Το Λονδίνο, το Παρίσι και η Νέα Υόρκη συνδέονται συνήθως μεταξύ τους για λόγους ιστορίας, πολιτισμού και οικονομικής ισχύος. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, οι τρεις μεγάλες μητροπόλεις βρίσκονται όλο και συχνότερα αντιμέτωπες με επικίνδυνους καύσωνες, για τους οποίους ουσιαστικά δεν προετοιμάστηκαν ποτέ.

Ads

Το τσιμέντο, η άσφαλτος, τα γυάλινα κτίρια και η έλλειψη πρασίνου δημιουργούν το λεγόμενο «φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας»: οι πόλεις παγιδεύουν τη θερμότητα και παραμένουν πολύ πιο ζεστές από τις γύρω περιοχές. Στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στο αστικό κέντρο και την ύπαιθρο είναι από τις μεγαλύτερες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ads

Κάθε χρόνο περισσότεροι από 500 κάτοικοι της πόλης χάνουν τη ζωή τους εξαιτίας της ζέστης, μια πραγματικότητα που πλήττει δυσανάλογα τις φτωχότερες και πιο ευάλωτες κοινότητες.

Ads

Όμως οι ανισότητες που προκαλούν ακραία φαινόμενα όπως οι καύσωνες στις πόλεις, δεν είναι κάτι νέο. Όπως δείχνει έρευνα του προγράμματος «Melting Metropolis», οι κάτοικοι αυτών των μητροπόλεων προσπαθούσαν εδώ και δεκαετίες — ακόμη και αιώνες — να βρουν τρόπους επιβίωσης μέσα στους καύσωνες.

Ads

Το Λονδίνο της σκιάς και των δημόσιων πάρκων

Για τους περισσότερους κατοίκους του ιστορικού Λονδίνου, η καλύτερη άμυνα απέναντι στη ζέστη ήταν η έξοδος από το σπίτι. Στα μέσα του 20ού αιώνα πολλοί Λονδρέζοι ανέβαιναν στις ταράτσες των πολυκατοικιών για να βρουν λίγη δροσιά από τον αέρα που κυκλοφορούσε πάνω από τους στενούς δρόμους της πόλης, όπως περιγράφει άρθρο στο Conversation.

Από τον 19ο αιώνα, οι δημόσιοι χώροι αποτέλεσαν βασικό καταφύγιο απέναντι στη ζέστη. Τα πάρκα με τα μεγάλα δέντρα, οι λίμνες, οι δημόσιες πισίνες και οι λεγόμενες «lidos», δηλαδή οι υπαίθριες δεξαμενές κολύμβησης, λειτουργούσαν ως ανάσες δροσιάς μέσα στην αποπνικτική πόλη.


Οι πλουσιότεροι, βέβαια, διέθεταν διαφορετικά μέσα προστασίας. Στον 19ο αιώνα αγόραζαν πάγο εισαγόμενο από τη Νορβηγία ή χρησιμοποιούσαν υπηρέτες για να κινούν χειροκίνητους ανεμιστήρες μέσα στα σπίτια.

Το Παρίσι και η δροσιά των λεωφόρων

Και στο Παρίσι του 19ου αιώνα, οι κάτοικοι κατέφευγαν στους δημόσιους χώρους για να αντέξουν τους καύσωνες. Η μεγάλη πολεοδομική αναμόρφωση της πόλης επί Οσμάν δημιούργησε φαρδιές λεωφόρους με δέντρα και μεγάλους χώρους πρασίνου που πρόσφεραν σκιά και καλύτερο αερισμό.

Ακόμη και τα δέντρα που φυτεύτηκαν κατά μήκος των λεωφόρων είχαν κρίσιμο ρόλο στην καθημερινή ζωή των Παριζιάνων τα καλοκαίρια. Η σκιά τους μετρίαζε τη θερμοκρασία και επέτρεπε στους ανθρώπους να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους στους δρόμους.

