Αυτή την εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επικαλέστηκε την «έκτακτη κατάσταση δημόσιας ασφάλειας» στην Ουάσιγκτον για να στείλει στην αμερικανική πρωτεύουσα την Εθνοφρουρά και να αναλάβει τον έλεγχο της τοπικής αστυνομικής δύναμης.
«Η πρωτεύουσα μας έχει καταληφθεί από βίαιες συμμορίες και αιμοδιψείς εγκληματίες, περιπλανώμενες συμμορίες άγριων νέων, μανιακούς υπό την επήρεια ναρκωτικών και άστεγους», δήλωσε ο πρόεδρος Τραμπ , περιγράφοντας την Ουάσιγκτον ως ένα από «τα χειρότερα μέρη της γης».
Ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Τον Ιανουάριο, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι η εγκληματικότητα στην πρωτεύουσα βρίσκεται «στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών», με τη συνολική βίαιη εγκληματικότητα να έχει μειωθεί κατά 26% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.
Οι ισχυρισμοί του Τραμπ δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα, καθώς ο ίδιος γοητεύεται από την εικόνα της καταστολής, ειδικά εναντίον όσων θεωρεί «αποκλίνοντες». ‘Hθελε να εφαρμόσει τον Νόμο «περί ανταρσίας» κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του καλοκαιριού του 2020, ρωτώντας τον υπουργό Άμυνας, Μαρκ Έσπερ, αν οι στρατιώτες μπορούσαν να πυροβολήσουν τους διαδηλωτές «στα πόδια ή κάπου αλλού».
Η διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, γράφουν οι New York Times, χαρακτηρίζεται από μια συστηματική προσφυγή στη δημιουργία ή την υπερβολή κρίσεων, με απώτερο σκοπό την ενεργοποίηση εξουσιών έκτακτης ανάγκης που του επιτρέπουν να ασκεί προσωπική εξουσία, παρακάμπτοντας τις καθιερωμένες δημοκρατικές διαδικασίες.
Επιπλέον, και ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θέλει να φαίνεται ότι έχει τον έλεγχο, ανεξάρτητα από το αν επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτή η στρατηγική δεν αποτελεί μεμονωμένη αντίδραση σε εξωτερικές απειλές, αλλά μια συνειδητή μέθοδο διακυβέρνησης που τροφοδοτείται τόσο από προσωπικές εμμονές όσο και από πολιτική σκοπιμότητα.
Εάν οι πραγματικές συνθήκες δεν παρέχουν μια κατάσταση εξαίρεσης, ο ίδιος φροντίζει να τη δημιουργήσει. Τον Ιανουάριο, ο Τραμπ κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στα σύνορα, ισχυριζόμενος την ύπαρξη «εισβολής» στη χώρα.
Αυτό λειτούργησε ως πρόσχημα για τη χρήση ομοσπονδιακών στρατευμάτων για την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής, στρατιωτικοποιώντας μια κατάσταση που απαιτούσε πολιτική διαχείριση.
Δύο μήνες αργότερα, τον Μάρτιο, προχώρησε στην επίκληση του Νόμου “περί Αλλοδαπών Εχθρών” του.. 1798. Ο ισχυρισμός ήταν ότι μια συμμορία από τη Βενεζουέλα, η Tren de Aragua, διεξήγαγε «παράτυπο πόλεμο εναντίον του εδάφους των Ηνωμένων Πολιτειών».
Αυτός ο ορισμός του «πολέμου», που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το νομικό ορισμό και την κοινή λογική, επέτρεψε στον Τραμπ να εξαπολύσει τις μεταναστευτικές αρχές εναντίον οποιουδήποτε θεωρούνταν «μέλος συμμορίας», οδηγώντας στην απέλασή τους στη διαβόητη φυλακή CECOT στο Ελ Σαλβαδόρ.
- Διαβάστε: Λος Άντζελες / Έφτασαν τα πρώτα στρατεύματα της Εθνοφρουράς για την καταστολή των διαδηλώσεων
Η εργαλειοποίηση των κρίσεων επεκτάθηκε και στην οικονομική πολιτική. Τον Απρίλιο, ο Τραμπ ανακοίνωσε μια ανύπαρκτη οικονομική έκτακτη ανάγκη. Επικαλέστηκε τον Νόμο περί Διεθνών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης του 1977 για να «αντιμετωπίσει την εθνική έκτακτη ανάγκη που δημιουργεί το μεγάλο και επίμονο εμπορικό έλλειμμα».
Με αυτή την κίνηση, απέκτησε την εξουσία να επιβάλλει γενικευμένους δασμούς κατά την κρίση του, πυροδοτώντας έναν εμπορικό πόλεμο με μεγάλο μέρος του κόσμου.
Η λίστα των μονομερών ενεργειών δεν σταματά εκεί. Ο Τραμπ επικαλέστηκε επίσης εξουσίες έκτακτης ανάγκης για να επιβάλει κυρώσεις στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, για να τιμωρήσει τη Βραζιλία για τη δίωξη του πρώην προέδρου της, Ζαΐρ Μπολσονάρου και για να απειλήσει τον Καναδά με δασμούς.
Η ανάλυση αυτής της συμπεριφοράς αποκαλύπτει βαθύτερα κίνητρα. Πέρα από την πολιτική στρατηγική, υπάρχει μια ισχυρή ψυχολογική διάσταση. Ο Τραμπ φαίνεται να τρέφει μια εμμονή με την επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας.
Ωστόσο, υπάρχει και ένας πρακτικός λόγος για την προσφυγή σε προσχηματικές κρίσεις: η αδυναμία του να λειτουργήσει εντός των πλαισίων της συμβατικής δημοκρατικής πολιτικής.

Ο Τραμπ δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε μια διαπραγμάτευση μεταξύ ίσων και είναι υπερβολικά εγωκεντρικός για να πείσει όσους διαφωνούν μαζί του. Ακόμη και οι πολυδιαφημισμένες εμπορικές συμφωνίες του μοιάζουν περισσότερο με εκβιασμό, όπου χρησιμοποιεί απειλές τιμωρίας και κυρώσεων για να επιβάλει τους όρους του, παρά με προϊόντα διαλόγου και συμβιβασμού.
Ένας πανίσχυρος πρόεδρος των ΗΠΑ χωρίς την ιδιοσυγκρασία ή την ικανότητα διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης, είναι προορισμένος να καταχραστεί τις τεράστιες εξουσίες του αξιώματός του.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για έναν πρόεδρο που δεν επιδιώκει την τάξη, αλλά την υποταγή και την εκδίκηση. Καταχράται τη νόμιμη εξουσία για να οικοδομήσει μια δομή πάνω από τον νόμο: μια κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης που καταπατά τις ατομικές ελευθερίες.
Με κάθε άσκηση αυτής της παράτυπα αποκτηθείσας εξουσίας, η επιθυμία του για περισσότερη εντείνεται. Επιβεβαιώνοντας ότι το πιο γνωστό χαρακτηριστικό του είναι πως τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετό, ούτε ο πλούτος, ούτε ο έπαινος, ούτε, τελικά, η εξουσία, καταλήγει το άρθρο των New York Times.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


