Η τρίτη φάση των απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη την Τετάρτη (23/7), ολοκληρώθηκε χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα και, σύμφωνα με πληροφορίες από πηγή του ρωσικού πρακτορείου TASS, «δεν αναμένεται καμία συνέχεια», εφόσον «δεν επιτεύχθηκε καμία πρόοδος».

Ads

Η διάρκεια των συνομιλιών, που ξεκίνησαν με καθυστέρηση μιάμισης ώρας, περιορίστηκε σε μόλις 40 λεπτά, γεγονός που καταδεικνύει τις αγεφύρωτες διαφορές και την στασιμότητα που επικρατεί στις προσπάθειες ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσης.

Οι προηγούμενοι γύροι διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα επίσης στην Κωνσταντινούπολη στις 16 Μαΐου και στις 2 Ιουνίου, είχαν οδηγήσει σε περιορισμένες συμφωνίες, όπως ανταλλαγές αιχμαλώτων και σορών στρατιωτών, χωρίς όμως να σημειωθεί καμία ουσιαστική πρόοδος προς μια συνολική πολιτική λύση. Επιπλέον, αυτές οι συμφωνίες δεν επηρέασαν τον ρυθμό των εχθροπραξιών, οι οποίες όχι μόνο συνεχίζονται αλλά και εντείνονται, καθώς τα βασικά πολιτικά και στρατηγικά ζητήματα παραμένουν άλυτα και οι θέσεις των δύο πλευρών φαίνονται αμετακίνητες.

Η τωρινή συνάντηση, με διάρκεια μικρότερη ακόμα και από τις προηγούμενες, υπογραμμίζει την επιδείνωση του διαλόγου και την πλήρη απουσία συνεννόησης.

Ads

Η ρωσική αντιπροσωπεία στις συνομιλίες ηγείται από τον προεδρικό σύμβουλο Βλαντίμιρ Μεντίνσκι, ενώ την ουκρανική πλευρά εκπροσωπεί ο γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας, Ρούστεμ Ουμέροφ.

Η Ρωσία εισήλθε στις συνομιλίες με ένα πλαίσιο απαιτήσεων που αγγίζει τα όρια του τελεσιγράφου, ενώ η Ουκρανία επιδιώκει άμεση κατάπαυση του πυρός και πολιτική λύση μέσω ηγετικής συνάντησης στο ανώτατο επίπεδο – δηλαδή Πούτιν με Ζελένσκι.

Η Τουρκία, ως χώρα υποδοχής, προσπάθησε να διατηρήσει έναν ρόλο διαμεσολαβητή. Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ανοίγοντας τη συνεδρίαση, τόνισε την ανάγκη να υπάρξει πρόοδος με βάση τα έγγραφα που είχαν ανταλλάξει οι δύο πλευρές στον δεύτερο γύρο, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Ο απώτερος στόχος εδώ είναι, φυσικά, μια κατάπαυση του πυρός που θα ανοίξει τον δρόμο για την ειρήνη».

Η Ουκρανία, μέσω του επικεφαλής της αντιπροσωπείας της, Ρούστεμ Ουμέροφ, επανέλαβε την σταθερή της θέση υπέρ μιας συνάντησης των προέδρων Ζελένσκι και Πούτιν.

Σε ανάρτησή του στο Telegram, ο Ουμέροφ δήλωσε: «Η Ουκρανία υποστήριζε πάντα τη συνάντηση ηγετών. Ήμασταν έτοιμοι χθες. Είμαστε έτοιμοι σήμερα. Και θα είμαστε έτοιμοι αύριο».

Παρά την πρόθεση της Ουκρανίας, το Κρεμλίνο φρόντισε να μετριάσει εξ αρχής τις προσδοκίες. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, είχε δηλώσει νωρίτερα στους δημοσιογράφους ότι δεν αναμένονται εύκολες λύσεις: «Φυσικά, κανείς δεν αναμένει έναν εύκολο δρόμο. Φυσικά, θα είναι μια πολύ δύσκολη συζήτηση. Τα σχέδια (των δύο πλευρών) είναι διαμετρικά αντίθετα». Η δήλωση αυτή υποδηλώνει όχι μόνο την αδιαλλαξία της ρωσικής πλευράς, αλλά και την πρόθεση να συνεχίσει τις απαιτήσεις της χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις.

