Η Ράσα Αλλού Τζαλάλ, είναι Παλαιστίνια δημοσιογράφος και μητέρα πέντε παιδιών. Στο παρακάτω άρθρο, περιγράφει το μαρτύριο που βιώνει ο Παλαιστινιακός λαός σε έναν πόλεμο δίχως τέλος. Τα εγκλήματα συνεχίζονται, γράφει, χωρίς λογοδοσία. «Ο πόλεμος με συνοδεύει στο σπίτι, ακόμα και όταν δεν έχω σημειωματάριο, τηλέφωνο ή προθεσμία για κάποιο άρθρο».

Ads

Διαβάστε: Δυτική Όχθη / Δεκάδες οικογένειες Παλαιστινίων κινδυνεύουν με εκτοπισμό – Χωριό υπό ισραηλινό αποκλεισμό εδώ και ένα μήνα

Ads

Ολόκληρο το άρθρο της όπως δημοσιεύθηκε στο KeyMagazine

Ads

Κάθε πρωί ξυπνάω και η ζωή επαναλαμβάνεται. Αναζητώ νερό, σκέφτομαι τι θα φάμε και φροντίζω τα παιδιά μου. Δεν ξέρω αν θα περάσει η μέρα χωρίς ισραηλινή αεροπορική επιδρομή ή αν το σπίτι μας θα στέκεται ακόμη όρθιο το βράδυ. Παρακολουθώ τις ειδήσεις, επικοινωνώ με τις πηγές μου, καταγράφω όσα συμβαίνουν γύρω μου και προσπαθώ να αποτυπώσω την πραγματικότητα της ζωής στη Γάζα. Η δημοσιογραφία δεν είναι κάτι που μπορώ να αφήσω πίσω μου όταν επιστρέφω στο σπίτι. Έχει γίνει μέρος του καθημερινού αγώνα μου να καταλάβω τι συμβαίνει στη δική μου οικογένεια και στους ανθρώπους σε ολόκληρη τη Γάζα.

Ads

Τα βράδια περνώ ώρες κοιτάζοντας από το μοναδικό παράθυρο του σπιτιού μου, εκείνο της κουζίνας, τα κατεστραμμένα σπίτια απέναντί μου. Ερείπια και συντρίμμια με περιβάλλουν παντού. Ούτε το παράθυρο ούτε το κτίριο μου ανήκουν· νοικιάζω το σπίτι κάποιου άλλου, καθώς το πατρικό μου έχει καταστραφεί. Και αυτό το κτίριο έχει υποστεί ζημιές. Αντί για τοίχους, γύρω μας υπάρχουν ξύλα και πλαστικά καλύμματα.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουμε εκτοπιστεί 13 φορές, μετακινούμενοι ανάμεσα στη Ράφα και τη Χαν Γιουνίς, στον νότο της Λωρίδας της Γάζας, και στον καταυλισμό Νουσεϊράτ, στο κέντρο της. Φεύγουμε από το ένα μέρος για το άλλο, άλλοτε για να γλιτώσουμε από τις αεροπορικές επιδρομές και τους βομβαρδισμούς και άλλοτε αναζητώντας νερό. Με κάθε εκτοπισμό μαθαίνω ότι η απόσταση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο μπορεί να είναι μόλις λίγοι δρόμοι.

Από τον περασμένο Οκτώβριο βρίσκεται σε ισχύ μια «εκεχειρία», αλλά οι σκοτωμοί δεν έχουν σταματήσει ούτε για μία ημέρα. Παρά τις εικόνες θανάτου, εκτοπισμού και καταστροφής, αισθάνομαι ότι ο κόσμος αρχίζει να στρέφει αλλού το βλέμμα του, σαν η ιστορία της Γάζας να τελείωσε τη στιγμή που ανακοινώθηκε η «εκεχειρία». Η δική μας ζωή αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Γράφω αυτό το κείμενο στις 3 τα ξημερώματα της 3ης Οκτωβρίου και ακούω ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές να πλήττουν σπίτια στη δυτική πόλη της Γάζας. Βομβαρδισμοί, πυρά και χερσαίες επιχειρήσεις συνεχίζονται, καθιστώντας δύσκολη ή αδύνατη την πρόσβαση στα δύο τρίτα της Λωρίδας. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το Ισραήλ έχει σκοτώσει σχεδόν 1.500 Παλαιστινίους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ενώ σχεδόν 5.000 άνθρωποι έχουν τραυματιστεί. Οι αριθμοί δεν περιλαμβάνουν όσους παραμένουν θαμμένοι κάτω από τα ερείπια.

