Σειρήνες ήχησαν την Τρίτη (1/4) στη Μιανμάρ για την τήρηση ενός λεπτού σιγής για τους νεκρούς του πρόσφατου ισχυρού σεισμού στη χώρα, οι οποίοι, σύμφωνα με νέο απολογισμό, ανήλθαν σε 2.719.

Ads

Οι σειρήνες ήχησαν στις 12:51:02 (08:21 ώρα Ελλάδος) ακριβώς την ώρα κατά την οποία ξεκίνησε πριν από τέσσερις ημέρες ο σεισμός των 7,7 βαθμών, το επίκεντρο του οποίου βρισκόταν κοντά στην Μάνταλεϊ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.

Ads

Ο αριθμός των νεκρών από τον ισχυρό σεισμό έφτασε τους 2.719, των τραυματιών γύρω στους 4.521, ενώ πάνω από 400 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται, μετέδωσε την Τρίτη το κινεζικό τηλεοπτικό δίκτυο CCTV, επικαλούμενο τον ηγέτη της χούντας της Μιανμάρ Αούνγκ Χλάινγκ, ο οποίος σημείωσε ότι ο αριθμός των νεκρών μπορεί να φτάσει τους 3.000.

Ads

Καταλύματα, πόσιμο νερό και φάρμακα βρίσκονται σε δραματική έλλειψη. «Το χρονικό περιθώριο για κρίσιμη έρευνα και διάσωση στενεύει…Στέγη, πόσιμο νερό και φάρμακα δεν επαρκούν. Οι κάτοικοι στις πληγείσες περιοχές πέρασαν τη νύχτα στο ύπαιθρο επειδή δεν υπάρχει ηλεκτροδότηση ή πόσιμο νερό», υπογράμμισε στους δημοσιογράφους στη Γενεύη μέσω τηλεδιάσκεψης από την Γιανγκόν ο ανώτατος αξιωματούχος του OCHA και συντονιστής ανθρωπιστικών υποθέσεων για την Μιανμάρ Μαρκολουίτζι Κόρσι.

Ads

Παράλληλα, σοβαρός είναι ο αντίκτυπος του σεισμού και στη Ναϊπιτάου, όπου κτίρια έχουν υποστεί σοβαρότατες ζημιές.

Ορισμένοι σχολιαστές έχουν πει ότι η Ναϊπιτάου φαίνεται να λαμβάνει περισσότερη βοήθεια σε σχέση με την πυκνοκατοικημένη Μανταλέι και την περιοχή της Σαγκάινγκ όπου ολόκληρες γειτονιές ισοπεδώθηκαν και οι κάτοικοι λένε ότι δεν έχουν παρατηρήσει στρατιωτική κινητοποίηση.

Αλλά και στην πρωτεύουσα, οι κάτοικοι περιγράφουν σκηνές ανείπωτου πόνου.

Παιδιά και ηλικιωμένοι ήταν κυρίως τα θύματα από την κατάρρευση πολυώροφων κτιρίων κατοικιών για κυβερνητικούς υπαλλήλους, είπε μια κάτοικος στο Reuters.

Άκουγαν ανθρώπους παγιδευμένους στα χαλάσματα να ζητούν βοήθεια, αλλά αυτή έφθασε το επόμενο απόγευμα του σεισμού.

«Η βοήθεια δεν έφτασε εγκαίρως στα περισσότερα μέρη», ανέφερε κάτοικος.

Την επόμενη ημέρα, ήρθε η αστυνομία για να απομακρύνει τα πτώματα. Ωστόσο, το νεκροτομείο είναι πλήρες και δεν υπάρχει ηλεκτροδότηση για τους ψυκτικούς θαλάμους.

Επομένως πάρα πολλά πτώματα σήπονταν στους δρόμους.