Σημαντικές ιστορικές πρωτιές καταγράφηκαν στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, με δύο γυναίκες να εξασφαλίζουν την εκλογή τους σε θέσεις κυβερνητών. Πρόκειται για την Ντεμπ Χάαλαντ, η οποία εξελέγη στο Νέο Μεξικό και γίνεται η πρώτη γυναίκα ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση αμερικανικής πολιτείας και την Κέισα Λανς Μπότομς, η οποία επικράτησε στην Τζόρτζια, καταγράφοντας την πρώτη εκλογή μαύρης γυναίκας στο συγκεκριμένο αξίωμα στην ιστορία των ΗΠΑ.

Ads

Ντεμπ Χάαλαντ: Κυβερνήτης η πρώτη γυναίκα αυτόχθονης καταγωγής

Η πρώην υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, Ντεμπ Χάαλαντ, εξελέγη κυβερνήτης του Νέου Μεξικού, εξασφαλίζοντας μια ιστορική διάκριση για την πολιτική εκπροσώπηση των αυτοχθόνων πληθυσμών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ads

Η υποψήφια των Δημοκρατικών επικράτησε του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της, Γκρεγκ Χαλ, 60 ετών, επιχειρηματία και πρώην δημάρχου της πόλης Ρίο Ράντσο.

Ads

Σε ηλικία 65 ετών, η Χάαλαντ έχει ήδη καταγράψει σημαντικές πρωτιές στην πολιτική της διαδρομή. Το 2021 έγινε η πρώτη υπουργός στην ιστορία των ΗΠΑ που προερχόταν από κοινότητα αυτοχθόνων Αμερικανών. Η εκλογή της στο Νέο Μεξικό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι αυτόχθονες πληθυσμοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% των κατοίκων της πολιτείας. Παράλληλα, η πολιτική συμμετοχή και η επιρροή των συγκεκριμένων κοινοτήτων στις εκλογικές διαδικασίες ενισχύονται σταδιακά σε ολόκληρη τη χώρα.

Ads

Η πολιτική της παρουσία σε εθνικό επίπεδο άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή το 2018, όταν εξελέγη μέλος του Κογκρέσου, στο πλαίσιο της ανάδειξης μιας νέας γενιάς προοδευτικών Δημοκρατικών πολιτικών. Στην ίδια πολιτική ομάδα συγκαταλέγονταν προσωπικότητες όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η Ιλχάν Ομάρ και η Ρασίντα Τλαΐμπ.

Μετά την εκλογική νίκη του Τζο Μπάιντεν το 2020, ο νέος πρόεδρος την επέλεξε για την ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών.

Κατά την προεκλογική της εκστρατεία, η Χάαλαντ μίλησε αρκετές φορές για τις προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας μόνη της το παιδί της. Όπως έχει αναφέρει, χρειάστηκε να στηριχθεί σε προγράμματα κοινωνικής και επισιτιστικής βοήθειας, όπως τα Medicaid, WIC και SNAP, πριν καταφέρει να συνεχίσει τις σπουδές της στη Νομική Σχολή, σε ηλικία άνω των 30 ετών.

Πριν από την είσοδό της στην κεντρική πολιτική σκηνή, είχε αναλάβει διοικητικές θέσεις στη φυλή San Felipe Pueblo, ενώ έγινε η πρώτη γυναίκα που συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της Laguna Development Corporation. Το 2012 είχε επίσης αναλάβει την εκστρατεία προσέλκυσης ψήφων από τις κοινότητες των ιθαγενών Αμερικανών στο Νέο Μεξικό, στο πλαίσιο της προεκλογικής προσπάθειας του Μπαράκ Ομπάμα.

Το 2014 διεκδίκησε τη θέση του υποκυβερνήτη, χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί, καθώς η αναμέτρηση κατέληξε σε νίκη των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, στη συνέχεια έγινε η πρώτη γυναίκα ιθαγενικής καταγωγής που ανέλαβε την ηγεσία πολιτειακής κομματικής οργάνωσης.

Η εκλογή της στο Κογκρέσο το 2018 αποτέλεσε ακόμη ένα ιστορικό γεγονός. Μαζί με τη Σαρίς Ντέιβιντς, που εξελέγη στην πολιτεία του Κάνσας, έγιναν οι πρώτες γυναίκες ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής που κατέλαβαν έδρα στο αμερικανικό Κογκρέσο.

Η αυξημένη συμμετοχή των αυτοχθόνων πληθυσμών στην πολιτική αποτυπώθηκε και στον φετινό εκλογικό κύκλο, καθώς συνολικά 358 υποψήφιοι από τέτοιες κοινότητες διεκδίκησαν δημόσια αξιώματα σε τοπικό, πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Μεταξύ αυτών ήταν η πρώην βουλευτής της Αλάσκας, Μέρι Πελοτά, και η υποκυβερνήτης της Μινεσότα, Πέγκι Φλάναγκαν, οι οποίες επιδίωξαν να γίνουν οι πρώτες γυναίκες ιθαγενικής καταγωγής που θα εκλεγούν στη Γερουσία των ΗΠΑ.

Η μακρά διαδρομή των αυτοχθόνων προς την πολιτική εκπροσώπηση

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην πολιτική εκπροσώπηση των αυτοχθόνων Αμερικανών, η πρόσβασή τους στα εκλογικά δικαιώματα και στη δημόσια ζωή υπήρξε αποτέλεσμα μιας μακράς διεκδίκησης.

