Το φθινόπωρο του 2021, καθώς δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες συγκεντρώνονταν κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον άρχισε να αντιμετωπίζει με αυξανόμενη ανησυχία τις κινήσεις της Μόσχας.
Οι δυνάμεις αυτές δεν έμοιαζαν με μια συνηθισμένη στρατιωτική άσκηση. Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, αποφάσισε ότι έπρεπε να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στο Κρεμλίνο και ανέθεσε στον τότε διευθυντή της CIA, Γουίλιαμ Μπερνς – και πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Ρωσία – να ταξιδέψει στη Μόσχα.
Το μήνυμα ήταν απλό – βλέπουμε τη συγκέντρωση στρατευμάτων και σας προειδοποιούμε να μην κάνετε αυτό που φοβόμαστε ότι ετοιμάζεστε να κάνετε, τονίζει το Newsweek σε ειδικό άρθρο του.
Λίγους μήνες αργότερα, η Ρωσία εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία.
Σχεδόν πέντε χρόνια μετά, η ιστορία μοιάζει να επαναφέρει ένα παρόμοιο σκηνικό.
Ο σημερινός διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, πραγματοποίησε αυτή την εβδομάδα αιφνιδιαστική και μη ανακοινωμένη επίσκεψη στη ρωσική πρωτεύουσα, με αποστολή να προειδοποιήσει το Κρεμλίνο να μην προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση, όχι μόνο στην Ουκρανία αλλά και απέναντι σε κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, όπως αναφέρθηκε από σύσσωμο τον αμερικανικό Τύπο.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συναντήθηκε προσωπικά μαζί του. Ο Ράτκλιφ είχε επαφές με Ρώσους αξιωματούχους ασφαλείας, οι οποίοι στη συνέχεια ενημέρωσαν τον Ρώσο πρόεδρο για το περιεχόμενο της αμερικανικής προειδοποίησης.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει – γιατί μια νέα προειδοποίηση από έναν νέο διευθυντή της CIA θα είχε σήμερα διαφορετικό αποτέλεσμα;
Η βαθύτερη σύγκρουση παραμένει ακριβώς η ίδια
Παρά τις τεράστιες αλλαγές που έχει προκαλέσει ο πόλεμος από τον Φεβρουάριο του 2022, η θεμελιώδης διαφωνία ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση δεν έχει επιλυθεί.
Το ΝΑΤΟ θεωρεί τη Μόσχα επιτιθέμενη δύναμη και επιμένει ότι κάθε ευρωπαϊκό κράτος έχει το κυριαρχικό δικαίωμα να επιλέγει μόνο του τις συμμαχίες και τις ρυθμίσεις ασφαλείας του.
Η Μόσχα βλέπει το ίδιο ζήτημα εντελώς διαφορετικά. Αντιμετωπίζει την προσέγγιση γειτονικών της χωρών με το ΝΑΤΟ ως επέκταση της Συμμαχίας προς τα ρωσικά σύνορα και ως απειλή για τη δική της ασφάλεια, τονίζει το δημοσίευμα.
Λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή, ο τότε γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ είχε διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια τη δυτική θέση: η Ουκρανία είναι κυρίαρχο κράτος και έχει το δικαίωμα να καθορίζει το μέλλον και την πολιτική ασφαλείας της. Η ενδεχόμενη ένταξή της στο ΝΑΤΟ, είχε πει, αφορά την ίδια και τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας· η Ρωσία «δεν έχει δικαίωμα βέτο».
Η θέση του Πούτιν ήταν σχεδόν το ακριβώς αντίθετο. Η Μόσχα είχε καταθέσει προτάσεις με τις οποίες ζητούσε να σταματήσει οποιαδήποτε περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, καθώς και να τερματιστεί μεγάλο μέρος της στρατιωτικής δραστηριότητας της Συμμαχίας στην Ουκρανία και στην Ανατολική Ευρώπη.
«Δεν πρέπει να υπάρξει περαιτέρω κίνηση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς», είχε δηλώσει τότε ο Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι αμερικανικά και δυτικά οπλικά συστήματα βρίσκονταν ήδη «στο κατώφλι μας».
Storm Shadow, ειρηνευτική δύναμη και η οπτική της Μόσχας
Σήμερα, το χάσμα αυτό παραμένει. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επισκέφθηκε αυτή την εβδομάδα το Κίεβο και ανακοίνωσε ότι η Βρετανία θα προσφέρει στην Ουκρανία τα σχέδια του πυραύλου cruise Storm Shadow/SCALP, ώστε η χώρα να μπορέσει να αρχίσει εγχώρια παραγωγή του όπλου μεγάλου βεληνεκούς.
Παράλληλα, η λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων», υπό την ηγεσία της Γαλλίας και της Βρετανίας, επιβεβαίωσε ότι προετοιμάζει πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην Ουκρανία μετά από ενδεχόμενη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.
