Σε χαμηλούς τόνους κινείται το Κρεμλίνο σχετικά με την εκεχειρία στις ενεργειακές υποδομές μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, την οποία είχε ανακοινώσει ο Ντόναλντ Τραμπ, τονίζοντας ότι οι σχετικές συζητήσεις συνεχίζονται χωρίς να υπάρχει ακόμη κάτι νεότερο.

Ads

Ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι δεν υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες για το ζήτημα, ενώ απέφυγε να διευκρινίσει λεπτομέρειες για τις συνομιλίες. Την ίδια ώρα, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας υποστήριξε ότι οι δυνάμεις της χώρας δεν έπληξαν ενεργειακές εγκαταστάσεις κατά τις επιθέσεις της προηγούμενης νύχτας.

Ads

Ο Πεσκόφ απέρριψε επίσης το ενδεχόμενο να συνδέεται άμεσα η συμφωνία για τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ με την επιστροφή της Μόσχας στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Όπως ανέφερε, η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα εξυπηρετεί τα συμφέροντα τόσο της Ρωσίας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς.

Ads

«Δεν βλέπω κάποια άμεση σύνδεση εδώ», δήλωσε στην ημερήσια τηλεδιάσκεψη με δημοσιογράφους.

Ads

«Στην πραγματικότητα είναι ένα πεδίο ρωσοαμερικανικής συνεργασίας που είναι ιδιαιτέρως επωφελές και για τις δύο πλευρές. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και τη Ρωσική Ομοσπονδία. Γι’ αυτό το λόγο συμβαίνει».

Παράλληλα, χαρακτήρισε «κυνική» την ευρωπαϊκή κριτική για τη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να προμηθεύονται ορισμένες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Οι δηλώσεις Τραμπ και η στάση της Ουκρανίας

Ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχισε να παρουσιάζει την εκεχειρία ως θετική εξέλιξη, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία δεν έπληξε ουκρανικούς ενεργειακούς στόχους μετά τις σχετικές ανακοινώσεις.

Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία έχει σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια για δύο ημέρες. Ωστόσο, κατηγόρησε τη Μόσχα ότι συνεχίζει να πλήττει ενεργειακές εγκαταστάσεις και άλλες κρίσιμες υποδομές της χώρας.

Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, η Ρωσία είχε επιτεθεί την προηγούμενη ημέρα σε έξι ενεργειακές εγκαταστάσεις, γεγονός που εντείνει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η προτεινόμενη εκεχειρία εφαρμόζεται στην πράξη.

Αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον

Η απόφαση του Τραμπ να άρει τις αμερικανικές κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου ντίζελ και η ανακοίνωσή του για ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί γερουσιαστές τον κάλεσαν να επανεξετάσει τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να υπονομεύσει την αμερικανική πολιτική στήριξης της Ουκρανίας. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζέρι Μοράν προειδοποίησε ότι η εισαγωγή ρωσικού ντίζελ ενδέχεται να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ και να πλήξει την αξιοπιστία τους απέναντι στους συμμάχους.

Αντίστοιχα, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επέκρινε τη συμφωνία, εκτιμώντας ότι θα ενισχύσει τη Μόσχα και θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες απώλειες ζωών. Παράλληλα, η ένταση μεταξύ των δύο ηγετών αυξήθηκε μετά τις δηλώσεις του Τραμπ ότι η Ουκρανία χρειάζεται νέο πρόεδρο. Ο Ζελένσκι απάντησε ότι θα μπορούσαν να προκηρυχθούν εκλογές εφόσον η Ρωσία συμφωνούσε σε κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών.


Η Ευρώπη ενισχύει την πίεση στη Ρωσία

Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ενέκρινε νέο πακέτο κυρώσεων, το μεγαλύτερο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής ως προς τον αριθμό των νέων καταχωρίσεων. Τα μέτρα αφορούν περίπου 1.600 πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική βιομηχανία, μεταξύ των οποίων εταιρείες που προμηθεύουν εξαρτήματα για πυραύλους, drones, αεροσκάφη και άλλα οπλικά συστήματα.

Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και περιορισμούς στις οικονομικές συναλλαγές, ενώ επιβλήθηκαν επιπλέον μέτρα σε 77 πρόσωπα που συμμετείχαν στις εκλογές για τη ρωσική Κρατική Δούμα σε κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη.

Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, υπογράμμισε ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για χαλάρωση των περιορισμών, αλλά για ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα. Την ίδια ώρα, η Βρετανία ανακοίνωσε ότι θα αυστηροποιήσει τις κυρώσεις της, ενώ η Γερμανία επανέλαβε τη στήριξή της προς τον Ζελένσκι και ζήτησε μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών.