Ο Δημήτρης Τσέκερης παρουσιάζει αναλυτικά στοιχεία για τις επιπτώσεις των αποφάσεων της προεδρίας Τραμπ, οι οποίες μεταφράζονται σε επιπλέον εκπομπές 2 έως 4 δισεκατομμυρίων τόνων CO₂, σε μια περίοδο όπου το 2024 κατέγραψε νέο θερμοκρασιακό ρεκόρ.

Ads

Στη συνέντευξη στον συντονιστή του Παρατηρητηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ Γιάννη Ευσταθόπουλο αναλύεται γιατί η επιβράδυνση των ΗΠΑ στις καθαρές τεχνολογίες αναμένεται να δημιουργήσει κενό, το οποίο θα καλυφθεί από άλλες δυνάμεις όπως η Κίνα, η οποία έχει πλέον καθιερωθεί ως παγκόσμιος ηγέτης στον εν λόγω τομέα.

Ads

Στην Ευρώπη, η υλοποίηση της Πράσινης Συμφωνίας συνοδεύεται από αντιφάσεις. Παρότι οι υψηλές τιμές ενέργειας κατά την ενεργειακή κρίση προκλήθηκαν κυρίως από την εξάρτηση από το ορυκτό αέριο και τις ανατιμήσεις λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αναπτύχθηκε πολεμική ενάντια στην ενεργειακή μετάβαση, παρά το γεγονός ότι αυτή θωρακίζει την ΕΕ απέναντι στην ακρίβεια των ορυκτών καυσίμων.

Ads

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επενδύσει στην καθαρή ενέργεια και στην ανθεκτικότητα/προσαρμογή, διεκδικώντας ταυτόχρονα ρόλο στην παραγωγή πράσινης τεχνολογίας, όπως πλωτές ανεμογεννήτριες, καλώδια, μετασχηματιστές και μπαταρίες. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται οργανωμένη κρατική πολιτική για την πράσινη βιομηχανία, με στοχευμένα κίνητρα, σαφή στρατηγική και διαβούλευση.

Ads

Ποιες είναι οι επιπτώσεις στην παγκόσμια κλιματική διακυβέρνηση από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και την ανοιχτή υποστήριξη του προέδρου Τραμπ στην εξορυκτική βιομηχανία; Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η αντίδραση από άλλες μεγάλες οικονομίες;

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού (για δεύτερη φορά μετά το 2017) συνιστά μία καταφανώς αρνητική εξέλιξη με παγκόσμιες προεκτάσεις, καθιστώντας την επίτευξη των κλιματικών στόχων για τη διατήρηση της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τους 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα ακόμα πιο δύσκολη, ενώ το 2024 αποτέλεσε άλλη μια χρονιά με θερμοκρασιακά ρεκόρ. Οι επιστήμονες υπολογίζουν πως οι αποφάσεις Τραμπ, εφόσον υλοποιηθούν (..), αναμένεται να οδηγήσουν σε επιπλέον εκπομπές περίπου 2-4 δισεκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα (CO2).

Το τελικό μέγεθος της αύξησης εξαρτάται κατά βάση από το μέγεθος των περικοπών που θα εφαρμόσει η κυβέρνηση Τραμπ στον προϋπολογισμό του IRA (Inflation Reduction Act). Για να δώσουμε ένα μέτρο σύγκρισης, 4 δισ. τόνοι διοξειδίου του άνθρακα ισοδυναμούν με τις εκπομπές της Ιαπωνίας σε μία 4ετία. Επομένως, αναμένουμε υψηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). Στο επίπεδο της οικονομίας αναμένονται λιγότερες θέσεις εργασίας στον τομέα της καθαρής ενέργειας (clean tech) λόγω των ανωτέρω περικοπών στον IRA με σοβαρές επιπτώσεις στις αμερικανικές επιχειρήσεις.

Θα πρέπει πιθανότατα να αναμένουμε πως άλλες χώρες θα αντιληφθούν αυτό το κενό, όπως για παράδειγμα η Κίνα ή ακόμα και η ΕΕ και θα βγουν μπροστά να το καλύψουν ενισχύοντας τον τεχνολογικό τους τομέα. Επιπλέον, η επιμονή σε ορυκτά καύσιμα είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει την ενέργεια σε υψηλότερες τιμές με συνέπειες σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τη στιγμή που οι ΑΠΕ έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής ενέργειας. Οι επιπτώσεις δεν εξαντλούνται εδώ, καθώς η εμμονή στις εξορύξεις υποβαθμίζει την ποιότητα του αέρα και του περιβάλλοντος, ενώ οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα γίνονται ολοένα εντονότερες.


