Η Elizabeth Bruenig είναι  δημοσιογράφος και μάρτυρας σε εκτελέσεις θανατοποινιτών στις ΗΠΑ. Εξομολογείται πως βλέπει στον ύπνο της συχνά ότι έχει διαπράξει  φόνο και περιμένει τη θανατική της καταδίκη. Αναγνωρίζει πως τα όνειρα της είναι δηλωτικά της ταύτισης που έχει αποκτήσει με τους καταδικασμένους σε θάνατο, αλλά και της εσωτερικής σύγκρουσης που βιώνει ως χριστιανή που πιστεύει ότι κάθε αμαρτωλός είναι άξιος συγχώρεσης.

Ads

Το μακροσκελές της κείμενο στο The Atlantic, δεν είναι μόνο μια μαρτυρία, ούτε μόνο ένα βαθιά εξομολογητικό άρθρο. Είναι ένα μανιφέστο ενάντια στον βάναυσο νόμο που είναι ενεργός σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ και μια σαφής αναφορά στη συνενοχή της κοινωνίας.

Ads

Η πρώτη εκτέλεση

Η πρώτη εκτέλεση που παρακολούθησε η ίδια ήταν αυτή του Άλφρεντ Μπουργουά, το 2020 στην Ιντιάνα. Η υπόθεσή του θεωρείται από τις πλέον  «εύκολες» για τους υπερασπιστές της θανατικής ποινής. Καταδικάστηκε για την κακοποίηση και τη δολοφονία της δίχρονης κόρης του, ένα έγκλημα που συντάραξε το κοινό αίσθημα.

Ads

Όμως αυτό που βίωσε η δημοσιογράφος μέσα στο θάλαμο εκτέλεσης, το βλέμμα  του Μπουργουά, τα τελευταία του λόγια, οι σπασμοί πάνω στο φορείο,  δεν της προκάλεσαν ούτε λύτρωση ούτε δικαίωση. Αντιθέτως, βγήκε από το σωφρονιστικό κατάστημα και έκανε εμετό στο πεζοδρόμιο. Το θέαμα της εκτέλεσης την σημάδεψε τόσο, που αποφάσισε να παρακολουθήσει και άλλες εκτελέσεις, καταγράφοντας κάθε γεγονός σε έναν πίνακα στην κουζίνα της.

Ads

Η δημοσιογράφος  παραδέχεται πως αυτή η στάση – να σταθεί δηλαδή στο πλευρό των δολοφόνων σε ό,τι αφορά το δικαίωμά τους  στη ζωή – τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Δεν θέλει να φανεί ότι υπερασπίζεται τα εγκλήματά τους, αλλά ούτε και να κρύψει την πεποίθησή της πως η δολοφονία ενός ανθρώπου με διαταγή του κράτους, ακόμη και του πιο στυγερού εγκληματία, είναι λανθασμένη.

Πηγή φωτο pixabay

«Κάποτε ήμουν ένας καλός άνθρωπος»

Η επόμενη εκτέλεση που παρακολούθησε ήταν αυτή του Ντέιβιντ Νιλ Κοξ στο Μισισιπί, το 2021. Ο Κοξ είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της πρώην συζύγου του και τη σεξουαλική κακοποίηση της κόρης τους κατά τη διάρκεια ομηρίας. Ο ίδιος ζητούσε επιμόνως την εκτέλεσή του, δηλώνοντας ότι «είναι άξιος θανάτου». Παρ’ όλα αυτά, λίγα λεπτά πριν από τη θανατηφόρα ένεση, ευχαρίστησε τον διευθυντή των φυλακών και είπε «κάποτε ήμουν ένας καλός άνθρωπος».

Η δημοσιογράφος καταγράφει τα λόγια του αλλά παραμένει αμήχανη ως προς την ερμηνεία τους. Ήταν ομολογία ότι έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι ή υπενθύμιση ότι ακόμη και ο χειρότερος εγκληματίας κάποτε ήταν παιδί, σύντροφος, φίλος;

Η διαδικασία εκτέλεσης του Κοξ δεν την τάραξε σωματικά όπως η πρώτη. Ήταν προετοιμασμένη. Όμως, ο τρόπος που ο κρατικός μηχανισμός διαχειρίστηκε την όλη υπόθεση – με ευγένεια, χριστιανική κατανόηση και αποδοχή – την προβλημάτισε ακόμη περισσότερο.

Ο διευθυντής των φυλακών δήλωσε ότι παρηγόρησε τον Κοξ λέγοντάς του πως άγγελοι θα παραλάμβαναν την ψυχή του. Όταν ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε αν πιστεύει πραγματικά ότι ο Κοξ ήταν χριστιανός, απάντησε με τη φράση του Ματθαίου: «Μη κρίνετε, για να μην κριθείτε».

Κι όμως, η θανατική ποινή ως θεσμός βασίζεται ακριβώς σε κρίσεις, υπογραμμίζει η Elizabeth Bruenig.

Κρίση για την ενοχή του καθένα, την αναλογικότητα της ποινής, τη δυνατότητα λύτρωσης. Κρίση και για το τι σημαίνει δικαιοσύνη, εκδίκηση ή τιμωρία. Η συγγραφέας του άρθρου αντιλαμβάνεται ότι τελικά αυτό που παρατηρεί δεν είναι μόνο οι εκτελέσεις, αλλά και την ίδια την κοινωνική και ηθική μηχανική που τους δίνει επιπλέον ένταση.

Αυτό το επιβεβαιώνει όταν η ιστορία της θανατικής ποινής χτυπά και την πόρτα της οικογένειας της με δολοφονία της αδελφής του συζύγου της, Heather, το 2016.

Ο πατέρας της Heather, αν και βαθιά συντετριμμένος, αρνήθηκε να υποστηρίξει τη θανατική ποινή για τον δολοφόνο της κόρης του, δηλώνοντας πως ούτε η Heather θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο και ότι η εκτέλεση δεν προσφέρει καμία πραγματική ανακούφιση.


Μια χρόνια πληγή

Το άρθρο φέρνει στο φως την ιστορική διάσταση του ζητήματος, υπενθυμίζοντας ότι οι πρώτες φιλελεύθερες κριτικές στη θανατική ποινή διατυπώθηκαν από τον Τσεζάρε Μπεκαρία ήδη από το 1764. Ο Μπεκαρία υποστήριζε πως το κράτος δεν έχει δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή ενός πολίτη και πως η θανατική ποινή είναι λιγότερο αποτρεπτική από τη φυλάκιση. Παρά την επιρροή του στις αμερικανικές αποικίες, η θανατική ποινή διατηρήθηκε, ειδικά στον Νότο, όπου ο ρατσισμός θέριζε.

Στους δουλοκτητικούς νόμους του Νότου, οι μαύροι καταδικάζονταν σε θάνατο για εγκλήματα που δεν τιμωρούνταν καθόλου αν ο δράστης ήταν λευκός.

Με τον καιρό, η μέθοδος της εκτέλεσης άλλαξε. Από τις δημόσιες κρεμάλες περάσαμε στον ηλεκτρικό θάλαμο, την καρέκλα, το αέριο, και τελικά στη θανατηφόρα ένεση, η οποία παρουσιάστηκε ως «ανώδυνη», αν και η εμπειρία της ίδιας της αρθρογράφου καταρρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό. Οι αποτυχίες αυτών των μεθόδων έχουν οδηγήσει σε αλλεπάλληλες νομικές προσφυγές και κριτικές.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη δίκη Furman v. Georgia το 1972, ορόσημο για την ιστορία της νομικής αμφισβήτησης της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τότε πως η εφαρμογή της θανατικής ποινής ήταν αυθαίρετη και συχνά  ρατσιστική. Ακολούθησε η μετάβαση από μια παλαιά σε μια νέα μορφή ακτιβισμού. Από την ηθική επιχειρηματολογία οι ακτιβιστές πέρασαν στην έμφαση στις  αποδεδειγμένες αδικίες, στις  εκτελέσεις αθώων, τον ρατσισμό, τα δικαστικά λάθη.

Σήμερα, το νομικό πλαίσιο συνεχίζει να επιτρέπει τη θανατική ποινή, και οι εκτελέσεις επιστρέφουν σταδιακά. Το άρθρο, ωστόσο, καταλήγει όχι με νομικά επιχειρήματα αλλά με ένα υπαρξιακό ερώτημα. Αν ο θάνατος ενός εγκληματία δεν μας απαλύνει τον πόνο, αν η διαδικασία της εκτέλεσης μάς φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ηθική αβεβαιότητα, τότε ποιος ακριβώς ο λόγος να συνεχίσουμε να το κάνουμε;

Η συγγραφέας, μέσα από τις εμπειρίες της, δεν αλλάζει την αρχική της πεποίθηση. Η θανατική ποινή πρέπει να καταργηθεί. Όχι μόνο επειδή είναι άδικη, αναποτελεσματική και άνιση, αλλά κυρίως επειδή μας κάνει όλους, με έναν αόρατο αλλά ουσιαστικό τρόπο, συνένοχους.