Με αφορμή την Ημέρα Νέλσον Μαντέλα, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι αποτίει φόρο τιμής στον «Μαντίμπα» (είναι το φυλετικό, τιμητικό όνομα του Νέλσον Μαντέλα), με μια συγκλονιστική ομιλία υπενθυμίζοντάς μας ότι «η δικαιοσύνη πρέπει να είναι χειροπιαστή και η αλληλεγγύη καθολική».
Στη εμβληματική αυτή ομιλία υπενθυμίζει ποιοι ήταν οι πολέμιοι του Μαντέλα, οι οποίοι υποκριτικά αργότερα μετά θάνατο τον αναγνώρισαν και υπογράμμισε τις αντιστοιχίες με το σήμερα και ιδιαίτερα με τη στάση μας απέναντι στον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού.
«Και καθώς θυμόμαστε τον άνθρωπο Μαντέλα, ορισμένοι, συμπεριλαμβανομένου και εμού, θα θέσουμε στον εαυτό μας ένα πιο δύσκολο ερώτημα: ποιον αντιμετωπίζουμε σήμερα με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε ο Μαντέλα πριν η ιστορία τον ανακηρύξει μεσσία; Για κάθε έπαινο που χρησιμοποιούμε τώρα για να περιγράψουμε τον Μαντέλα, ποιος περιγράφεται σήμερα με τον τρόπο που τον περιέγραψε τότε ο Τεντ Κόπελ;
Ποιος άλλος έχει δει την ανθρωπιά του να εξαρτάται από όρους, έχει ακούσει ότι η ελευθερία του μπορεί να περιμένει; Ποιος άλλος ηγείται ενός αγώνα που θα δοξάσουμε εκ των υστέρων, αλλά που στο παρόν υφίσταται διασυρμό; Ποιος άλλος χρειάζεται την αλληλεγγύη μας;» αναρωτήθηκε με νόημα για να προσθέσει πως: «Όμως η δικαιοσύνη δεν μετριέται από τη θέση που παίρνουμε αφού η ιστορία έχει εκδώσει την ετυμηγορία της. Μετριέται από τη θέση που παίρνουμε ενώ η ετυμηγορία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη»
Ανατρέχει στην ιστορική τηλεοπτική συνέντευξη του 1990, εκεί που του έστησαν ενέδρα με ντροπιαστικές ερωτήσεις εκείνοι που τον λογάριαζαν ως τρομοκράτη. Το κείμενο που μοιράστηκε με το κοινό ο Μαμντάνι αναδεικνύει τη δύναμη του ηγέτη που προτίμησε να ρισκάρει την εξουσία του παρά να προδώσει τις αρχές του, καλώντας μας να αναλογιστούμε ποιον αντιμετωπίζουμε σήμερα με τον ίδιο άδικο τρόπο που η ιστορία αντιμετώπισε τον Μαντέλα πριν τον αγιοποιήσει, θέτοντας τα πιο καίρια ερωτήματα για τους ηγέτες του σήμερα αλλά και για τους λαούς.
Ολόκληρη η ομιλία του
«Είναι εξαιρετικό προνόμιο να βρισκόμαστε μαζί για να τιμήσουμε τον Μαντίμπα και το Ίδρυμα του. Για 27 χρόνια, αυτός ο οργανισμός επιμένει ότι η παρακαταθήκη του Μαντέλα δεν ανήκει στα μουσεία, αλλά στα κινήματα για την ελευθερία. Γι’αυτό, θα ήθελα να τιμήσω έναν άνθρωπο του οποίου η κληρονομιά ζει στα εκατομμύρια των ανθρώπων που ενέπνευσε.
Ο Μαντέλα ζει σε κάθε διαμαρτυρία για δικαιοσύνη, σε κάθε κάλεσμα για δημοκρατία, σε κάθε πορεία με ένα δίκαιο αίτημα. Ζει σε κάθε υποβαθμισμένη γειτονιά και παραγκούπολη όπου η αξιοπρέπεια παραμένει ακόμα απλώς ένα όνειρο, και ζει σε κάθε άνθρωπο που παλεύει γι’ αυτή την αξιοπρέπεια, που δουλεύει όλη μέρα και επιστρέφει στο σπίτι με φαγητό για τους πεινασμένους και φάρμακα για τους αρρώστους.
