Στα social media η πολιτική εμφανίζεται ως παρωδία σε τέτοιο βαθμό, που αρκετοί επιστήμονες προσπαθούν ήδη να μετρήσουν την επίδραση του φαινομένου στην κοινωνία.

Ads

Η παρωδία δεν χρησιμοποιείται απλώς ένας τρόπος υγειούς σάτιρας, μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας, που αναδιαμορφώνει τα μηνύματα, κινητοποιεί συναισθήματα και αποδομεί τις αφηγήσεις της άλλης πλευράς.

Ads

Στην Ελλάδα έχουμε καθημερινά δεκάδες παραδείγματα με πιο πρόσφατο την αξιοποίηση του βίντεο του Άδωνι Γεωργιάδη να χοροπηδά με συνθήματα της ΔΑΠ.

Ads

Στην Αμερική του Τραμπ το φαινόμενο έχει εξελιχθεί σε επιστήμη.

Ads

Ενόψει των εκλογών στην Ισπανία, το La Conversation έθεσε το ερώτημα, τελικά ποια ιδεολογία μεταφέρεται κυρίως μέσα από τα χιλιάδες βίντεο που παρωδούν κόμματα, αλλά και την ίδια την πολιτική συχνά;

Ποιο αποτύπωμα αφήνουν με αυτού του είδους την πολιτική επικοινωνία πολιτικοί, κόμματα, ακτιβιστές και χρήστες των κοινωνικών δικτύων;

Η πολιτική αφήγηση γίνεται meme

Ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Κρίστιαν Σαλμόν έχει υποστηρίξει ότι η σύγχρονη πολιτική δεν στηρίζεται μόνο στα επιχειρήματα, αλλά και στο storytelling: στην κατασκευή δηλαδή αφηγημάτων με ήρωες, εχθρούς και έναν προορισμό, έναν στόχο, που παρουσιάζεται ως αναγκαίος.

Η παρωδία παίρνει το αφήγημα του αντιπάλου, το αντιστρέφει και το χρησιμοποιεί εναντίον του.

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον είχε επισημάνει ότι στη μεταμοντέρνα κουλτούρα η παρωδία υποχωρεί συχνά μπροστά στο pastiche, τη μίμηση που στερείται σαφούς κριτικής στόχευσης.

Αντίστοιχα, ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ περιέγραψε την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στις μεγάλες αφηγήσεις που υπόσχονταν να εξηγήσουν και να αλλάξουν την κοινωνία.

Σήμερα, ωστόσο, η παρωδία στον ψηφιακό κόσμο μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα επαναπολιτικοποίησης: αποδυναμώνει συμβολικά τον αντίπαλο και ενισχύει συναισθηματικά την ταυτότητα εκείνου που τη χρησιμοποιεί.

Από το «Perro Sanxe» στην αντιστροφή της προσβολής

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καμπάνια του ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) με τίτλο La fuerza del amor (Η δύναμη της αγάπης), στην οποία εμφανίζονται ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ και η σύζυγός του, Μπεγόνια Γκόμεθ.

Η εικόνα αξιοποιήθηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του ως αφετηρία για μια σειρά σατιρικών παραλλαγών.

Το Λαϊκό Κόμμα (PP) χρησιμοποίησε τεχνητή νοημοσύνη για να αντικαταστήσει τη σύζυγο του Σάντσεθ κ. Γκόμεθ με τον πρώην υπουργό Χοσέ Λουίς Άβαλος, ενώ άλλες εκδοχές παρέπεμπαν σε πολιτικά πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο δικαστικών ερευνών.

Το αρχικό σύνθημα μετατράπηκε έτσι σε πρότυπο για μηνύματα με αντίθετο πολιτικό περιεχόμενο.

Ανάλογη διαδρομή ακολούθησε το παρατσούκλι «Perro Sanxe», μια παραλλαγή του ονόματος του Σάντσεθ που διαδόθηκε από την ισπανική δεξιά και την ακροδεξιά.


Η λέξη perro σημαίνει «σκύλος» και χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά. Το PSOE, αντί να περιοριστεί στην απόρριψη του χαρακτηρισμού, επιχείρησε να τον οικειοποιηθεί και να αντιστρέψει τη σημασία του.

Το 2023 αξιοποίησε το τραγούδι «Perra» της Ριγκομπέρτα Μπαντίνι, ενώ ο ίδιος ο Σάντσεθ εμφανίστηκε αργότερα σε βίντεο – παρωδία με τα σκυλιά του.

Σε μια άλλη πολιτική αντιπαράθεση, ο ισπανός πρωθυπουργός απάντησε στα βίντεο αυτά με τη φράση: «Μπορεί να είμαι σκύλος, αλλά δεν έχω αφεντικό».

Η στρατηγική είναι σαφής: μια προσβολή χάνει μέρος της δύναμης της όταν εκείνος που τη δέχεται την υιοθετεί και της δίνει διαφορετικό νόημα στον δημόσιο διάλογο.

Το ρεπορτάζ του La Conversation το περιγράφει αυτό με τη φράση Η παρωδία της παρωδίας.

Η τηλεόραση ως σκηνή πολιτικής αντιπαράθεσης

Η παρωδία μπορεί, ωστόσο, να λειτουργήσει και διαφορετικά: όχι μέσω της μίμησης μιας εικόνας ή ενός συνθήματος, αλλά με την ανατροπή του ίδιου του επικοινωνιακού πλαισίου.

Στην Ισπανία, η εκπομπή «La Revuelta» της δημόσιας τηλεόρασης με παρουσιαστή τον Νταβίντ Μπρονκάνο μετέτρεψε σε επαναλαμβανόμενο αστείο την πιθανότητα να «κοπεί» μετά από ενδεχόμενη πολιτική αλλαγή. Η εκλογική αναμέτρηση έγινε αφορμή για σχόλια σχετικά με το μέλλον της εκπομπής και της δημόσιας τηλεόρασης.

Ο φόβος για μια αλλαγή στο τηλεοπτικό τοπίο μεταφέρθηκε στο κοινό μέσα από το χιούμορ.

Η πολιτική παρωδία δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ουδέτερη. Μπορεί να αποδομεί την εξουσία, να αναπαράγει στερεότυπα, να συσπειρώνει πολιτικά ακροατήρια ή να μετατρέπει την προσβολή σε σύμβολο αντίστασης. Από τα memes μέχρι την τηλεόραση, το αστείο λειτουργεί ως επιχείρημα με συναισθηματική δύναμη.

Γι’ αυτό αξίζει να αναρωτιόμαστε όχι μόνο με ποιον γελάμε, αλλά και ποια αντίληψη για την πολιτική, την κοινωνία και τους αντιπάλους μας περνά μέσα από κάθε «αστείο» και τελικά τι απομένει από την πολιτική σε ένα γαϊτανάκι επικοινωνιακό που στη θέση των πολιτικών θέσεων και επιχειρημάτων, βρίσκεται ένας ατέλειωτος χαβαλές.