Μια σειρά από νέες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν τις τελευταίες ημέρες καταγράφουν μια αξιοσημείωτη μετατόπιση προς τα αριστερά στις πολιτικές αντιλήψεις των Αμερικανών εργαζομένων και ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς, γράφει σε εκτενές άρθρο του o ιστότοπος World Socialist (WSWS).  

Ads

Το WSWS (World Socialist Web Site) είναι η διαδικτυακή έκδοση του παγκόσμιου τροτσκιστικού κινήματος, της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς, καθώς και των συνδεδεμένων με αυτήν τοπικών οργανώσεων στα Κόμματα Σοσιαλιστικής Ισότητας σε όλο τον κόσμο.

Ads

Σε μια χώρα όπου ο αντικομμουνισμός αποτέλεσε επί δεκαετίες σχεδόν αμιγές στοιχείο της κρατικής ιδεολογίας και όπου οι σοσιαλιστικές ιδέες έχουν ουσιαστικά αποκλειστεί από την επίσημη πολιτική ζωή για περίπου έναν αιώνα, σχεδόν τέσσερις στους δέκα εγγεγραμμένους ψηφοφόρους δηλώνουν πλέον ότι θα εξέταζαν το ενδεχόμενο να ψηφίσουν έναν σοσιαλιστή υποψήφιο για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ads

Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Washington Post και της Ipsos, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη, το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 46% μεταξύ των ψηφοφόρων κάτω των 30 ετών, ενώ φτάνει το 64% ανάμεσα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ads

Ωστόσο, παρά τη σημαντική αυτή άνοδο της αποδοχής των σοσιαλιστικών ιδεών – ή, σύμφωνα με το άρθρο, ακριβώς εξαιτίας της – η εφημερίδα επέλεξε αρχικά να παρουσιάσει τα ευρήματα με τον τίτλο: «Οι περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι δεν θα στήριζαν έναν δημοκρατικό σοσιαλιστή για την προεδρία».

Το άρθρο υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επιλογή δεν ήταν τυχαία, αποδίδοντάς την στη στάση της ιδιοκτησίας της εφημερίδας και ειδικότερα του δισεκατομμυριούχου Τζεφ Μπέζος, στον οποίο ανήκει η Washington Post.

Ακόμη πιο σημαντικά χαρακτηρίζονται τα ευρήματα δεύτερης δημοσκόπησης, που πραγματοποίησε το CNN σε συνεργασία με την SSRS και επίσης δημοσιεύθηκε την Πέμπτη.

Σύμφωνα με αυτή, περίπου το ένα τρίτο των Δημοκρατικών και των ανεξάρτητων ψηφοφόρων που κλίνουν προς το Δημοκρατικό Κόμμα αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικοί σοσιαλιστές».

Από όσους υιοθετούν αυτόν τον πολιτικό χαρακτηρισμό, το 59% είναι ηλικίας κάτω των 45 ετών, έναντι 46% μεταξύ όσων δεν θεωρούν τους εαυτούς τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές. Παράλληλα, σχεδόν δύο στους τρεις δηλώνουν ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα συμμετάσχουν στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, ενώ το 99% εξ αυτών σκοπεύει να ψηφίσει υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η ίδια έρευνα καταγράφει και κοινωνικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικοί σοσιαλιστές εμφανίζονται λιγότερο πιθανό να διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο και συχνότερα ανήκουν σε νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα κάτω των 100.000 δολαρίων, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους.

Παράλληλα, η δημοσκόπηση δείχνει ότι οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι εμφανίζονται πιο δεκτικοί στην προοπτική στήριξης ενός δημοκρατικού σοσιαλιστή σε σχέση με τους λευκούς ψηφοφόρους.

Ο συντάκτης του άρθρου θεωρεί ότι τα ευρήματα αυτά αντικρούουν τη συχνά διατυπωμένη άποψη πως η στήριξη προς τον σοσιαλισμό αποτελεί κυρίως έκφραση της λευκής ανώτερης μεσαίας τάξης και συνδέεται περισσότερο με ζητήματα τρόπου ζωής παρά με οικονομικά προβλήματα.

Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη απήχηση των σοσιαλιστικών ιδεών πηγάζει από τις εμπειρίες μιας νέας γενιάς εργαζομένων, η οποία διαπιστώνει πως το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα της επιφυλάσσει ένα μέλλον που χαρακτηρίζεται από πολέμους, οικονομική ανασφάλεια και περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Το άρθρο παρουσιάζει αυτή την εξέλιξη ως επιβεβαίωση μιας βασικής μαρξιστικής αρχής, σύμφωνα με την οποία οι υλικές κοινωνικές συνθήκες διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι το Socialist Equality Party (SEP) είχε προβλέψει ήδη από το 2010 πως η εμβάθυνση της κρίσης του αμερικανικού και του παγκόσμιου καπιταλισμού θα οδηγούσε τους Αμερικανούς εργαζόμενους σε αναθεώρηση της στάσης τους απέναντι στον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με τον συντάκτη, αυτό που τότε αποτελούσε πολιτική εκτίμηση εξελίσσεται πλέον σε ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο.

Η σύνδεση με τον πόλεμο σε Ιράν και Γάζα

Οι δύο δημοσκοπήσεις καταγράφουν, σύμφωνα με το άρθρο, και μια σαφή σχέση ανάμεσα στη θετική στάση απέναντι στον σοσιαλισμό και στην αντίθεση προς την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.

Σχεδόν οι μισοί από όσους αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικοί σοσιαλιστές (48%) δηλώνουν ότι θα στήριζαν με ενθουσιασμό έναν υποψήφιο ο οποίος θα τάσσεται υπέρ της μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής και πολιτικής στήριξης προς το Ισραήλ.

Παράλληλα, οι ίδιοι εμφανίζονται συντριπτικά αντίθετοι στον πόλεμο κατά του Ιράν, μια στάση που, σύμφωνα με το άρθρο, αντανακλά ευρύτερα και τη γνώμη της αμερικανικής κοινής γνώμης.

Επικαλούμενο ξεχωριστή δημοσκόπηση του Quinnipiac University, η οποία δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, το άρθρο αναφέρει ότι το 66% των ερωτηθέντων αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διαχειρίζεται τον πόλεμο, ενώ το 60% δηλώνει ότι αντιτίθεται στην ίδια τη στρατιωτική σύγκρουση. Κατά τον συντάκτη, πρόκειται για τα υψηλότερα ποσοστά αντίθεσης που έχουν καταγραφεί από την έναρξη των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 28 Φεβρουαρίου.

Οι δημοσκοπήσεις και οι εσωκομματικές εκλογές στους Δημοκρατικούς

Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων επιβεβαιώνουν πως τα αποτελέσματα των πρόσφατων προκριματικών εκλογών του Δημοκρατικού Κόμματος στη Νέα Υόρκη και το Κολοράντο δεν αποτελούν συγκυριακό φαινόμενο.

Τον προηγούμενο μήνα, υποψήφιοι που συνδέονται ή υποστηρίζονται από τους Democratic Socialists of America (DSA) εξασφάλισαν το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος σε τέσσερις εκλογικές περιφέρειες για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, επικρατώντας απέναντι σε τρεις βετεράνους βουλευτές που υπηρετούσαν επί σειρά ετών στο Κογκρέσο.

Κατά την εκτίμηση του συντάκτη, οι επόμενες εσωκομματικές αναμετρήσεις στις βιομηχανικές πολιτείες της αμερικανικής ενδοχώρας ενδέχεται να καταγράψουν ακόμη πιο έντονα αυτή τη μετατόπιση προς τα αριστερά.

Στο Μίσιγκαν, ο πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ εμφανίζεται ισόπαλος στις δημοσκοπήσεις με τη βουλευτή Χέιλι Στίβενς ενόψει των προκριματικών εκλογών της 4ης Αυγούστου για το χρίσμα των Δημοκρατικών στη Γερουσία.

Ο Ελ-Σαγέντ υποστηρίζεται από τον Μπέρνι Σάντερς και την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές, ενώ η Στίβενς έχει τη στήριξη της κομματικής ηγεσίας των Δημοκρατικών, της κυβερνήτριας του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ, καθώς και οργανώσεων που τάσσονται υπέρ του Ισραήλ.