Ο Μαντίμπα ζει κάθε φορά που κάποιος γίνεται μάρτυρας της καταπίεσης, της στέρησης ή της δυστυχίας και δεν την αποδέχεται ως μοιραία, αλλά ως κάτι που ο καθένας μας μπορεί να πολεμήσει. Τόσοι πολλοί από εμάς βρισκόμαστε εδώ που είμαστε σήμερα –και μπορούμε να αντιληφθούμε το δίκαιο ως κάτι εφικτό– μόνο επειδή ο Μαντίμπα μας έδειξε τον δρόμο.
Από κάθε άποψη, ο Μαντέλα ήταν ο πρώτος. Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος του νότου (ο Μαμντάνι χρησιμοποιεί τoν όρο Mzansi, που στη γλώσσα Κόσα σημαίνει Νότος» και χρησιμοποιείται ως αργκό για τη Νότια Αφρική). Ο πρώτος αρχηγός κράτους της Νότιας Αφρικής που εκλέχθηκε σε δημοκρατικές εκλογές, όταν τον ψήφισαν Νοτιοαφρικανοί κάθε χρώματος. Αλλά για ένα πεντάχρονο παιδί το 1996 στο Κέιπ Τάουν, που έβλεπε το πρόσωπό του σε πανό που κυμάτιζαν στις προσόψεις των κτιρίων, αντιπροσώπευε μια εντελώς διαφορετική πρωτιά. Ο Μαντέλα ήταν ο πρώτος πρόεδρος που γνώρισα ποτέ – ένας άνθρωπος που, όπως φαινόταν, είχε τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο.
Είναι δύσκολο να εξηγήσω τι σήμαινε αυτό για ένα παιδί, οπότε ας το θέσω έτσι: δίπλα στα μαγνητάκια του ψυγείου της παιδικής μου ηλικίας με τον Ντέιβιντ Σίμαν, τον Σιλβέν Βιλτόρ και την ομάδα της Άρσεναλ, υπήρχε ένα μαγνητάκι με τον Μαντέλα να φοράει τη φανέλα της «Μπαφάνα Μπαφάνα». Όταν αναπολώ εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, το μάθημα που θυμάμαι περισσότερο είναι ότι η δικαιοσύνη πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ένα ιδανικό· πρέπει να είναι κάτι απτό. Και θυμάμαι έναν ηγέτη, μια προσωπικότητα που ξεπερνούσε τα όρια του συνηθισμένου, ο οποίος έβλεπε τον ίδιο κόσμο που εγώ μόλις άρχιζα να διακρίνω και προσπαθούσε, πάντα προσπαθούσε, να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να τον αλλάξει.
Τα χρόνια πριν από το θάνατό του, ο Μαντίμπα ανυψώθηκε σε ένα πάνθεον πέρα από τους απλούς θνητούς. Σήμερα, το Κέντρο Νόμπελ Ειρήνης τον περιγράφει ως «Μεσσία για εκατομμύρια ανθρώπους». Αν κάποιος άξιζε τέτοια λατρεία, αυτός ήταν ο Μαντέλα. Ίσως να σκεφτόταν αυτόν ο Ρίκι Ρικ όταν ράπαρε λέγοντας: «Ό,τι κάνω, θέλουν να το κάνουν / Ό,τι λέω, θέλουν να το πουν».
Κι όμως απόψε, καθώς συγκεντρωνόμαστε για να ανανεώσουμε τη δέσμευσή μας σε ό,τι η ηγεσία του Μαντίμπα έδειξε ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι το να τον αντιμετωπίζουμε περισσότερο ως μύθο παρά ως άνθρωπο είναι μια τεράστια αδικία εις βάρος του. Σημαίνει πως αγιοποιούμε έναν άνθρωπο που κάποτε είπε τη διάσημη φράση: «Δεν είμαι άγιος, εκτός αν θεωρείτε άγιο έναν αμαρτωλό που συνεχίζει να προσπαθεί».
Ήταν ένας άνθρωπος, επιρρεπής στις αμφιβολίες όπως ο καθένας από εμάς. Ήταν μέλος ενός κινήματος τόσο εκτεθειμένου σε εσωτερικές διαμάχες όσο κάθε συλλογικό σχήμα σε μια μακρά και δύσκολη πορεία προς έναν ευγενή στόχο. Ήταν ένας ηγέτης που πέτυχε συγκλονιστικές νίκες, και όμως ο αγώνας για να κερδίσουμε τη Νότια Αφρική που ονειρευόταν ακόμα δεν έχει κερδηθεί.