Ο Σηκουάνας θα μπορούσε να αποτελεί φυσικό μέσο δροσιάς, όμως από τα μέσα του 19ου αιώνα η κολύμβηση στο ποτάμι είχε απαγορευτεί. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί Παριζιάνοι αγνοούσαν την απαγόρευση και βουτούσαν στα νερά του για να ανακουφιστούν από τη ζέστη.

Οι εύποροι κάτοικοι της πόλης χρησιμοποιούσαν πάγο που μεταφερόταν από βόρειες περιοχές ή αποθηκευόταν σε ειδικές αποθήκες από τον χειμώνα. Ο πάγος παρέμενε είδος πολυτελείας μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι νέες τεχνολογίες τεχνητής παραγωγής τον έκαναν πιο προσιτό.

Παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη διάδοση του κλιματισμού τον 20ό αιώνα, ορισμένες παραδοσιακές συνήθειες παραμένουν ακόμη αναπόσπαστο κομμάτι του παρισινού καλοκαιριού: οι γεμάτες καφετέριες, οι όχθες του Σηκουάνα και οι δημόσιες βρύσες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για πόσιμο νερό.

Η Νέα Υόρκη των ταρατσών και των πυροσβεστικών κρουνών

Στη Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα, οι καύσωνες ήταν σχεδόν αβάσταχτοι για όσους ζούσαν στις φτωχικές πολυκατοικίες των μεταναστών. Οι άνθρωποι κοιμούνταν στις ταράτσες, στα μεταλλικά σκαλιά ή έξω στους δρόμους προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη ζέστη των διαμερισμάτων.

Οι πλούσιοι εγκατέλειπαν την πόλη για εξοχικές κατοικίες στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι εφημερίδες της εποχής τους αποκαλούσαν «πρόσφυγες της ζέστης».

Οι παραλίες αποτελούσαν τη βασική διέξοδο για τους Νεοϋορκέζους. Τον 20ό αιώνα, όμως, αναπτύχθηκαν και άλλες πρακτικές: γιορτές στους δρόμους με μεγάλες ποσότητες πάγου, παιδιά που άνοιγαν παράνομα τους πυροσβεστικούς κρουνούς για να δημιουργούν αυτοσχέδια σιντριβάνια και γειτονιές που προσπαθούσαν συλλογικά να επιβιώσουν από τη ζέστη.

Οι κοινωνικές ανισότητες που αναδεικνύει ο καύσωνας

Η ιστορία των καυσώνων στις μεγάλες πόλεις αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: η δυνατότητα προστασίας από τη ζέστη ήταν πάντοτε ζήτημα κοινωνικής τάξης. Οι εύποροι διέθεταν μεγαλύτερα σπίτια, πρόσβαση σε εξοχές, πάγο ή αργότερα κλιματισμό. Οι φτωχότεροι βασίζονταν στους δημόσιους χώρους, στη συλλογική ζωή και σε αυτοσχέδιες λύσεις.

Σήμερα, καθώς η κλιματική κρίση εντείνεται, οι πόλεις αναζητούν νέους τρόπους προσαρμογής. Μετά τον φονικό καύσωνα του 2003, το Παρίσι δημιούργησε ειδικό σχέδιο αντιμετώπισης της θερμότητας. Η Νέα Υόρκη αντιμετωπίζει πλέον τον κλιματισμό ως κοινωνικό δικαίωμα, ενώ το Λονδίνο ετοιμάζει το πρώτο ολοκληρωμένο σχέδιο προστασίας από τους καύσωνες.

Όμως η ιστορία δείχνει ότι οι κάτοικοι των πόλεων προσπαθούσαν πάντα να επινοήσουν τρόπους επιβίωσης απέναντι στη ζέστη. Και ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο μάθημα από αυτή την ιστορική αναδρομή: οι πόλεις δεν χρειάζεται μόνο να αντέξουν τις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά να γίνουν πιο δίκαιες για όσους τις βιώνουν πιο σκληρά.