Αντίστοιχα, στο Ουισκόνσιν, η πολιτειακή βουλευτής και μέλος των DSA Φραντσέσκα Χονγκ προηγείται στις δημοσκοπήσεις για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις εκλογές για την ανάδειξη κυβερνήτη της πολιτείας.

Σύμφωνα με το άρθρο, η Χονγκ διατηρεί σαφές προβάδισμα απέναντι σε δύο πολύ πιο γνωστά στελέχη του κόμματος, τον δήμαρχο του Μιλγουόκι Ντέιβιντ Κρόουλι και τον πρώην αντικυβερνήτη Μαντέλα Μπαρνς.

Οι συγκεκριμένες προκριματικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 11 Αυγούστου.

Η κρίση εμπιστοσύνης προς το αμερικανικό πολιτικό σύστημα

Ο συντάκτης επισημαίνει ακόμη ότι η αυξανόμενη αποδοχή των σοσιαλιστικών ιδεών καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως υποστηρίζει, τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι αντιμετωπίζουν πρωτοφανή απαξίωση από μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας.

Επικαλούμενος τα στοιχεία της δημοσκόπησης του CNN, αναφέρει ότι σε μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με το ποιο κόμμα εκφράζει την αλλαγή, νοιάζεται περισσότερο για τους απλούς πολίτες, καταπολεμά τη διαφθορά ή μπορεί να επιτύχει ουσιαστικά αποτελέσματα, οι περισσότεροι ερωτηθέντες απάντησαν «κανένα από τα δύο», αντί να επιλέξουν τους Δημοκρατικούς ή τους Ρεπουμπλικάνους.

Στην ίδια έρευνα, η πλειονότητα των συμμετεχόντων εκφράζει την άποψη ότι οι περισσότεροι βουλευτές του Κογκρέσου θα πρέπει να αντικατασταθούν στις επόμενες εκλογές.

Παρόμοια εικόνα, σύμφωνα με το άρθρο, προκύπτει και από δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, η οποία πραγματοποιήθηκε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο.

Η έρευνα καταγράφει ότι το 27% των ερωτηθέντων δηλώνει θετική στάση απέναντι στις ιδέες του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ποσοστό ακριβώς ίδιο με εκείνο που εκφράζει υποστήριξη στις θέσεις του κινήματος MAGA των Ρεπουμπλικάνων.

Ο αρθρογράφος χαρακτηρίζει το εύρημα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, σημειώνοντας ότι λιγότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες δήλωσαν πως γνωρίζουν σε βάθος τι πρεσβεύει ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, την ώρα που, όπως υποστηρίζει, οι θέσεις του κινήματος MAGA προβάλλονται καθημερινά από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την κυβέρνηση Τραμπ.


Οι περιορισμοί των δημοσκοπήσεων

Παρά τη σημασία των αποτελεσμάτων, ο συντάκτης επισημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν πλήρως το πραγματικό κοινωνικό κλίμα.

Όπως αναφέρει, η εικόνα που παρουσιάζουν επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η επιρροή των μέσων ενημέρωσης, ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται τα ερωτήματα, η επιλογή του δείγματος και οι στατιστικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη στάθμισή του.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι όλες αυτές οι μετρήσεις πραγματοποιούνται μέσα στο πλαίσιο ενός πολιτικού συστήματος δύο κομμάτων, το οποίο –όπως υποστηρίζει– ελέγχεται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και αντιμετωπίζει τον καπιταλισμό ως τη μοναδική δυνατή βάση οργάνωσης της κοινωνίας.

Η κριτική στους Democratic Socialists of America

Σύμφωνα με τον συντάκτη, η αρχική μετατόπιση εκατομμυρίων εργαζομένων προς τα αριστερά, υπό την πίεση των αυξανόμενων κινδύνων του πολέμου, της αυταρχικής διακυβέρνησης και της οικονομικής ανασφάλειας, εκφράστηκε μέχρι στιγμής κυρίως μέσα από τις εκλογικές επιτυχίες των Democratic Socialists of America (DSA).

Ωστόσο, το άρθρο υποστηρίζει ότι οι DSA δεν αποτελούν το πραγματικό πολιτικό όχημα αυτής της κοινωνικής διεργασίας. Αντίθετα, τους χαρακτηρίζει εμπόδιο για την ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου εργατικού κινήματος, υποστηρίζοντας ότι λειτουργούν ως εσωτερική τάση του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο περιγράφεται ως ένα από τα δύο κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντα της Wall Street και του στρατιωτικού κατεστημένου.