Είναι πραγματικά ευλογία το γεγονός ότι ο Μαντίμπα είχε ατέλειες όπως ο καθένας μας – γιατί είναι αδύνατο να μιμηθεί κανείς έναν Μεσσία· το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να τον λατρεύει. Και είναι η ανθρωπιά του που μας επιτρέπει να κοιτάξουμε προς την επόμενη γενιά ηγετών και να πούμε ειλικρινά: κι εσείς, επίσης, μπορείτε να γίνετε Μαντέλα.
Βρισκόμαστε εδώ απόψε για να εγκαινιάσουμε το Παγκόσμιο Φόρουμ Ηγεσίας του Ιδρύματος Μαντέλα – προκειμένου να συνεχίσουμε τον αγώνα για την αξιοπρέπεια που καθοδήγησε τον Μαντέλα για σχεδόν έναν αιώνα. Βρισκόμαστε εδώ για να χαράξουμε μια πορεία μέσα από τα ταραγμένα νερά που μας περιμένουν – ένα παγκόσμιο τοπίο που ταράσσεται από αυταρχικούς ηγέτες και διαφθορά, όπου τα δικαιώματα καταπατώνται στη σιωπή της νύχτας και το απαρτχάιντ, υπό διάφορες μορφές, εξακολουθεί να υφίσταται. Βρισκόμαστε εδώ, όλοι μας, αναζητώντας απαντήσεις, προσπαθώντας να κατανοήσουμε αυτές τις ρήξεις, αγωνιζόμενοι να ηγηθούμε εν μέσω αναταραχής.
Συχνά, σε περιστάσεις όπως αυτές, το άτομο που έχει την τύχη να βρίσκεται στη θέση που στέκομαι εγώ τώρα κοιτάζει το ακροατήριο και του ζητά να φανταστεί: αν ο Μαντίμπα ήταν εδώ σήμερα, τι θα είχε πει, τι θα είχε κάνει. Γιατί να μην ρωτήσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας: όταν ήταν εδώ, τι είπε; Και τι απαντήσαμε εμείς;
Δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε μακριά για να βρούμε την απάντηση. Ανοίξτε αυτές τις πόρτες, περπατήστε δύο λεπτά μέχρι τις γραμμές B ή D στην 42η Οδό και πάρτε το τρένο μέχρι την 125η. Περπατήστε 10 λεπτά και θα βρεθείτε μπροστά από το Aaron Davis Hall του CUNY. Εκεί, στις 21 Ιουνίου 1990, μόλις τέσσερις μήνες μετά την αποφυλάκισή του από το Ρόμπεν Άιλαντ, ο Μαντέλα έφτασε για μια ανοιχτή συζήτηση με τον Τεντ Κόπελ του ABC News.
Τα μάτια του κόσμου ήταν σταθερά στραμμένα στον Μαντέλα από τη στιγμή που βγήκε από τη φυλακή εκείνο τον Φεβρουάριο, όπως ακριβώς συνέβαινε εδώ και δεκαετίες – αλλά για πρώτη φορά, μπορούσε να κοιτάξει πίσω και να απαντήσει αν ήταν ό,τι τον είχαν παρουσιάσει.
Πολλοί ήθελαν να καταστήσουν σαφές ότι δεν ήταν έτσι. Ο Κόπελ είχε μεταμφιέσει μια ενέδρα σε δημόσια συζήτηση. Στο ακροατήριο, αλλά και μέσω δορυφορικής σύνδεσης από τη Νότια Αφρική, βρίσκονταν ερωτώντες έτοιμοι να επιτεθούν και να απομονώσουν τον Μαντέλα.
Ο Κεν Άντελμαν, ένας συντηρητικός σχολιαστής που αργότερα θα γινόταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της εισβολής στο Ιράκ, ρώτησε τον Μαντέλα για τις σχέσεις που διατηρούσε με ηγέτες του κόσμου τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν εχθρούς. Ο Μαντέλα αρνήθηκε να πέσει στην παγίδα, απαντώντας: «Ένα από τα λάθη που κάνουν ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές είναι να πιστεύουν ότι οι εχθροί τους πρέπει να είναι και δικοί μας εχθροί».