Από τη σκοπιά του ΝΑΤΟ, πρόκειται για μέτρα άμυνας: στήριξη μιας κυρίαρχης ευρωπαϊκής χώρας απέναντι στη ρωσική επίθεση και ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Από τη σκοπιά της Μόσχας, όμως, οι ίδιες κινήσεις εμφανίζονται ως περαιτέρω επιβεβαίωση ότι η στρατιωτική παρουσία της Δύσης πλησιάζει όλο και περισσότερο στα ρωσικά σύνορα.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ κατηγόρησε αυτή την εβδομάδα τη Βρετανία ότι «συμμετέχει σε αυτόν τον πόλεμο» και ότι «ρίχνει λάδι στη φωτιά».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη στρατευμάτων από χώρες του ΝΑΤΟ στο ουκρανικό έδαφος, ακόμη και μετά τη λήξη των μαχών, θα ήταν για το Κρεμλίνο «απολύτως απαράδεκτη».
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και νυν αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο οποίος χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ «εχθρικό στρατιωτικοπολιτικό μπλοκ» και υποστήριξε ότι η πιθανότητα περαιτέρω διεύρυνσής του προς την Ουκρανία και τη Γεωργία αποτελεί «υπαρξιακή απειλή για τη Ρωσία».
Η σκληρότερη ρητορική από τον Βίκτορ Σομπόλεφ
Ακόμη πιο ακραία ήταν η τοποθέτηση του αντιστράτηγου Βίκτορ Σομπόλεφ, πρώην διοικητή του ρωσικού στρατού και νυν μέλους της Επιτροπής Άμυνας της Κρατικής Δούμας.
Ο Σομπόλεφ δήλωσε σε ρωσικά μέσα ότι η Ρωσία πρέπει να εξασφαλίσει τη νίκη στην Ουκρανία έως το 2030, πριν – όπως υποστήριξε – οι χώρες του ΝΑΤΟ είναι έτοιμες για πόλεμο με τη Μόσχα.
«Το φασιστικό καθεστώς πρέπει να αντιμετωπιστεί προτού η Πολωνία και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ είναι έτοιμες για πόλεμο με τη Ρωσία. Οι Πολωνοί, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βρετανοί, το Βέλγιο, η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Σουηδία – όλοι θέλουν να πολεμήσουν τη Ρωσία, να της επιφέρουν στρατηγική ήττα», είπε.
Πρόσθεσε ότι, μετά από μια ρωσική νίκη στην Ουκρανία, οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας θα πρέπει να ανασυγκροτηθούν ταχύτατα, ώστε «να είναι έτοιμες να αποκρούσουν την επιθετικότητα οποιουδήποτε γεωπολιτικού αντιπάλου, σε οποιαδήποτε στρατηγική κατεύθυνση και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες».
Από το 2022 μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει σχεδόν τα πάντα – ο πόλεμος έχει προκαλέσει εκατομμύρια απώλειες και τραυματισμούς, έχει ανατρέψει την ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική και έχει επιταχύνει την αναδιάταξη διεθνών συμμαχιών.
Η βασική αντιπαράθεση, όμως, παραμένει αμετάβλητη.

Η Βαλτική στο επίκεντρο της αμερικανικής προειδοποίησης
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η οποία επικαλείται πηγές που ενημερώθηκαν για τις επαφές, ένα από τα βασικά θέματα που έθεσε ο Ράτκλιφ στη Μόσχα ήταν ο κίνδυνος κλιμάκωσης όχι μόνο στην Ουκρανία, αλλά και εναντίον κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Αρκετές αναφορές επικεντρώνουν τις ανησυχίες στις χώρες της Βαλτικής – Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία.
Τα σενάρια που εξετάζονται δεν αφορούν κατ’ ανάγκη έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο. Περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις, εντατικοποίηση των υβριδικών επιχειρήσεων ή ακόμη και μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια σε έδαφος του ΝΑΤΟ.
Η ίδια η Εσθονία εμφανίζεται πάντως λιγότερο ανήσυχη.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάργκους Τσάχκνα δήλωσε την Πέμπτη, μετά την επίσκεψη Ράτκλιφ στη Μόσχα, ότι η απειλή από τη Ρωσία και το ενδεχόμενο προκλήσεων εναντίον του ΝΑΤΟ πρέπει να αντιμετωπίζονται σοβαρά, αλλά τόνισε ότι «η εκτίμηση απειλής της Εσθονίας δεν έχει αλλάξει».
Ανάλογη θέση είχε εκφράσει και ο πρωθυπουργός Κρίστεν Μίχαλ σε σύνοδο στο Κίεβο στις 23 Αυγούστου.