Κατά τον αρθρογράφο, ο ρόλος των DSA είναι να διοχετεύουν τη διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια εργαζομένων και νέων πίσω στο πλαίσιο της καπιταλιστικής πολιτικής, αποτρέποντας τη διαμόρφωση μιας πραγματικά ανεξάρτητης σοσιαλιστικής εναλλακτικής.

«Η ριζοσπαστικοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο υπάρχον πολιτικό πλαίσιο»

Ο συντάκτης υποστηρίζει ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής μετατόπισης δεν είναι μεταρρυθμιστικό και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένο στα όρια του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η ίδια κρίση του καπιταλισμού που, όπως αναφέρει, στρέφει ολοένα και περισσότερους εργαζόμενους και νέους εναντίον του οικονομικού συστήματος, εκτιμά ότι θα τους φέρει αναπόφευκτα σε σύγκρουση και με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Υπενθυμίζει, μάλιστα, δήλωση του World Socialist Web Site (WSWS) στην πρωτοχρονιάτικη διακήρυξή του στις 4 Ιανουαρίου 2025, σύμφωνα με την οποία: «Τα τελευταία πέντε χρόνια κυριάρχησε η αντίδραση της άρχουσας τάξης στην κρίση του καπιταλισμού. Τα επόμενα πέντε χρόνια θα κυριαρχηθούν από μια εκρηκτική ανάπτυξη της ταξικής πάλης, η οποία έχει ήδη αρχίσει.»

Από τη λαϊκή δυσαρέσκεια στην πολιτική οργάνωση

Το άρθρο υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη απήχηση του σοσιαλισμού, όπως καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, δεν λύνει το βασικό πολιτικό ζήτημα αλλά, αντίθετα, το αναδεικνύει ακόμη πιο έντονα.

Όπως επισημαίνεται, η μαζική κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ένα συνειδητό πολιτικό κίνημα.

Κατά τον συντάκτη, αυτό που απαιτείται είναι η οικοδόμηση μιας επαναστατικής ηγεσίας μέσα στην εργατική τάξη, η οποία θα μπορέσει να εξηγήσει τι σημαίνει πραγματικά ο σοσιαλισμός και με ποιον τρόπο μπορεί να υλοποιηθεί.

Η αναφορά στον Τρότσκι

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο καλεί εργαζόμενους και νέους να μελετήσουν τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα τη σύγκρουση του Λέον Τρότσκι με τον σταλινισμό.

Μάλιστα, κλείνοντας τη συγκεκριμένη ενότητα, παραθέτει τη γνωστή προτροπή του Τρότσκι: «Νέοι άνθρωποι, μελετήστε την πολιτική.»

Το πολιτικό συμπέρασμα του άρθρου

Το άρθρο καταλήγει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ανεξάρτητη πολιτική κινητοποίηση της εργατικής τάξης σε αντιπαράθεση με το καπιταλιστικό σύστημα, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και διεθνώς.

Σύμφωνα με τον συντάκτη, μια τέτοια προοπτική προϋποθέτει ένα αυθεντικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο θα βασίζεται στην πλήρη πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, στην απαλλοτρίωση της χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας,
στη μετατροπή των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων σε δημόσιους οργανισμούς υπό δημοκρατικό έλεγχο, και στην αναδιοργάνωση της οικονομίας με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι το ιδιωτικό κέρδος.

Ο συντάκτης θεωρεί ότι οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν απλώς την αρχή μιας ευρύτερης πολιτικής διαδικασίας.

Κατά την άποψή του, το κρίσιμο ζητούμενο είναι να αποκτήσει αυτή η κοινωνική μετατόπιση σαφή πολιτική κατεύθυνση μέσα από τη δημιουργία μιας επαναστατικής ηγεσίας της εργατικής τάξης, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Με αυτή τη λογική, το άρθρο ολοκληρώνεται με κάλεσμα για ενίσχυση του Socialist Equality Party στις Ηνωμένες Πολιτείες και της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς, καλώντας εργαζόμενους και νέους να ενταχθούν στις οργανώσεις αυτές.