Ποιος είναι ο ρόλος της Κίνας στη διαμόρφωση της παγκόσμιας κλιματικής πολιτικής; Πώς εξελίσσεται η στρατηγική της όσον αφορά την ενεργειακή μετάβαση, την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τη διεθνή συνεργασία; 

Η Κίνα αποτελεί αυτή τη στιγμή -σε απόλυτα μεγέθη- τον μεγαλύτερο εκπομπό ΑτΘ παγκοσμίως (14.9 GtCO2e το 2023). Αν ωστόσο ληφθεί  υπόψη η ιστορικότητα αυτών των εκπομπών,  κατατάσσεται πλέον στην 2η θέση (312GtCO2e), πολύ πίσω από τις ΗΠΑ (532GtCO2e), και εσχάτως μόλις επάνω από την Ευρώπη (303Gt Co2e). H Κίνα όμως έχει μικρότερο αποτύπωμα ανά κάτοικο τόσο σε σχέση με την ΕΕ όσο και με τις ΗΠΑ.

Αποτελεί πλέον αναμφίβολα παγκόσμιο ηγέτη στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών (ΑΠΕ, μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, δίκτυα, υποδομές κτλ), ενώ σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το 2024 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις άνω των 818 δισ. € στην καθαρή ενέργεια, περισσότερες δηλαδή επενδύσεις απ ό,τι οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο αθροιστικά. To 2024 αποτέλεσε χρονιά ρεκόρ (καταρρίπτοντας το προηγούμενο του 2023) στην εγκατάσταση ΑΠΕ στην Κίνα με αύξηση 14,6% σε σχέση με το 2023. Προστέθηκαν συγκεκριμένα 335 GW ΑΠΕ, φτάνοντας συνολικά στα 886GW εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών, μεταφραζόμενο σε μία μεγάλη ετήσια αύξηση 45% (610GW το 2023).

Αντίστοιχα οι ΗΠΑ έχουν συνολική εγκατεστημένη ισχύ από φωτοβολταϊκά στα 139GW το 2023 (IRENA), δηλαδή 6 φορές μικρότερη σε σύγκριση με την Κίνα. Σε επίπεδο αιολικής ενέργειας, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς έφτασε τα 520GW, με 18% αύξηση.

Για να έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα των μεγεθών, το 2023 η Ευρώπη εγκατέστησε 73GW ΑΠΕ, εκ των οποίων 56GW φωτοβολταϊκών και 17GW αιολικών. Παρόλα αυτά η Κίνα δεν είναι σε καμία περίπτωση ευθυγραμμισμένη με το στόχο του  1,5°C και τη Συμφωνία του Παρισιού, αφού συνεχίζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον λιγνίτη (πάνω από το 50% της παγκόσμιας κατανάλωσης λιγνίτη είναι στην Κίνα).

Δημήτρης Τσέκερης

Εκτιμάται όμως ότι  ήδη οι εκπομπές της (λόγω των ΑΠΕ) έπιασαν «ταβάνι» το 2024. Καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης των ΑΠΕ θα επιταχυνθεί περαιτέρω (με νέο ρεκόρ το 2025), αναμένεται να περιορίσει σημαντικά τον λιγνίτη ως το 2030, με τις προβλέψεις να εκτιμούν πως η ηλιακή ενέργεια θα ξεπεράσει τον λιγνίτη ως το 2026 σε επίπεδο ισχύος. Στο βαθμό που επιδιώκει διεθνείς συνεργασίες, αυτό δυνητικά θα την φέρει σε ακόμα πιο πλεονεκτική θέση παγκοσμίως όσον αφορά στις καθαρές τεχνολογίες, δεδομένης της στροφής των ΗΠΑ.

Πώς επηρεάζουν η νέα διεθνής πολιτική συγκυρία και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών την υλοποίηση και τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας; Υπάρχουν ενδείξεις αναπροσαρμογής των πολιτικών της ΕΕ; Πώς μεταβάλλεται η στάση των κρατών-μελών και ποιοι τομείς κινδυνεύουν περισσότερο από πιθανές καθυστερήσεις ή αλλαγές πολιτικής;

Η νέα διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή για όσα πρέπει να γίνουν σε σχέση με το μέγεθος της απειλής που αντιμετωπίζουμε λόγω της κλιματικής κρίσης. Η ενίσχυση των συντηρητικών και υπερσυντηρητικών/ακροδεξιών πολιτικών εντός της ΕΕ ενδέχεται να οδηγήσει σε επιβράδυνση   της εφαρμογής και ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, ή και επιμέρους πτυχών της.

Δημιουργούνται διάφορα παράδοξα. Για παράδειγμα, ενώ ο βασικός λόγος των πολύ υψηλών τιμών ενέργειας κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης οφείλεται ξεκάθαρα στην εξάρτηση από το ορυκτό αέριο και των πολύ υψηλών τιμών λόγω του πολέμου της Ουκρανίας, εντούτοις αναπτύχθηκε μία πολεμική απέναντι στην ενεργειακή μετάβαση, η οποία επί της ουσίας θωράκιζε την ΕΕ  από την ακρίβεια των ορυκτών καυσίμων. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα να υλοποιηθεί το συντομότερο μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας, της μείωσης της ζήτησης και των ΑΠΕ.