Ο Κους Βαν Ντερ Μέρβε, ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος της Νότιας Αφρικής, έκανε κήρυγμα στον Μαντέλα σαν να ήταν ένας απείθαρχος μαθητής, λέγοντας: «Άσε κατά μέρος τη βίαιη εκστρατεία, έλα να καθίσεις, γίνε ένας κανονικός άνθρωπος και μίλα – και τέλος, ξέχνα τον κομμουνισμό». Ο Μαντίμπα χαμογέλασε. Στη συνέχεια, απάντησε στα αφρικάνικα : «Χαίρομαι που σε γνωρίζω. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τα θέματα της χώρας μας».
Μπορείτε να φανταστείτε πώς εξελίχθηκαν τα υπόλοιπα 80 λεπτά. Επανειλημμένα, ο Μαντέλα αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση και παρουσιάζονταν ως τρομοκράτης, βίαιος εξτρεμιστής, εμπόδιο για την ειρήνη. Μετά από κάθε εχθρική ερώτηση, ο Κόπελ έσφιγγε το μαχαίρι, περιμένοντας να δει αν ο Μαντέλα θα αιμορραγούσε. Και κάθε φορά, ο Μαντέλα απαντούσε στις ερωτήσεις που του έθεταν – ήρεμα και αργά.
Και μετά, μία ώρα μετά την έναρξη της εκδήλωσης, ο Κόπελ επανήλθε σε μια ερώτηση σχετικά με την υποστήριξη του Μαντέλα προς τον παλαιστινιακό αγώνα. Αυτή η αλληλεγγύη, ρώτησε, σήμαινε ότι ο Μαντέλα ήταν πρόθυμος να αποξενώσει την εβραϊκή κοινότητα;

Ήταν μια ερώτηση τόσο στημένη που ο Μαντέλα αναγκάστηκε να ρωτήσει τον Κόπελ τι ακριβώς εννοούσε. Είναι επίσης μια ερώτηση που, ειλικρινά, μου ακούγεται οικεία – μια ερώτηση που μου έχουν θέσει πολλές φορές με παρόμοιες διατυπώσεις – αν δηλαδή η αντίθεση στα ισραηλινά εγκλήματα πολέμου και στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου σε κάνει κατά κάποιον τρόπο να μισείς έναν λαό.
Ο Μαντίμπα απέρριψε αυτή την υπόθεση. Αντ’ αυτού, επέστρεψε με τις δικές του ερωτήσεις. Μπορεί να υπάρξει οικουμενισμός όταν υπάρχουν εξαιρέσεις; Είναι οποιοσδήποτε από εμάς ελεύθερος, όταν κάποιοι από εμάς δεν είναι;
Προς το τέλος της απάντησής του, είπε: «Μπορείτε να το ονομάσετε πολιτικό ζήτημα ή ηθικό ζήτημα, αλλά κάποιος που αλλάζει τις αρχές του ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του; Αυτός δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να ηγηθεί ενός έθνους».
Η υποκρισία, η πολιτική σκοπιμότητα – αυτές οι δυνάμεις ασκούν μια βαρυτική έλξη. Πολύ συχνά, είναι ευκολότερο να κάνεις μια παραχώρηση, να εγκαταλείψεις μια πεποίθηση που διατηρούσες εδώ και καιρό, να απομακρυνθείς από μια αρχή, παρά να παραμείνεις σταθερός.
Αυτό ίσχυσε όταν ο κόσμος ζήτησε από τον Μαντέλα να συμβιβαστεί στο θέμα του απαρτχάιντ. Ίσχυσε όταν πολλοί του ζήτησαν να εγκαταλείψει τον αγώνα των Παλαιστινίων για ελευθερία. Και εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα.
Όμως εκείνη τη στιγμή, καθώς ο Τεντ Κόπελ τον πίεζε κάτω από τα έντονα φώτα, ο Μαντέλα μας έδειξε τη δύναμη μιας αλληλεγγύης καθολικής και αδιάλλακτης – αλληλεγγύης που εκτείνεται προς όλους, αλληλεγγύης ακόμη και όταν αμφισβητείται η αδικία, αλληλεγγύης ακόμη και όταν υπάρχουν πολλοί που επιδιώκουν να αρνηθούν αυτό που ξέρεις ότι είναι αλήθεια. Η αλληλεγγύη, όπως μας είπε ο Πάπας Φραγκίσκος, είναι δυσάρεστη. Η αλληλεγγύη, όπως απέδειξε ο Μαντέλα για 95 χρόνια, δεν είναι απλώς μια αξία, είναι μια στρατηγική.