Την ίδια ημέρα, πέντε άμαχοι σκοτώθηκαν σε ισραηλινή επίθεση εναντίον κατοικίας στη δυτική Γάζα: η Μάισα Χάντερ Αμπού Ντάουν και η κόρη της, Μαρία, η γιατρός Γιασμίν Χαμίς Αλ-Μπουμπού και η μητέρα της, Χαλούμ, καθώς και ο 21χρονος Μπιλάλ Άλι Άουντα. Όλοι τους σκοτώθηκαν ενώ κοιμούνταν στα κρεβάτια τους.

Τι σημαίνει «εκεχειρία» όταν εξακολουθούμε να ξυπνάμε με τέτοιες ειδήσεις; Τι σημαίνει για μια μητέρα που φοβάται ακόμη μια αεροπορική επιδρομή, για ένα παιδί που δεν επιστρέφει στο σχολείο, για έναν ασθενή που αναζητά φάρμακα ή για μια οικογένεια που εξακολουθεί να ζει σε σκηνή;

Η λεγόμενη εκεχειρία δεν έφερε έναν ασφαλή ουρανό ούτε την επιστροφή στη ζωή που είχα πριν από τον πόλεμο. Ξυπνάω με ένα συναίσθημα που γνωρίζουν καλά όλοι γύρω μου: την καθημερινή καταμέτρηση των νεκρών.

Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει ξανά και ξανά: Ποιος σκοτώθηκε; Γιατί συνεχίζεται αυτό; Γιατί δεν υπάρχει λογοδοσία για την παράταση αυτής της τραγωδίας; Πόσο ακόμη θα περιμένουμε, χωρίς καν να γνωρίζουμε τι ακριβώς περιμένουμε; Ο πόλεμος συνεχίζεται μέσα στα σώματά μας, στα παιδιά μας, στα σχολεία και στα νοσοκομεία μας, στην καθημερινότητά μας.

Αν περιμένω κάτι, είναι να ξανακερδίσω τη ζωή που είχαμε πριν από τις 7 Οκτωβρίου, όταν δεν ζούσαμε με τον διαρκή φόβο ότι θα σκοτωθούμε ξαφνικά, σε μια αεροπορική επιδρομή που μοιάζει χωρίς νόημα.

Πριν από τον πόλεμο πίστευα ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο είναι να χάσει όσα αγαπά. Έχασα το σπίτι μου, τα προσωπικά μου αντικείμενα και τις αναμνήσεις μου. Τελικά κατάλαβα ότι το πιο δύσκολο δεν είναι μόνο να χάσεις πολλά πράγματα ταυτόχρονα, αλλά να περιμένουν από εσένα να συνεχίσεις σαν να μη συνέβη τίποτα.

Δεν υπάρχει πραγματικός χρόνος για να πενθήσεις. Ακόμη κι όταν χάνω κάτι ή κάποιον, αναγκάζομαι αμέσως να σκεφτώ άλλα πράγματα. Πρέπει να επικοινωνήσω με τις πηγές μου και να γράψω για ανθρώπους που ζουν την ίδια καταστροφή. Πρέπει να αναρωτηθώ τι θα ταΐσω σήμερα τα παιδιά μου, αν θα είναι ασφαλή σε περίπτωση που πέσει μια βόμβα κοντά μας, αν το σπίτι όπου μένουμε θα αντέξει ή αν θα καταρρεύσει πάνω μας ενώ κοιμόμαστε.

Αυτό σημαίνει να συνεχίζεις σαν να μη συνέβη τίποτα: να κουβαλάς τις απώλειές σου και να κάνεις τα πιο απλά πράγματα, ενώ ένα κομμάτι σου παραμένει εγκλωβισμένο σε όλα όσα έχασες.

Είμαι μητέρα πέντε παιδιών και δεν μπορώ να διαχωρίσω τη ζωή μου από τη δουλειά μου ως δημοσιογράφου. Εμείς, οι δημοσιογράφοι στη Γάζα, δεν μεταδίδουμε ειδήσεις για άλλους ανθρώπους. Ζούμε μέσα στους τίτλους των ειδήσεων. Όταν γράφω για αεροπορικές επιδρομές, τις ακούω. Όταν γράφω για εκτοπισμούς, έχω εκτοπιστεί και η ίδια. Όταν γράφω για την έλλειψη νερού, έχω σταθεί κι εγώ στην ουρά για να προμηθευτώ νερό.

Στέλνω τα ρεπορτάζ μου σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, ενώ προσπαθώ να καταλάβω πού θα κοιμηθούμε την επόμενη νύχτα. Κρατώ στο ένα χέρι το τηλέφωνο και το σημειωματάριό μου και με το άλλο τα χέρια των παιδιών μου. Προσπαθώ να τα προστατεύσω από την ίδια καταστροφή που περιγράφω με λέξεις σε αναγνώστες που βρίσκονται ασφαλείς στα σπίτια τους, σε όλο τον κόσμο.

