τις εξουσίες που διαθέτει ο πρόεδρος.

Στον σχεδιασμό συμμετέχουν υψηλόβαθμα στελέχη, μεταξύ των οποίων ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ και ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού Ράσελ Βόουτ.

Όπως ανέφερε κυβερνητική πηγή στο Reuters, εξετάζουν ποιες αποφάσεις μπορεί να λάβει νόμιμα ο Τραμπ χωρίς τη συναίνεση του Κογκρέσου, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η άσκηση των προεδρικών εξουσιών και πώς θα μπορούσαν να υπερασπιστούν αυτές τις επιλογές ενώπιον των δικαστηρίων.

Η προσέγγιση αυτή αποτελεί συνέχεια της πρακτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση κατά τη δεύτερη θητεία του, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα προεδρικά διατάγματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ερευνητικού κέντρου Pew Research Center, το Κογκρέσο που ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2025 έχει ψηφίσει 121 νόμους, επίδοση που κατατάσσεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.

Τι θα άλλαζε αν οι Δημοκρατικοί έπαιρναν το Κογκρέσο

Η απώλεια της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα έδινε στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να ξεκινήσουν κοινοβουλευτικές έρευνες για τη διακυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ των θεμάτων που έχουν ήδη αναφέρει βρίσκονται τα οικονομικά και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας του προέδρου, καθώς και οι χειρισμοί της κυβέρνησης στον πόλεμο με το Ιράν.

Ορισμένα στελέχη των Δημοκρατικών έχουν επίσης θέσει το ενδεχόμενο διαδικασιών παραπομπής για τον Τραμπ και τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ.

Εάν οι Δημοκρατικοί εξασφάλιζαν και τη Γερουσία, θα μπορούσαν επιπλέον να εμποδίζουν την έγκριση προσώπων που προτείνει ο πρόεδρος για σημαντικές κυβερνητικές και δικαστικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων πιθανών νέων μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Θα μπορούσαν ακόμη να επιχειρήσουν να τερματίσουν καταστάσεις εθνικής έκτακτης ανάγκης τις οποίες έχει επικαλεστεί ο Τραμπ για να διευρύνει τη δυνατότητά του να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς νέα νομοθεσία.

Ο πρόεδρος, πάντως, διατηρεί το δικαίωμα να ασκεί βέτο σε σχετικές νομοθετικές αποφάσεις. Για να παρακαμφθεί ένα προεδρικό βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Οι κρίσιμες ισορροπίες της εκλογικής αναμέτρησης

Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα οριακή πλειοψηφία και στα δύο σώματα: 218 έναντι 214 εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 53 έναντι 47 στη Γερουσία.

Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών σε καθένα από τα δύο σώματα για να ανατρέψουν τους σημερινούς συσχετισμούς.

Οι δημοσκοπήσεις που επικαλείται το Newsweek καταγράφουν ισχυρή πίεση στους Ρεπουμπλικανούς για τη Βουλή, ενώ οι αναμετρήσεις για τη Γερουσία παραμένουν αμφίρροπες.

«Θα ήθελα να είμαι ξανά υποψήφιος, αλλά το Σύνταγμα είναι σαφές»

Στην ίδια συνέντευξη, ο Τραμπ επανήλθε και στο ενδεχόμενο μιας τρίτης προεδρικής θητείας, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι το αμερικανικό Σύνταγμα δεν του επιτρέπει να εκλεγεί ξανά.

«Θα ήθελα πολύ να θέσω ξανά υποψηφιότητα, αν είχα τη δυνατότητα, αλλά η διατύπωση είναι πολύ συγκεκριμένη», ανέφερε.

Επικαλέστηκε μάλιστα δημοσκόπηση που, όπως ισχυρίστηκε, τον εμφάνιζε να προηγείται με μεγάλη διαφορά από πιθανούς αντιπάλους του.

«Θα ήθελα να κατέβω ξανά, αλλά δεν πειράζει. Έχουμε περισσότερα από δύο χρόνια μπροστά μας. Είναι μεγάλο διάστημα και μπορείς να κάνεις πολλά», δήλωσε, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η κυβέρνησή του έχει δημιουργήσει «τη μεγαλύτερη οικονομία στην ιστορία».

Όταν οι Αμερικανοί πρόεδροι χάνουν το Κογκρέσο

Η απώλεια του ελέγχου και των δύο σωμάτων από το κόμμα του προέδρου δεν είναι πρωτοφανής, αν και ιστορικά δεν αποτελεί τον κανόνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Newsweek, έχει συμβεί σε 24 από τις 114 περιόδους λειτουργίας του Κογκρέσου, με τις 16 περιπτώσεις να καταγράφονται τα τελευταία 70 χρόνια.

Οι Ρόναλντ Ρίγκαν, Μπιλ Κλίντον, Τζορτζ Μπους ο νεότερος και Μπαράκ Ομπάμα βρέθηκαν κάποια στιγμή αντιμέτωποι με Κογκρέσο στο οποίο οι πολιτικοί τους αντίπαλοι ήλεγχαν και τα δύο σώματα, χωρίς αυτό να αποκλείσει την ψήφιση σημαντικών νόμων.

Ενδεικτικά, ο Κλίντον προώθησε τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας και τη νομοθεσία για τις τηλεπικοινωνίες το 1996, ο Μπους υπέγραψε νόμο για την ενεργειακή ανεξαρτησία το 2007, ενώ ο Ομπάμα προχώρησε σε σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις για την εκπαίδευση, τις μεταφορές και τις κρατικές εξουσίες παρακολούθησης, παρά την απώλεια του Κογκρέσου το 2014.

Αντίθετα, ο Τζο Μπάιντεν διατήρησε οριακά τον έλεγχο της Γερουσίας σε όλη τη διάρκεια της προεδρίας του. Ο ίδιος ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία, έχασε τη Βουλή στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, αλλά ενίσχυσε την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία. Οι Ρίτσαρντ Νίξον και Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος δεν είχαν τον έλεγχο κανενός από τα δύο σώματα κατά τη διάρκεια της προεδρίας τους.

Το εάν ο Τραμπ θα χρειαστεί πράγματι να εφαρμόσει τη στρατηγική του «κυρίου Βέτο» θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της κάλπης και τις νέες ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στην Ουάσιγκτον.