Με το αίτημά του για αλληλεγγύη τόσο από τον ίδιο όσο και από τον καθένα μας, ο Μαντέλα γίνεται κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος, κάτι περισσότερο από ένας Μεσσίας: γίνεται ένας καθρέφτης.
Όταν ακούμε την άρνησή του να εγκαταλείψει εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν κοινό αγώνα, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας; Όταν ακούμε την προθυμία του να χάσει την εξουσία πριν χάσει τον εαυτό του, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας; Όταν ακούμε την αφοσίωσή του στην αλληλεγγύη, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως κάλεσμα για δράση, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας; Ή μήπως αναγνωρίζουμε μόνο εκείνη την εκδοχή του Μαντέλα που δεν μας ζητά τίποτα; Πολλοί το κάνουν.
Σκέφτομαι τους Τόρις στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι χαρακτήρισαν τον Μαντέλα μετά το θάνατό του ως «αληθινό παγκόσμιο ήρωα», παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 αντιτάχθηκαν στις κυρώσεις, αντιτάχθηκαν στο Αφρικανικό Εθνικό Κίνημα (ANC) και αντιτάχθηκαν στην απελευθέρωσή του.
Σκέφτομαι εκείνους στα ανώτατα κλιμάκια της ομοσπονδιακής μας κυβέρνησης, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τιμούσαν τον Μαντέλα, αλλά τον είχαν καταχωρημένο σε λίστες παρακολούθησης τρομοκρατών μέχρι το 2008, όταν ήταν 90 ετών.
Σκέφτομαι τους δεσμοφύλακες που κακομεταχειρίστηκαν τον Μαντέλα, που του προκάλεσαν μόνιμη βλάβη στην όραση λόγω της εργασίας του σε λατομείο ασβέστη χωρίς προστασία, και παρόλα αυτά παρευρέθηκαν στην κηδεία του.
Σκέφτομαι καθέναν από αυτούς τους ανθρώπους, κάθε μία από αυτές τις στιγμές υποκρισίας, και νιώθω αμηχανία. Και τότε θυμάμαι τον Μαντέλα – έναν άνθρωπο με την ικανότητα να συγχωρεί, έναν άνθρωπο που έδειχνε αλληλεγγύη προς όλους.
Μόνο χάρη σε αυτή την αλληλεγγύη μπόρεσε η Νότια Αφρική να οραματιστεί ένα μέλλον διαφορετικό από το παρελθόν. Μόνο χάρη σε αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να κάνουμε το ίδιο.

Σε τρεις μέρες από τώρα, ο κόσμος θα γιορτάσει την Ημέρα του Νέλσον Μαντέλα (ο Μαμντάνι μίλησε την Τετάρτη 15/06/2026, η Ημέρα Νέλσον Μαντέλα γιορτάζεται κάθε 18η Ιουλίου). Τα παιδιά στα δημοτικά σχολεία θα κάνουν παρουσιάσεις, οι ηγέτες του κόσμου θα εκδώσουν δηλώσεις και εκατομμύρια άνθρωποι θα συγκεντρωθούν για να τιμήσουν την κληρονομιά του.
Θα γιορτάσουμε την Ημέρα του Μαντέλα και εδώ στη Νέα Υόρκη. Οι Νεοϋορκέζοι και στους πέντε δήμους θα αναλογιστούν την ατέρμονη πορεία του Μαντέλα προς την ελευθερία.
Θα σκεφτούμε οργανώσεις όπως οι «Εβραίοι για τη Φυλετική και Οικονομική Δικαιοσύνη» (Jews for Racial and Economic Justice, JFREJ), οι οποίοι συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά την εβδομάδα της δημόσιας συζήτησης με τον Τεντ Κόπελ, για να δείξουν, στην πραγματικότητα, πόσοι Εβραίοι Νεοϋορκέζοι στάθηκαν αλληλέγγυοι στον Μαντέλα, και για να πραγματοποιήσουν μια τελετή Σαββάτου που συγκέντρωσε 50.000 δολάρια για τον αγώνα κατά του απαρτχάιντ.