«Η εκτίμηση της Ρωσίας για την ισχύ και τη δύναμη του ΝΑΤΟ βρίσκεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε γνωρίζουν πως δεν αξίζει να επιτεθούν. Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς· δεν υπάρχει άμεση απειλή», είχε δηλώσει.
Διαβάστε επίσης: Wall Street Journal / Ο λόγος της επίσκεψης του διευθυντή της CIA στη Μόσχα
Η Εσθονία δεν επαναπαύεται
Αυτή η εκτίμηση δεν σημαίνει ότι το Ταλίν υποτιμά τον κίνδυνο.
Οι αμυντικές δαπάνες της Εσθονίας έχουν οριστεί φέτος στο 5,4% του ΑΕΠ, ενώ η χώρα κατασκευάζει τη Βαλτική Γραμμή Άμυνας, η οποία προβλέπεται να περιλαμβάνει έως και 600 καταφύγια και οχυρωμένες θέσεις.
Παράλληλα, φιλοξενεί νατοϊκή δύναμη μάχης υπό βρετανική διοίκηση, ενώ μία βρετανική ταξιαρχία βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο ετοιμότητας ώστε να ενισχύσει τη χώρα εφόσον χρειαστεί.
Το πρόβλημα είναι ότι η πρόσφατη ιστορία δείχνει πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι να θεωρεί κανείς δεδομένο ότι η Μόσχα θα κάνει τις ίδιες εκτιμήσεις με τη Δύση για το τι θεωρείται στρατιωτικά ορθολογικό.
Το μάθημα του 2022
Στις αρχές του 2022, καθώς οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούσαν όλο και πιο έντονα για επικείμενη ρωσική εισβολή, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι προσπαθούσε δημοσίως να καθησυχάσει την κοινή γνώμη.
Ο Γουίλιαμ Μπερνς είχε μεταβεί τον Ιανουάριο στο Κίεβο για να τον ενημερώσει προσωπικά σχετικά με όσα φοβόταν η αμερικανική πλευρά.
Ο Ζελένσκι, ωστόσο, δήλωνε τότε ότι «δεν υπάρχει λόγος πανικού» και ότι η κατάσταση παρέμενε υπό έλεγχο.
Έναν μήνα αργότερα, ρωσικά άρματα μάχης κατευθύνονταν προς το Κίεβο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα παρόμοιο σενάριο πρόκειται να επαναληφθεί στην Εσθονία.
Σημαίνει όμως ότι οι δυτικοί σχεδιαστές άμυνας δεν μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά στην υπόθεση ότι η Μόσχα θα θεωρήσει μια επίθεση στο ΝΑΤΟ υπερβολικά επικίνδυνη για να την επιχειρήσει.
Το σενάριο μιας περιορισμένης δοκιμής του ΝΑΤΟ
Ο αναλυτής Εντ Άρνολντ του βρετανικού Royal United Services Institute (RUSI) υποστήριξε στο Newsweek ότι ο Πούτιν γνωρίζει πως δεν μπορεί να αντιμετωπίσει στρατιωτικά ολόκληρο το ΝΑΤΟ, αλλά θα μπορούσε να επιχειρήσει να το αποδυναμώσει πολιτικά.
«Ο Πούτιν ξέρει ότι δεν μπορεί να νικήσει το ΝΑΤΟ στρατιωτικά, αλλά μπορεί να το πλήξει πολιτικά», είπε.
Το σενάριο που περιγράφει αφορά μια πολύ περιορισμένη επιχείρηση σε ευάλωτο σημείο, η οποία θα δοκίμαζε στην πράξη τη συνοχή της Συμμαχίας.
Ένα τέτοιο σημείο θα μπορούσε θεωρητικά να είναι το Διάδρομο του Σουβάλκι, η στενή λωρίδα εδάφους μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας που χωρίζει τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ από τη Λευκορωσία.
Μια περιορισμένη ενέργεια εκεί θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, να θέσει το ΝΑΤΟ μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: θα ενεργοποιούσε πράγματι το Άρθρο 5 και θα ρίσκαρε γενικευμένο πόλεμο με τη Ρωσία για ένα σκόπιμα περιορισμένο επεισόδιο;
Εάν η απάντηση δεν ήταν άμεση και ενιαία, οι εσωτερικές διαφωνίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά στη Συμμαχία από την ίδια τη στρατιωτική ενέργεια.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της αποστολής Ράτκλιφ στη Μόσχα.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ουάσιγκτον, το Ταλίν και τις Βρυξέλλες ίσως δεν είναι αν μια επίθεση εναντίον του ΝΑΤΟ φαίνεται λογική από δυτική σκοπιά.
Είναι πώς θα πειστεί ο Βλαντίμιρ Πούτιν ότι ακόμη και μια περιορισμένη δοκιμή της Συμμαχίας θα είχε κόστος τόσο μεγάλο, ώστε η Μόσχα να μην είναι διατεθειμένη να το αναλάβει.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