Πριν από λίγες ημέρες μίλησα με μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος και ο 11χρονος γιος σκοτώθηκαν σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή τον Μάιο του 2024, ενώ είχαν βγει για ψώνια. Σήμερα ζει σε σκηνή με τα άλλα τρία παιδιά της. Δεν θρηνεί μόνο τις απώλειές της, αλλά και έναν κόσμο που αποδέχτηκε τον μύθο ότι ο πόλεμος τελείωσε, ενώ εκείνη εξακολουθεί να τον βιώνει κάθε λεπτό. Οι συζητήσεις για τη μεταπολεμική διευθέτηση την εξοργίζουν. Ακούει να μιλούν για το μέλλον, ενώ η ίδια παραμένει παγιδευμένη στο παρόν. Αναρωτιέται πώς θα ταΐσει τα παιδιά της και πώς θα τους εξασφαλίσει ζεστά ρούχα καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.

Ως μητέρα προσπαθώ να συνεχίσω και την εκπαίδευση των παιδιών μου. Τα στέλνω σε σκηνές όπου γίνονται μαθήματα, ύστερα από μια μακρά διακοπή. Δεν είναι όμως σχολείο όπως το γνωρίζαμε. Τα παιδιά κάθονται στο έδαφος, επειδή δεν υπάρχουν αρκετά θρανία και τραπέζια. Λείπουν ακόμη και οι πίνακες και τα σχολικά είδη. Σύμφωνα με τη UNICEF, σχεδόν το 98% των σχολικών κτιρίων στη Γάζα έχει υποστεί ζημιές, ενώ περίπου τρία στα πέντε παιδιά δεν έχουν καθόλου διά ζώσης εκπαίδευση. Προσπαθώ να εξηγήσω γιατί δεν υπάρχει πραγματικό σχολείο. Εκείνες τις στιγμές νιώθω ότι ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο το παρόν μας, αλλά κλέβει και το μέλλον μας.

Πριν από λίγο καιρό χρειάστηκε να αντιμετωπίσω και την κατάρρευση του συστήματος υγείας για να βρω περίθαλψη για την οκτάχρονη κόρη μου, τη Σαμ. Ένα κομμάτι πέτρας έπεσε πάνω της καθώς περνούσε κάτω από ένα κατεστραμμένο κτίριο, τραυματίζοντάς την στο πρόσωπο. Έπρεπε να τη μεταφέρω στο νοσοκομείο, αλλά η έλλειψη καυσίμων και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις έκαναν τη διαδρομή σχεδόν αδύνατη.

Την πήγα με τα πόδια στο νοσοκομείο Αλ-Σίφα, διανύοντας τέσσερα χιλιόμετρα. Προσπαθούσα να κρύψω τον φόβο μου. Έτρεμα στην ιδέα ότι το νοσοκομείο θα ήταν γεμάτο τραυματίες, και αυτό ακριβώς συνέβη: περίμενα έξι ολόκληρες ώρες για να της κάνουν ράμματα. Φοβόμουν ακόμη και τη διαδρομή, καθώς οι αεροπορικές επιδρομές πλήττουν συχνά οχήματα που κινούνται στους δρόμους. Η Σαμ με κοιτούσε με το πρόσωπο γεμάτο αίματα.

Όταν φτάσαμε, ο γιατρός μού είπε να αγοράσω ράμματα και ιώδιο από ένα φαρμακείο, επειδή το νοσοκομείο δεν διέθετε. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κανένα νοσοκομείο στη Γάζα δεν λειτουργεί πλήρως. Μόνο 19 από τα 36 λειτουργούν μερικώς. Τα φάρμακα, τα διαγνωστικά υλικά, ο εξοπλισμός και τα καύσιμα βρίσκονται σε εξαιρετικά μεγάλη έλλειψη. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που άκουγα. Τελικά βγήκα έξω και αγόρασα μόνη μου τα απαραίτητα υλικά.

Η οικογένειά μου είναι γεμάτη ιστορίες που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς. Πριν από περίπου μία εβδομάδα, η γυναίκα του αδελφού μου απέβαλε στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Άρχισε να αιμορραγεί ύστερα από έντονη σωματική εξάντληση, όπως συμβαίνει σε πολλές μητέρες που σηκώνουν τεράστιο βάρος για να στηρίξουν τις οικογένειές τους: κουβαλούν νερό από μακρινές αποστάσεις, μαγειρεύουν με καυσόξυλα και εκτίθενται στον τοξικό καπνό. Δεν βρήκε μεταφορικό μέσο και αναγκάστηκε να περπατήσει περίπου τρία χιλιόμετρα για να φτάσει στο νοσοκομείο. Η αιμορραγία επιδεινώθηκε στη διαδρομή και, όταν έφτασε, είχε ήδη χάσει το μωρό της.