Και καθώς θυμόμαστε τον άνθρωπο Μαντέλα, ορισμένοι, συμπεριλαμβανομένου και εμού, θα θέσουμε στον εαυτό μας ένα πιο δύσκολο ερώτημα: ποιον αντιμετωπίζουμε σήμερα με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε ο Μαντίμπα πριν η ιστορία τον ανακηρύξει μεσσία; Για κάθε έπαινο που χρησιμοποιούμε τώρα για να περιγράψουμε τον Μαντέλα, ποιος περιγράφεται σήμερα με τον τρόπο που τον περιέγραψε τότε ο Τεντ Κόπελ;
Ποιος άλλος έχει δει την ανθρωπιά του να εξαρτάται από όρους, έχει ακούσει ότι η ελευθερία του μπορεί να περιμένει; Ποιος άλλος ηγείται ενός αγώνα που θα δοξάσουμε εκ των υστέρων, αλλά που στο παρόν υφίσταται διασυρμό; Ποιος άλλος χρειάζεται την αλληλεγγύη μας;
Σκέφτομαι τον Ομάρ Ελ Ακάντ, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Μια μέρα, θά ‘χουν όλοι υπάρξει ανέκαθεν ενάντια σ’ αυτό». Αυτή η φράση αποτυπώνει μία από τις πιο σκληρές και γνωστές τακτικές της ιστορίας. Τελικά, σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι αντιτάχθηκαν στο απαρτχάιντ. Τελικά, σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι στάθηκαν στο πλευρό του Μαντέλα, ότι στάθηκαν στο πλευρό του Δρ. Κινγκ. Τελικά, σχεδόν όλοι θα ισχυριστούν ότι αντιτάχθηκαν σε μεγάλο μέρος της αδικίας που σήμερα δικαιολογούν.
Όμως η δικαιοσύνη δεν μετριέται από τη θέση που παίρνουμε αφού η ιστορία έχει εκδώσει την ετυμηγορία της. Μετριέται από τη θέση που παίρνουμε ενώ η ετυμηγορία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.

Γιατί πρέπει να περιμένουμε μέχρι να θάψουν τα παιδιά τους χιλιάδες ακόμη γονείς, μέχρι να χάσουν χιλιάδες ακόμη τα άκρα τους, τα σπίτια τους και το μέλλον τους, για να ενωθούμε και να επιμείνουμε στην ελευθερία των Παλαιστινίων;
Γιατί πρέπει ο Δρ Χουσάμ Αμπού Σαφίγια να περιμένει πάνω από 18 μήνες για την ελευθερία του υπό ισραηλινή κράτηση – μια κράτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα – αφού ο κόσμος τον είδε να απαγάγεται καθώς έφευγε από το νοσοκομείο του, και να μαραζώνει στη φυλακή;
Γιατί πρέπει να περιμένουμε, ενώ ο Ουμάρ Χαλίντ εισέρχεται στον έκτο χρόνο της αιχμαλωσίας του στο Δελχί – ένας πολιτικός κρατούμενος που φυλακίστηκε με τις ίδιες κατασκευασμένες κατηγορίες για τρομοκρατία που απαγγέλθηκαν εναντίον του Μαντίμπα;
Γιατί πρέπει να περιμένουμε για να σταθούμε αταλάντευτοι στο πλευρό των μεταναστών που στοχοποιούνται και γίνονται θύματα εκμετάλλευσης – είτε πρόκειται για τον Χοάν Σεμπαστιάν Ντουράν Γκερέρο, που πυροβολήθηκε στο κεφάλι από την ICE στο Μπίντφορντ του Μέιν τη Δευτέρα, είτε για τους Αμαραμίρο Εμμανουέλ και Εκπέγιον Άντριου, δύο Νιγηριανούς που σκοτώθηκαν την περασμένη εβδομάδα στους δρόμους της Νότιας Αφρικής, όπου η ξενοφοβία εντείνεται;
Γιατί πρέπει να περιμένουμε για να δείξουμε αλληλεγγύη μέχρι να μην μας κοστίζει πλέον τίποτα;
Η ευθύνη να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, ειλικρινά και πλήρως, βαρύνει τον καθένα από εμάς.
