Σ΄ ένα οδοιπορικό πριν από λίγους μήνες σε χώρες της κεντρικής και νότιας Ευρώπης είχα την ευκαιρία να συζητήσω με πολλούς ανθρώπους για την καθημερινότητά τους. Παρότι γνώριζα ότι οι μισθοί και οι συντάξεις είναι πολύ υψηλότερες σε σχέση με την Ελλάδα και οι τιμές σε αγαθά πρώτης ανάγκης μόνο κατά τι μεγαλύτερες, μου προκάλεσε εντύπωση αυτή τη φορά πως οι περισσότεροι διαμαρτύρονταν ότι δύσκολα τα βγάζουν πέρα.

Ads

Τα βασικότερα προβλήματα ήταν η ραγδαία άνοδος των τιμών στα σούπερ μάρκετ, η έλλειψη προσιτής στέγης, οι μειώσεις στις κοινωνικές παροχές, αλλά και η απουσία σταθερής εργασίας και η ανασφάλεια στις νεότερες γενιές.

Ads

Ήταν σαφές ότι η στεγαστική κρίση και ο πληθωρισμός σε Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία -και όχι μόνο- τα τελευταία χρόνια έχουν ξεπεράσει τα όρια της ατομικής αντοχής. Εξαίρεση αποτελούν η Ελβετία και τα λιλιπούτεια κρατίδια του Λιχτενστάϊν και της Ανδόρας.

Ads

Διαβάστε: Η Ευρώπη στους δρόμους / Πόσο αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια το κόστος ζωής σε Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία

Ads

Σήμερα πολλές από τις πόλεις που επισκέφθηκα «φλέγονται» από διαδηλώσεις. Από τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, όπου οι δρόμοι γεμίζουν με σκηνές και πολίτες που απαιτούν φρένο στα ανεξέλεγκτα ενοίκια, μέχρι το Παρίσι, τη Ρώμη και το Μιλάνο, όπου εργαζόμενοι και φοιτητές διαδηλώνουν ενάντια στην απώλεια της αγοραστικής τους δύναμης.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Ποιος διεκδικεί την «κληρονομιά» της οργής; Ποιος θα καρπωθεί αυτές τις διαμαρτυρίες και το μήνυμα που εκπέμπουν; Διαμαρτυρίες οι οποίες διαφέρουν ριζικά από τον ορόσημο Μάη του ΄68 και τις απεργίες διαρκείας της δεκαετίας του ΄90.

Θα είναι η Ακροδεξιά; Ή η Κεντροαριστερά και η Αριστερά;
Ή μήπως σύντομα η κατάσταση με την εμφάνιση στρατιωτικών δυνάμεων στους δρόμους και της στρατηγικής του φόβου που εφαρμόζουν οι αρχές, θα εκτονωθεί;

Η ανατομία της λαϊκής οργής στον Νότο

Στο παρελθόν στη Γαλλία στο κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», που είχε δημιουργηθεί ως αντίδραση στην αύξηση του φόρου καυσίμων και εξελίχθηκε σε μια κραυγή απόγνωσης της μεσαίας τάξης για τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, η γαλλική Αριστερά διαδραμάτισε έναν αμφίσημο και τελικά δευτερεύοντα ρόλο.

Στην αρχή τα παραδοσιακά συνδικάτα και τμήματα της Αριστεράς αντιμετώπισαν τα «Κίτρινα Γιλέκα» με επιφυλακτικότητα λόγω της παρουσίας ακροδεξιών στοιχείων και γιατί φοβήθηκαν ότι επρόκειτο για μια «δεξιά και αντιφορολογική» διαμαρτυρία που στρεφόταν ενάντια στην οικολογική μετάβαση.

Στη συνέχεια ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν δήλωσε ότι το κίνημα εξέφραζε το πρόγραμμα της Αριστεράς, αλλά συνάντησε την έντονη αντίδραση της βάσης των διαδηλωτών που δεν ήθελαν καμία πολιτική κηδεμονία. Στο δια ταύτα, η γαλλική Αριστερά απέτυχε να μετατρέψει εκείνη την κοινωνική οργή σε δικό της εκλογικό ρεύμα, αφήνοντας χώρο στην Ακροδεξιά να καρπωθεί σημαντικό μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Στην Ιταλία επίσης, όπου η οργή τροφοδοτείται από την υποχώρηση των πραγματικών μισθών και την ακρίβεια σε βασικά αγαθά, παρότι τα μεγάλα συνδικάτα στήριζαν ανέκαθεν τις κινητοποιήσεις για αυξήσεις μισθών, πλαφόν στις τιμές ενέργειας και ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, η παραδοσιακή Κεντροαριστερά, το Δημοκρατικό Κόμμα (PD), άλλοτε εγκλωβισμένο σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές και άλλοτε στην προσπάθειά του να ανασυνταχθεί, δεν μπόρεσε να δώσει άμεσες λύσεις. Η αδυναμία συγκρότησης ενός συμπαγούς, πειστικού μετώπου απέναντι στην ακροδεξιά κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αφήνει την κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς ισχυρή πολιτική έκφραση.