Οι πιέσεις σε διεθνές επίπεδο

Στο διεθνές επίπεδο, οι πιέσεις προς τη Ρωσία έχουν αυξηθεί, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον Ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι μετά από μια δημόσια διαμάχη τον Φεβρουάριο, έχει εκφράσει την απογοήτευσή του με τη στάση της Ρωσίας.

Την περασμένη εβδομάδα, απείλησε με νέες, σφοδρές κυρώσεις τόσο κατά της Ρωσίας όσο και κατά των χωρών που αγοράζουν τα εξαγόμενα προϊόντα της, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία ειρήνης εντός 50 ημερών.

Σύμφωνα με πληροφορίες του πρακτορείου Reuters, πηγές κοντά στο Κρεμλίνο ανέφεραν ότι ο Πούτιν, αδιάφορος απέναντι στο τελεσίγραφο του Τραμπ, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει τον πόλεμο έως ότου η Δύση αποδεχθεί τους όρους του για ειρήνη. Μάλιστα, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εδαφικές απαιτήσεις της Ρωσίας μπορεί να αυξηθούν, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις προελαύνουν. Την Τετάρτη, η Ρωσία ανακοίνωσε την κατάληψη του οικισμού Βαραχίνε στην περιφέρεια Σούμι της Ουκρανίας, στην οποία ο Πούτιν έχει διατάξει τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας. Η πληροφορία αυτή δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα από το Reuters.

Η στρατιωτική σύγκρουση συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει τις σφοδρότερες αεροπορικές επιθέσεις του πολέμου, στοχεύοντας ιδιαιτέρως την ουκρανική πρωτεύουσα, το Κίεβο. Η Ουκρανία έχει απαντήσει με δικές της επιθέσεις, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στον στρατηγικό στόλο βομβαρδιστικών της Ρωσίας, μέσω της διείσδυσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε βάσεις βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος.

Οι απαιτήσεις και το «χάσμα»

Ο πρόεδρος Ζελένσκι έχει διατυπώσει ξεκάθαρα την ατζέντα της Ουκρανίας για τις διαπραγματεύσεις: επιστροφή αιχμαλώτων πολέμου, επαναπατρισμός παιδιών που έχουν απαχθεί από τη Ρωσία, και προετοιμασία για ηγετική συνάντηση με τον Πούτιν. Ωστόσο, η ρωσική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά την κατηγορία περί απαγωγής παιδιών και αρνείται να αναγνωρίσει τον Ζελένσκι ως νόμιμο πρόεδρο, επικαλούμενη την απουσία εκλογών στην Ουκρανία λόγω στρατιωτικού νόμου.

Από την πλευρά της, η Ρωσία παρουσίασε στην πρόσφατη συνάντηση ένα μνημόνιο με τις κύριες απαιτήσεις της, οι οποίες περιλαμβάνουν: πλήρη αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις τέσσερις περιοχές που η Ρωσία έχει προσαρτήσει, περιορισμό του μεγέθους των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, αναγνώριση ενισχυμένων δικαιωμάτων για τους ρωσόφωνους πολίτες στην Ουκρανία και αποδοχή ουδέτερου καθεστώτος εκ μέρους του Κιέβου—δηλαδή εκτός ΝΑΤΟ και οποιασδήποτε άλλης συμμαχίας.

Η ουκρανική κυβέρνηση θεωρεί αυτές τις απαιτήσεις απαράδεκτες και τις χαρακτηρίζει ως τελεσίγραφο υπό μορφή παράδοσης. Ο πρόεδρος Ζελένσκι έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί κανέναν περιορισμό στην εθνική κυριαρχία, ούτε να παραιτηθεί από τις εδαφικές αξιώσεις της χώρας του. Η Ουκρανία ζητά άμεση κατάπαυση του πυρός, καταβολή αποζημιώσεων, διεθνείς εγγυήσεις ασφάλειας και πλήρη ελευθερία στη διαμόρφωση των αμυντικών της δυνατοτήτων.

Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών είναι βαθύ και θεμελιώδες. Ενώ η Ρωσία προσέρχεται στις συνομιλίες με τη λογική του νικητή που θέτει τους όρους, η Ουκρανία θεωρεί τη διαδικασία ως μέσο αποκατάστασης της εθνικής ακεραιότητας και της διεθνούς δικαιοσύνης. Το αδιέξοδο αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την επίτευξη μιας συμφωνίας στο άμεσο μέλλον.