Είναι η νέα κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ένα ακόμη επεισόδιο της μακρόχρονης αντιπαράθεσής τους; Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα φάση αναδιάταξης ισχύος, στην οποία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνυπάρχουν με παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να επανακαθορίσουν τις σφαίρες επιρροής τους.

Ads

Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά εκτυλίσσονται ενώ το ΝΑΤΟ εμφανίζεται περισσότερο ενωμένο από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.

Ads

Η σύνοδος της Συμμαχίας στην Άγκυρα έκλεισε με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει ικανοποιημένος από την ενότητα των συμμάχων, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ έκανε λόγο για μια «ισχυρότερη και πιο ενωμένη» Συμμαχία. Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη προεδρία Τραμπ, όταν οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους Ευρωπαίους χαρακτηρίζονταν από συνεχή ένταση.

Ads

Η «ενότητα», ωστόσο, αφορά κυρίως την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Στη Μέση Ανατολή, οι εξελίξεις ακολουθούν διαφορετική λογική. Εκεί, η Ουάσιγκτον κινείται περισσότερο μονομερώς, με στόχο να διαμορφώσει μια νέα περιφερειακή ισορροπία που θα περιορίζει την επιρροή του Ιράν χωρίς να οδηγήσει σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.

Ads

Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση είναι η στάση του ίδιου του Τραμπ απέναντι στην Τεχεράνη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες πέρασε από τη συμφωνία αποκλιμάκωσης (MoU) με το Ιράν στην ουσιαστική ακύρωσή της, συνοδεύοντας την απόφαση με νέες στρατιωτικές επιθέσεις. Το Ιράν απάντησε κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι παραβίασαν τη συμφωνία και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα στρατιωτική «περιπέτεια» θα συναντήσει άμεση απάντηση.

Η ανταλλαγή πληγμάτων στον Περσικό Κόλπο και οι επιθέσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ υπενθυμίζουν ότι η περιοχή εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη. Ακόμη και μια περιορισμένη σύγκρουση μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, γεγονός που αναγνώρισε και ο ίδιος ο Τραμπ, εκτιμώντας ότι κάθε αμερικανικό πλήγμα κατά του Ιράν αυξάνει προσωρινά τις τιμές του πετρελαίου.

Παράλληλα όμως, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τις σχέσεις της με τη μεταπολεμική Συρία. Η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον μεταβατικό πρόεδρο Άχμεντ αλ Σαράα αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διπλωματική εξέλιξη των τελευταίων μηνών. Ο Τραμπ όχι μόνο χαρακτήρισε τη Συρία «σταθερή», αλλά προανήγγειλε και την αφαίρεσή της από τη λίστα των κρατών που θεωρούνται υποστηρικτές της τρομοκρατίας, συνεχίζοντας την πολιτική άρσης των αμερικανικών κυρώσεων.

Η επιλογή αυτή δεν είναι προφανώς ανθρωπιστική από την πλευρά του Αμερικάνου προέδρου. Αντανακλά τη στρατηγική επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να απομακρύνουν τη Δαμασκό από την αποκλειστική επιρροή της Τεχεράνης και της Μόσχας, εντάσσοντάς την σταδιακά σε ένα νέο περιφερειακό σύστημα συνεργασιών.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επιχειρεί να αναδειχθεί στον βασικό διαμεσολαβητή της περιοχής. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εμφανίστηκε αισιόδοξος για μια νέα συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, προειδοποιώντας όμως για «προκλήσεις» που θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης. Η Άγκυρα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ, τις οικονομικές της επαφές με το Ιράν και τις φιλοδοξίες της να καταστεί ηγετική δύναμη στη Μέση Ανατολή.


Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος ζήτησε από τον Τραμπ μια διαρκή συμφωνία με το Ιράν. Η Ευρώπη γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη ανάφλεξη θα μεταφραστεί σε ενεργειακή ανασφάλεια, νέες μεταναστευτικές πιέσεις και περαιτέρω οικονομική αστάθεια.

Σε σχέση με το Ισραήλ, ο Τραμπ χρησιμοποιεί διπλή γλώσσα.  Εξακολουθεί  από τη μία να προσφέρει πλήρη πολιτική στήριξη στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, τον οποίο χαρακτήρισε «μεγάλο πρωθυπουργό σε καιρό πολέμου». Ταυτόχρονα, όμως, εμφανίζεται να επιδιώκει περιορισμό των ενεργών μετώπων, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι ο ισραηλινός στρατός θα αποχωρήσει από τον νότιο Λίβανο.

Η στάση αυτή δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί μια γενικευμένη περιφερειακή ανάφλεξη. Αντιθέτως, επιδιώκει να διατηρήσει την αποτρεπτική ισχύ του Ισραήλ, χωρίς όμως να εγκλωβιστεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο που θα απορροφήσει τεράστιους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους.

Η αμερικανική κοινή γνώμη ως μοχλός πίεσης και η ανακατανομή ισχύος

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι κινήσεις εκτυλίσσονται ενώ η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα και πιο κουρασμένη από τις στρατιωτικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή. Δημοσκοπήσεις δείχνουν αυξανόμενη δυσφορία απέναντι σε έναν ακόμη πόλεμο, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζει η νέα προεκλογική περίοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πίεση αυτή πιθανότατα θα επηρεάσει τις επιλογές του Λευκού Οίκου τους επόμενους μήνες, καθώς ο Τραμπ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εικόνα του ισχυρού ηγέτη και στην υπόσχεση ότι δεν θα εμπλέξει ξανά τη χώρα σε ατελείωτες πολεμικές επιχειρήσεις.

Πίσω από όλες αυτές τις εξελίξεις διακρίνεται μια ευρύτερη ανακατανομή ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους χωρίς μαζική στρατιωτική παρουσία, η Ευρώπη επιδιώκει σταθερότητα για λόγους ασφάλειας και ενέργειας, η Τουρκία διεκδικεί αναβαθμισμένο περιφερειακό ρόλο, ενώ το Ιράν επιμένει ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη στρατηγική του επιρροή σε Λίβανο, Συρία και Περσικό Κόλπο.

Η Μέση Ανατολή μετατρέπεται έτσι σε πεδίο όπου η σύγκρουση έχει πολλά πρόσωπα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες, οι ενεργειακοί διάδρομοι και οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούν πλέον αλληλένδετα εργαλεία μιας αντιπαράθεσης που δύσκολα θα κριθεί αποκλειστικά στο πεδίο της μάχης.