Κάπως καλύτερη είναι η εικόνα για την Κεντροαριστερά στην Ισπανία, όπου η κρίση του κόστους ζωής εκφράζεται πρωτίστως ως στεγαστική κρίση. Τα τελευταία χρόνια, η εκτόξευση των ενοικίων, λόγω του ανεξέλεγκτου τουρισμού, των βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb) και της δράσης επενδυτικών funds, ώθησε χιλιάδες πολίτες στους δρόμους.

Η κυβέρνηση συνεργασίας του Πέδρο Σάντσεθ (PSOE) με τους Podemos (και στη συνέχεια τη συμμαχία Sumar) έκανε πράγματι σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις με κυριότερη τον νόμο για τη στέγαση, που ψηφίστηκε το 2023 και αποτέλεσε την πρώτη μετά τη μεταπολίτευση ολοκληρωμένη προσπάθεια ρύθμισης της αγοράς ακινήτων στην Ισπανία.

Τα μέτρα, ωστόσο, αποδείχθηκαν ανεπαρκή στην πράξη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, οι τοπικές κυβερνήσεις, που ελέγχονται από το δεξιό Λαϊκό Κόμμα (PP) αρνήθηκαν να εφαρμόσουν το πλαφόν, ακυρώνοντας στην πράξη τον νόμο για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Δεύτερον, πολλοί ιδιοκτήτες, όταν μπήκαν ανώτατα όρια στις μακροχρόνιες μισθώσεις, απέσυραν τα σπίτιά τους από την παραδοσιακή αγορά και τα μετατόπισαν στις τουριστικές (Airbnb, Booking) και τις εποχικές μισθώσεις (ενοικίαση ανά μήνα ή σε φοιτητές).

Πέραν τούτου υπάρχει μια συνεχής ιδεολογική διαμάχη μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) και των Podemos/Sumar. Έτσι, η θεσμική αντίσταση των περιφερειών που ελέγχονται από τη Δεξιά, η προσαρμοστικότητα της ελεύθερης αγοράς (που μεταπήδησε στα τουριστικά/εποχικά ενοίκια) και το τεράστιο ιστορικό έλλειμμα δημόσιας στέγης κατέστησαν τα μέτρα ανεπαρκή.

Αυτός είναι ο λόγος που οι διαδηλώσεις στους δρόμους της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, ενώ το ακροδεξιό Vox εκμεταλλεύεται τη λαϊκή απογοήτευση.

Διαβάστε: «Δεν πάει άλλο» στην Ευρώπη / Οι λαοί ασφυκτιούν, οι κυβερνήσεις εξοπλίζονται

Η συστημική κρίση και οι καρποί της Ακροδεξιάς

Το ίδιο συμβαίνει και αυτές τις μέρες όχι μόνο στον ευρωπαϊκό Νότο. Οι εικόνες των μαζικών κινητοποιήσεων και η εξάπλωση του κοινωνικού αναβρασμού σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συμπτώματα μιας βαθιάς δομικής κρίσης. Η στεγαστική ασφυξία που πλήττει κυρίως τους νέους, η αδιάκοπη συμπίεση των εισοδημάτων των εργαζομένων και η υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών εκπαίδευσης και υγείας, έχουν υπονομεύσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.

Ενώ, όμως, ιστορικά και θεωρητικά τέτοιες κοινωνικές αναταράξεις θα αποτελούσαν το προνομιακό πεδίο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, τώρα φαίνεται ότι η δύναμη που ωφελείται από τη λαϊκή οργή είναι η Ακροδεξιά. Και αυτό συμβαίνει για τους εξής λόγους:

Καταρχάς, διότι η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά εφάρμοσε και εφαρμόζει μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας, δηλαδή νεοφιλελεύθερες πολιτικές με αποτέλεσμα να χάσει την εμπιστοσύνη των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων.