Οι καθημερινές λεπτομέρειες, που αλλού θα φαίνονταν ασήμαντες, έχουν γίνει για εμάς ζήτημα επιβίωσης. Ο χρόνος που χρειάζεται για να σωθεί η ζωή μιας μητέρας ή του αγέννητου παιδιού της είναι ακριβώς ο χρόνος που εκείνη δεν έχει. Οι συνέπειες αυτού του πολέμου δεν μετρώνται μόνο με τους αριθμούς των νεκρών και των τραυματιών.

Αυτές, όμως, δεν είναι οι εικόνες που θέλω να βλέπει ο κόσμος από τη Γάζα. Έπειτα από τρία χρόνια πολέμου, έχω μία επιθυμία: να δουν οι άνθρωποι όσους επέζησαν κάτω από τα ερείπια. Ο κόσμος έχει δει κατεστραμμένα κτίρια, καπνούς, νεκρούς, τραυματίες, σκηνές και ουρές. Έχει δει, όμως, εμάς; Τους ανθρώπους που έχουν κουραστεί να ζουν μέσα σε αυτές τις συνθήκες;

Θέλω οι άνθρωποι στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και παντού όπου προβάλλονται οι ιστορίες μας να καταλάβουν ότι όσοι εμφανίζονται στις ειδήσεις δεν είναι απλώς «οι Παλαιστίνιοι», μια αφηρημένη ανθρώπινη μάζα. Είναι άνθρωποι με ονόματα, αναμνήσεις, οικογένειες, φόβους και σχέδια για το μέλλον. Όταν οι κάτοικοι της Γάζας γίνονται ένας αριθμός σε ένα δελτίο ειδήσεων, ο πόνος τους μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μακρινό γεγονός. Έτσι γίνεται ευκολότερο να αγνοηθεί η ανθρωπιά τους.

Θέλω ο κόσμος να δει πώς μια μητέρα στη Γάζα έχει μετατραπεί σε διαχειρίστρια καταστροφών. Κάθε πρωί γνωρίζω ακριβώς πόσα λίτρα νερού μάς έχουν απομείνει, πότε πρέπει να βγω για να βρω κι άλλο, πώς θα μαγειρέψουμε αν δεν υπάρχει αέριο και πώς θα μοιράσω ό,τι διαθέτουμε στα πέντε παιδιά μου, ενώ προσπαθώ να κρύψω το άγχος μου από αυτά.

Θέλω να δουν τη Σαμ να κάθεται απέναντί μου μετά τον τραυματισμό της, ενώ εγώ προσπαθώ να δείχνω δυνατή. Να καταλάβουν τι σημαίνει να ακούει μια μητέρα από τον γιατρό ότι πρέπει να αγοράσει αλλού τα υλικά για τα ράμματα, επειδή το νοσοκομείο δεν τα διαθέτει. Να δουν την έγκυο γυναίκα που υπομένει τον πόνο της και περπατά μεγάλες αποστάσεις επειδή δεν βρίσκει αυτοκίνητο.

Πρέπει να γνωρίζουν ότι όλοι μας υπομένουμε αυτές τις καθημερινές τραγωδίες και εξακολουθούμε να «ζούμε», περνώντας τις μέρες μας μέσα σε μια πραγματικότητα βαθιάς συντριβής.

Καθώς ο κόσμος στρέφει αλλού το βλέμμα του, το βάρος της δουλειάς μας, των Παλαιστινίων δημοσιογράφων, γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Δεν είμαστε υπερήρωες. Δεν μπορούμε να αντέχουμε για πάντα. Είμαστε άνθρωποι με όρια, που εξακολουθούν να μην ξέρουν αν θα ζήσουν για να δουν την επόμενη ημέρα.

Αγαπητοί αναγνώστες και φίλοι, όλοι εσείς που πιστεύετε στην ελευθερία και την ανθρωπιά:

Καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, ξεκινώ μια ανθρωπιστική εκστρατεία για την παροχή χειμερινών ρούχων σε περίπου 400 παιδιά που ζουν σε τρεις καταυλισμούς εκτοπισμένων στη δυτική πόλη της Γάζας. Οι οικογένειές τους έχουν χάσει τα σπίτια τους και τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν τον χειμώνα μέσα σε σκηνές και πρόχειρα καταλύματα, χωρίς να διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσουν.