Τα πυρηνικά όπλα εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό παράγοντα αποτροπής μιας παγκόσμιας σύρραξης, υποστήριξε το Κρεμλίνο, την ώρα που εντείνονται οι ανησυχίες για μια νέα περίοδο διεθνούς εξοπλιστικής κούρσας και μετά τη λήξη της τελευταίας μεγάλης συμφωνίας περιορισμού στρατηγικών πυρηνικών όπλων μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ads

Μιλώντας σε φόρουμ εξωτερικής πολιτικής στη Μόσχα, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ υποστήριξε ότι το υφιστάμενο σύστημα παγκόσμιας ασφάλειας βρίσκεται σε διαδικασία αποδυνάμωσης και προειδοποίησε ότι οι παραδοσιακοί μηχανισμοί ισορροπίας έχουν πλέον διαβρωθεί.

Ads

«Στην πραγματικότητα, δεν μας έχει απομείνει τίποτα σε αυτόν τον κόσμο εκτός από την πυρηνική αποτροπή. Είναι το μόνο πράγμα που προστατεύει τον κόσμο από έναν παγκόσμιο πόλεμο», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ads

Ο Πεσκόφ σημείωσε ακόμη ότι η ταχύτατη εξέλιξη της στρατιωτικής τεχνολογίας ενδέχεται στο μέλλον να οδηγήσει στην εμφάνιση νέων συμβατικών οπλικών συστημάτων με καταστροφική ισχύ αντίστοιχη εκείνης των πυρηνικών όπλων.

Ads

«Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, είναι ήδη σαφές ότι θα εμφανιστούν νέοι τύποι μη πυρηνικών όπλων, τα οποία όμως ενδέχεται τελικά να εξισώνονται με τα πυρηνικά όπλα ως προς την καταστροφική τους δύναμη», ανέφερε.

Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς έντασης, με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να έχει επανειλημμένα αναφερθεί στο πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, προκαλώντας επικρίσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες τον κατηγορούν για επικίνδυνη και απερίσκεπτη πυρηνική ρητορική.

Παράλληλα, η λήξη της συνθήκης New START τον περασμένο Φεβρουάριο δημιούργησε ένα νέο τοπίο αβεβαιότητας. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες δεν βρίσκεται σε ισχύ καμία συμφωνία που να περιορίζει την ανάπτυξη στρατηγικών πυρηνικών όπλων από τις δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη.


Η New START είχε υπογραφεί το 2010 και αποτελούσε την τελευταία ενεργή συμφωνία ελέγχου εξοπλισμών που είχε απομείνει από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Προέβλεπε ανώτατο όριο 1.550 αναπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών για κάθε πλευρά.

Ωστόσο, πριν από την κατάρρευσή της, τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον αντάλλασσαν αμοιβαίες κατηγορίες για παραβιάσεις και μη τήρηση των όρων της.

Παρότι Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφωνήσει να επαναλάβουν συνομιλίες υψηλού επιπέδου για στρατηγικά ζητήματα ασφάλειας, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι προχωρούν σε διαπραγματεύσεις για την ανανέωση ή αντικατάσταση της συμφωνίας.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει ταχθεί υπέρ μιας νέας διεθνούς συνθήκης που θα περιλαμβάνει και την Κίνα, το πυρηνικό οπλοστάσιο της οποίας συνεχίζει να αυξάνεται, αν και παραμένει σημαντικά μικρότερο από εκείνα της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το Πεκίνο έχει απορρίψει δημόσια αυτή την προοπτική, ενώ η Μόσχα έχει ξεκαθαρίσει ότι σε περίπτωση συμμετοχής της Κίνας σε μια νέα συμφωνία, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι πυρηνικές δυνάμεις της Ευρώπης που είναι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον, δηλαδή η Βρετανία και η Γαλλία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ρωσική ηγεσία επιμένει ότι η στρατηγική ισορροπία εξακολουθεί να στηρίζεται στην πυρηνική αποτροπή, την ώρα που η απουσία ενός νέου πλαισίου ελέγχου των εξοπλισμών ενισχύει τις ανησυχίες για μια νέα περίοδο πυρηνικού ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.