Όμως αυτή η κατεύθυνση θα αντιμετωπίσει προκλήσεις καθώς απαιτεί σημαντικούς πόρους για να υλοποιηθεί. Αξίζει να αναφερθεί πως το 2024 η ηλιακή ενέργεια στην ΕΕ ξεπέρασε τον λιγνίτη σε παραγωγή ενέργειας (304TWh από ηλιακή ενέργεια έναντι 269TWh από λιγνίτη) και το ορυκτό αέριο σημείωσε πτώση για 5η συνεχή χρονιά. Επομένως μιλάμε μάλλον για δομική και όχι συγκυριακή αλλαγή.

Πέντε χρόνια εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας έχουν οδηγήσει σε εξοικονόμηση 59 δισ. € από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ, λόγω της ανάπτυξης των ΑΠΕ, σύμφωνα και με την πρόσφατη μελέτη Ember. Κάθε πισωγύρισμα αυτών των πολιτικών εκτός από περιβαλλοντικό, θα έχει και άμεσο οικονομικό και κοινωνικό κόστος για τους πολίτες και τις κυβερνήσεις, ενώ το κόστος ενέργειας επηρεάζει άμεσα και την βιομηχανική πολιτική, τις τιμές τροφίμων, κτλ.

Ποιοι είναι οι βραχυπρόθεσμοι και οι μεσομακροπρόθεσμοι κίνδυνοι της νέας διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής συγκυρίας για την κλιματική πολιτική, την ενεργειακή μετάβαση και τη βιώσιμη ανάπτυξη στην Ελλάδα;

Η Ελλάδα αποτελεί κλιματικό hotspot και αναμένεται να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρές προκλήσεις λόγω της κλιματικής κρίσης, πολύ πιο έντονες απ’ όσες ήδη έχουμε βιώσει. Επίσης έχει την τύχη να διαθέτει πλούσιο αιολικό και ηλιακό δυναμικό. Επιβάλλεται να κινηθούμε γρήγορα τόσο στο κομμάτι της συνολικής απανθρακοποίησης της οικονομίας το ταχύτερο δυνατόν και σίγουρα πριν το 2050, με τρόπο αξιόπιστο, συμπεριληπτικό αλλά και κοινωνικά αποδεκτό (π.χ. διάχυση ωφελειών μετάβασης ή σύγχρονους χωροταξικούς κανόνες, συμμετοχή πολιτών και δήμων στην ενεργειακή μετάβαση), ενώ την ίδια στιγμή απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις για την ενίσχυση και ανάπτυξη υποδομών (π.χ. σε μεταφορές, κτίρια, δίκτυα μεταφοράς και διανομής, αποθήκευση, κυκλική οικονομία και πράσινο υδρογόνο στη βιομηχανία, κτλ) για την υλοποίηση αυτής της μετάβασης.

Επομένως  η ύπαρξη πολιτικής βούλησης για την  υιοθέτηση φιλόδοξων και προοδευτικών πράσινων πολιτικών  και η εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για τη χρηματοδότησή τους αποτελούν δύο κεντρικά επίδικα ζητήματα, ειδικά αν λάβουμε υπόψη την τρέχουσα συγκυρία. Το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να αποτελέσει πολλαπλασιαστή της μετάβασης, όμως η κατανομή των πόρων δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας.

Σε κάθε περίπτωση, πράσινη μετάβαση και εξορύξεις υδρογονανθράκων -που επανέρχονται ξανά στη δημόσια συζήτηση-, είναι έννοιες απολύτως ασύμβατες, δημιουργούν μεγάλο περιβαλλοντικό ρίσκο και αποπροσανατολίζουν την συζήτηση από τα πραγματικά επίδικα. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να επενδύσει στην καθαρή ενέργεια και στην ανθεκτικότητα/προσαρμογή αλλά και να διεκδικήσει ρόλο στον τομέα της καθαρής ενέργειας (π.χ. κατασκευή πλωτών ανεμογεννητριών σε ναυπηγεία, καλώδια, μετασχηματιστές, μπαταρίες κτλ).

Προς τούτο, απαιτείται οργανωμένη κρατική πολιτική για την πράσινη βιομηχανία με στοχοθεσία και κίνητρα, αλλά και διαβούλευση. Η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να υλοποιηθεί με όρους δικαιοσύνης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως μία ενεργειακή μετάβαση είναι επιτυχημένη αν οι δείκτες της ενεργειακής φτώχειας χειροτερεύουν ή αν οι επιχειρήσεις  και τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν πολύ υψηλό κόστος ενέργειας που επηρεάζουν τη βιωσιμότητά τους. Υπάρχουν κίνδυνοι αλλά και σημαντικές ευκαιρίες.