Σε πανεθνικό επίπεδο, το δικαίωμα ψήφου για τους ιθαγενείς Αμερικανούς κατοχυρώθηκε ουσιαστικά μόλις τη δεκαετία του 1960.

Στο Νέο Μεξικό, η αναγνώριση του συγκεκριμένου δικαιώματος είχε προηγηθεί, το 1948. Καθοριστική υπήρξε τότε η δικαστική προσφυγή του Μιγκέλ Τρουχίγιο, βετεράνου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέλους της φυλής Isleta Pueblo, κατά της πολιτείας.

Ένα ακόμη σημαντικό βήμα πραγματοποιήθηκε το 2023, όταν το Νέο Μεξικό έγινε η πρώτη και μοναδική πολιτεία των ΗΠΑ που υιοθέτησε επικαιροποιημένο νόμο για τα εκλογικά δικαιώματα των αυτοχθόνων Αμερικανών (Native American Voting Rights Act). Με τη συγκεκριμένη νομοθεσία ενισχύθηκε η συμμετοχή των αυτόχθονων φυλών σε αποφάσεις που αφορούν τη δημιουργία εκλογικών τμημάτων και την αναδιαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών.

Κέισα Λανς Μπότομς: Κυβερνήτης η πρώτη μαύρη γυναίκα

Ιστορική ήταν και η επικράτηση της Δημοκρατικής Κέισα Λανς Μπότομς στην Τζόρτζια, καθώς γίνεται η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης αμερικανικής πολιτείας. Η 56χρονη πολιτικός έχει διατελέσει δήμαρχος της Ατλάντα.

Η εκλογική αναμέτρηση στην Τζόρτζια ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική, με τον Ρεπουμπλικανό επιχειρηματία Ρικ Τζάκσον να εμφανίζεται μέχρι τις τελευταίες ημέρες ως ένας από τους επικρατέστερους διεκδικητές της θέσης.

Η Μπότομς πραγματοποίησε την προεκλογική της εκστρατεία έχοντας στο πλευρό της τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Τζον Όσοφ, ο οποίος επίσης επανεξελέγη, καθώς και τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, που συμμετείχε σε προεκλογική εκδήλωση λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία.

Γεννημένη στην Ατλάντα, η Μπότομς είναι κόρη του μουσικού Μέιτζορ Λανς. Ακολούθησε τη Νομική και εργάστηκε ως δικηγόρος, ενώ στη συνέχεια υπηρέτησε ως δικαστής στο δικαστήριο ειρηνοδικών της κομητείας Φούλτον. Η πρώτη της εκλογή σε δημόσιο αξίωμα πραγματοποιήθηκε το 2009, όταν εξελέγη στο δημοτικό συμβούλιο της Ατλάντα.

Από την πλευρά του, ο Ρικ Τζάκσον επένδυσε περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια προσωπικών κεφαλαίων στην προεκλογική του εκστρατεία. Κεντρικό στοιχείο της επικοινωνιακής του στρατηγικής αποτέλεσαν εικόνες από τις ταραχές και τις διαδηλώσεις του 2020, μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, καθώς και από τον θάνατο της οκτάχρονης Σεκόρια Τέρνερ, η οποία σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια περιστατικού με ενόπλους που είχαν αποκλείσει δρόμο.

Η νίκη της Μπότομς καταγράφηκε σε μια εκλογική συγκυρία κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί και ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετώπιζαν αυξανόμενη πολιτική πίεση.

Η πολιτική της πορεία είχε απασχολήσει την αμερικανική επικαιρότητα ήδη από το 2020. Την περίοδο των διαδηλώσεων για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, όταν το όνομά της βρισκόταν μεταξύ εκείνων που εξετάζονταν για τη θέση της αντιπροέδρου στο πλευρό του Τζο Μπάιντεν, η ίδια, ως δήμαρχος της Ατλάντα, ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικούσε νέα θητεία στον δήμο.


Στη συνέχεια εντάχθηκε στην κυβέρνηση Μπάιντεν, αναλαμβάνοντας καθήκοντα ανώτερης συμβούλου και διευθύντριας του Γραφείου Δημόσιας Συμμετοχής του Λευκού Οίκου, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 2023.

Η υποψηφιότητά της για την κυβερνητική θέση στην Τζόρτζια προέκυψε μετά την απόφαση της βουλευτού Λούσι ΜακΜπαθ, η οποία θεωρούνταν ένα από τα ισχυρότερα ονόματα των Δημοκρατικών, να μην συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία, επικαλούμενη προβλήματα υγείας του συζύγου της.

Στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών, η Μπότομς κατάφερε να επικρατήσει έξι συνυποψηφίων της, εξασφαλίζοντας το χρίσμα χωρίς να απαιτηθεί δεύτερος γύρος.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ακρίβεια και στο αυξημένο κόστος διαβίωσης. Μεταξύ των δεσμεύσεών της ήταν η επέκταση του προγράμματος Medicaid, στο πλαίσιο του νόμου Affordable Care Act, καθώς και η ανατροπή των περιορισμών στην πρόσβαση στις αμβλώσεις στην πολιτεία.