Είναι η ευθύνη να ενσωματώσουμε περαιτέρω την αλληλεγγύη στη ζωή μας, στην πολιτική μας, στον τρόπο με τον οποίο βαδίζουμε στον κόσμο.
Δεν είναι εύκολο έργο. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε έχει σχεδιαστεί για να μας χωρίζει. Τα κίνητρα του κέρδους και οι αλγόριθμοι έχουν κατασκευαστεί για να μας στρέφουν ο ένας εναντίον του άλλου. Οι λίγοι που έχουν πολλά εκμεταλλεύονται τους πολλούς που έχουν λίγα. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τη γενοκτονία στη Γάζα και τον πόλεμο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και όπως πάντα, υπάρχουν χρήματα να κερδηθούν και εξουσία να κατακτηθεί με τη δαιμονοποίηση των φτωχών και την υποδαύλιση της φυλετικής εχθρότητας.
Όλες αυτές είναι δυνάμεις που έχουν ως στόχο να μας χωρίσουν τον έναν από τον άλλο. Να στραφούμε ο ένας ενάντια στον άλλο. Αλλά δεν ήταν αυτές ακριβώς οι συνθήκες που ξεπέρασε ο Μαντέλα; Όταν ο Μαντέλα έφτασε στο ανεμοδαρμένο νησί Ρόμπεν, με τη σύνδεσή του με τον έξω κόσμο να έχει διακοπεί, ευνοήθηκε η αλληλεγγύη; Όταν ο Μαντέλα υπέμεινε δεκαετίες φυλετικού ρατσισμού και αποανθρωποποίησης, ευνοήθηκε η αλληλεγγύη; Όταν κυβερνήσεις και εταιρείες συγκέντρωσαν τεράστιο πλούτο και δύναμη για να διατηρήσουν το απαρτχάιντ, ευνοήθηκε η αλληλεγγύη;
Η αλήθεια είναι ότι η αλληλεγγύη καλλιεργείται, ίσως ακόμη και καλύτερα, από τις ίδιες τις συνθήκες που επιδιώκουν να την καταστρέψουν. Οι εργαζόμενοι ξεσηκώνονται όταν οι εργοδότες περιορίζουν τα δικαιώματά τους. Οι πολίτες ενώνουν τις δυνάμεις τους όταν οι αυταρχικοί επιβάλλουν βίαιες καταστολές. Κάθε αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον ξεκίνησε σε μια στιγμή που αυτό το μέλλον φαινόταν για πάντα απρόσιτο. Όπως είπε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τη νύχτα πριν δολοφονηθεί: «Μόνο όταν είναι αρκετά σκοτεινά μπορείς να δεις τα αστέρια».

Σίγουρα τώρα, είναι αρκετά σκοτεινά. Αλλά σίγουρα, μαζί σε αυτό το δωμάτιο, μπορούμε να δούμε τα αστέρια. Αυτές τις μικρές πηγές φωτός που είναι οι εργαζόμενοι που στέκονται δίπλα-δίπλα για να διεκδικήσουν αξιοπρέπεια. Που είναι οι διαδηλωτές που βαδίζουν μέσα στη ζέστη και το κρύο για να ζητήσουν το τέλος του πολέμου, του πόνου. Που είναι εκείνοι που δεν έχουν σχεδόν τίποτα στο όνομά τους, αλλά εξακολουθούν να ανοίγουν τα χέρια τους για να μοιράσουν το ελάχιστο που έχουν σε όσους έχουν ακόμα λιγότερα.
Η αλληλεγγύη δεν είναι τελειότητα. Η αλληλεγγύη δεν είναι αγνότητα. Η αλληλεγγύη είναι άνθρωποι που επιλέγουν ο ένας τον άλλον, μερικές φορές ακόμη και πάνω από τον εαυτό τους. Η αλληλεγγύη, φίλοι μου, συχνά φαίνεται αδύνατη, σαν κάτι που μόνο μια μυθική μορφή θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα. Και όμως, όπως μας υπενθυμίζει ο Μαντέλα, μέσα από τη ζωή που έζησε, μέσα από την ηγεσία που άσκησε και μέσα από τα λόγια που πρόφερε: «Πάντα φαίνεται αδύνατο, μέχρι να γίνει». Ας το κάνουμε μαζί.
Σας ευχαριστώ πολύ.