Από την άλλη, η σύγχρονη Αριστερά, κυβερνώσα και μη, εμφανίζεται διασπασμένη και συχνά αναλώνεται σε εσωτερικές διαμάχες με τα γνωστά αποτελέσματα: απογοήτευση και αποχή των εν δυνάμει ψηφοφόρων που πλήττονται από την κρίση. Ακόμη και όταν η ριζοσπαστική Αριστερά (όπως το Νέο Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία) συσπειρώνει διαδηλωτές, δυσκολεύεται να πείσει το ευρύτερο εκλογικό σώμα ότι διαθέτει ρεαλιστικό και κοστολογημένο κυβερνητικό πρόγραμμα για τη διαχείριση της οικονομίας.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, όταν οι πολίτες αισθάνονται μόνοι για να τα βγάλουν πέρα και οι ειρηνικές διαμαρτυρίες δεν φέρνουν αποτέλεσμα για να αντιμετωπιστεί η κρίση του κόστους ζωής, η αντισυστημική ψήφος φαντάζει ως η μοναδική διέξοδος. Μια «ψήφο τιμωρίας» την οποία επιδιώκει η Ακροδεξιά, η οποία αυτοπροβάλλεται ως η μόνη δύναμη που δεν έχει κυβερνήσει ακόμα και υπόσχεται την πλήρη ανατροπή του status quo, την ίδια ώρα που η Αριστερά θεωρείται από πολλούς οργανικό κομμάτι του κατεστημένου.

Η Ακροδεξιά μέσα από μια στρατηγική «κοινωνικού λαϊκισμού», οικειοποιήθηκε παραδοσιακά συνθήματα της Αριστεράς (όπως η προστασία των συντάξεων, η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και η στήριξη των δημόσιων υπηρεσιών στη περιφέρεια), συνδέοντάς τα τεχνηέντως με την προστασία του έθνους και τον αυστηρό έλεγχο της μετανάστευσης. Η ρίζα του κακού παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα των επιλογών των «παγκοσμιοποιημένων ελίτ» και της κατανομής των πόρων προς τα έξω ή προς τους μετανάστες. Η λύση συνεπώς προβάλλεται ως η επιστροφή στην εθνική κυριαρχία και στον προστατευτισμό.

Συμπέρασμα: Τα αιτήματα της Αριστεράς για πλαφόν στα ενοίκια, αυστηρότερο έλεγχο των βραχυχρόνιων μισθώσεων, κρατικές επενδύσεις σε κοινωνικές κατοικίες και αύξηση μισθών βρίσκονται στον πυρήνα της ατζέντας της. Είναι η Αριστερά που δίνει το ιδεολογικό στίγμα των διαμαρτυριών.

Η κοινωνική έκρηξη στην Ευρώπη αποδεικνύει, ωστόσο, ότι τα κοινωνικά αιτήματα δεν μεταφράζονται αυτόματα σε αριστερή πολιτική μετατόπιση. Όσο η Αριστερά αποτυγχάνει να προσφέρει μια πειστική, συνεκτική και εφαρμόσιμη εναλλακτική πρόταση για την καθημερινότητα των πολιτών, όσο εγκλωβίζεται σε λογικές του νεοφιλελευθερισμού, υποσχόμενη μια καλύτερη διαχείριση, η οργή για την κατάρρευση των δημόσιων αγαθών και τη στεγαστική κρίση θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την εκλογική μηχανή της Ακροδεξιάς, η οποία απαντά σε όλα με υπεραπλουστεύσεις. Για όλα φταίνε οι μετανάστες, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, κλπ., αποκρύπτοντας ότι τα οικονομικά της προγράμματα είναι νεοφιλελεύθερα και αντιφατικά.

Παράλληλα, εκμεταλλεύεται την εικόνα του χάους και των επεισοδίων για να υποσχεθεί «νόμο και τάξη». Και σε αυτό σημαντικό ρόλο για λόγους τηλεθέασης, όπως είναι γνωστό, διαδραματίζουν πολλά από τα main stream ΜΜΕ που δίνουν έμφαση στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής και σε εικόνες καταστροφών από τους συνήθεις «μπαχαλάκηδες» παρά στην ουσία των αιτημάτων και στις ειρηνικές διαμαρτυρίες των πολιτών που διαδηλώνουν στους δρόμους.

Είναι συνεπώς η Ακροδεξιά αυτή που συχνά εισπράττει την τιμωρητική ψήφο των απελπισμένων πολιτών που νιώθουν ότι το πολιτικό σύστημα τους έχει εγκαταλείψει.

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή».