Μια νέα και πολύ πιο σύνθετη μορφή πολιτικής επιρροής στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης αποκαλύπτει έρευνα της Guardian – και δεν εκπλήσσει, καθότι προέρχεται από το Ισραήλ.

Ads

Αντί μια επικοινωνιακή εκστρατεία να επιχειρεί αποκλειστικά να πείσει ανθρώπους μέσω διαφημίσεων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργεί τεράστιες ποσότητες διαδικτυακού περιεχομένου με στόχο να το «διαβάζουν», να το εντοπίζουν και ενδεχομένως να το ενσωματώνουν στις απαντήσεις τους τα ίδια τα AI chatbots.

Ads

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας ιστότοπος με την ονομασία Hanover Institute for Public Policy, ο οποίος παρουσιάζεται με τη μορφή ακαδημαϊκού think tank και δημοσιεύει εκτενείς «μελέτες» για το Ισραήλ, τους Παλαιστινίους και τον πόλεμο στη Γάζα.

Ads

Το πρόβλημα είναι ότι, σύμφωνα με την έρευνα της βρετανικής εφημερίδας, δεν προκύπτει ότι το συγκεκριμένο ινστιτούτο υφίσταται ως πραγματικός ερευνητικός οργανισμός ή νομική οντότητα σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία.

Ads

Δεν αναφέρει φυσική διεύθυνση, δεν κατονομάζει προσωπικό και κανένα από τα κείμενά του δεν φέρει υπογραφή συντάκτη.

Ακόμη και οι όροι χρήσης του αναφέρουν ότι διέπονται από τη νομοθεσία «της πολιτείας στην οποία είναι εγκατεστημένο το Ινστιτούτο», χωρίς όμως να διευκρινίζουν ποια είναι αυτή.

Και όμως, μέσα σε μόλις εννέα ημέρες, το Hanover Institute κατάφερε να δημοσιεύσει περισσότερο περιεχόμενο από όσο θα μπορούσε να παράγει μια ολόκληρη ερευνητική ομάδα σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

124 «μελέτες» και 560.000 λέξεις μέσα σε εννέα ημέρες

Η ανάλυση της Guardian δείχνει ότι από τις 6 έως τις 14 Αυγούστου ο ιστότοπος δημοσίευσε 124 εκθέσεις συνολικής έκτασης άνω των 560.000 λέξεων.

Κάθε κείμενο είχε κατά μέσο όρο περίπου 4.500 λέξεις.

Ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ο ρυθμός παραγωγής στις 12 και 13 Αυγούστου – μέσα σε μόλις δύο ημέρες εμφανίστηκαν 73 νέες εκθέσεις, συνολικής έκτασης σχεδόν 354.000 λέξεων.

Μετά τις πρώτες δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για το Hanover Institute, στις 14 Αυγούστου, δεν έχει αναρτηθεί νέο υλικό.

Σχεδόν όλοι οι τίτλοι είναι διατυπωμένοι ως ερωτήσεις – και μάλιστα με τρόπο που θυμίζει έντονα το πώς ένας χρήστης θα υπέβαλλε ένα ερώτημα σε ένα chatbot.

Μεταξύ αυτών:

«Είναι ο αντισιωνισμός αντισημιτισμός;»

«Εκδίωξε το Ισραήλ τους Παλαιστινίους από τη γη τους;»

«Διαπράττει το Ισραήλ γενοκτονία στη Γάζα;»

Τα κείμενα καλύπτουν επίσης ζητήματα όπως οι καταγγελίες για βασανιστήρια Παλαιστινίων κρατουμένων, τα εγκλήματα πολέμου και το εάν το Ισραήλ έχει προκαλέσει εσκεμμένα λιμό στη Γάζα.

Η παρουσίασή τους παραπέμπει σε ακαδημαϊκές μελέτες – διαθέτουν εκτενείς παραπομπές και επικαλούνται, μεταξύ άλλων, την Παγκόσμια Τράπεζα, υπηρεσίες του ΟΗΕ, την Παλαιστινιακή Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία, τη Διεθνή Αμνηστία και τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση της Guardian, η επιλογή και η πλαισίωση των πληροφοριών τείνουν συστηματικά να αμβλύνουν ή να αμφισβητούν την κριτική που ασκείται στο Ισραήλ.

Η τεχνική της «ουδέτερης» ακαδημαϊκής γλώσσας

Όταν οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων χαρακτηρίζουν τις ισραηλινές ενέργειες γενοκτονία ή κάνουν λόγο για απαρτχάιντ, τα κείμενα του Hanover Institute επαναλαμβάνουν ότι κανένα δικαστήριο δεν έχει εκδώσει σχετική τελεσίδικη απόφαση.

Η συγκεκριμένη διατύπωση εμφανίζεται, σύμφωνα με την καταμέτρηση της εφημερίδας, σε 20 από τις 124 εκθέσεις.

Αντίστοιχα, στοιχεία για θύματα και ανθρωπιστική βοήθεια αποδίδονται σε «ένα μέρος που εμπλέκεται στα γεγονότα», επισήμανση που εμφανίζεται σε 55 κείμενα και χρησιμοποιείται τόσο για παλαιστινιακές όσο και για ισραηλινές πηγές.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι να δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι ελάχιστα στοιχεία για τη Γάζα μπορούν να θεωρηθούν απολύτως εξακριβωμένα.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η χρήση μιας μελέτης του 2022 για αντισημιτικά σχόλια στις σελίδες βρετανικών, γαλλικών και γερμανικών μέσων ενημέρωσης στο Facebook.

Η συγκεκριμένη μελέτη παραπέμπεται 454 φορές σε 88 από τις 124 εκθέσεις, ακόμη και σε κείμενα που αφορούν φαινομενικά άσχετα θέματα: από την καταγραφή ιδιοκτησίας γης στα κατεχόμενα εδάφη και την επιρροή της AIPAC στα αμερικανικά μέσα μέχρι τον αριθμό των νεκρών στη Γάζα, τις εκτοπίσεις του 1948 και τον αποκλεισμό της Λωρίδας.

Ο Νικ Κλίβελαντ-Στάουτ, ερευνητής του Quincy Institute που έχει ασχοληθεί με την υπόθεση, περιέγραψε την πρώτη εικόνα του ιστοτόπου ως εντυπωσιακά πειστική.

Όπως εξηγεί, ο σχεδιασμός, τα λογότυπα και η συνολική αισθητική δημιουργούν την εντύπωση σοβαρού ακαδημαϊκού φορέα. Όσο περισσότερο όμως εξετάζει κανείς το περιεχόμενο, υποστηρίζει, τόσο περισσότερες ασυνέπειες εντοπίζει.

Το πραγματικό κοινό ίσως να μην είναι οι άνθρωποι αλλά οι μηχανές

Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης.

Ο Hanover Institute φαίνεται να μην έχει δημιουργηθεί απλώς για να εμφανίζεται ψηλά στις αναζητήσεις ανθρώπων. Το περιεχόμενό του έχει κατασκευαστεί με τρόπο που αποσκοπεί στην καλύτερη πρόσληψή του από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Στην αρχική έκδοση του ιστοτόπου υπήρχε αρχείο llms.txt, ένα είδος αρχείου που παρέχει πληροφορίες σε συστήματα AI σχετικά με το περιεχόμενο ενός ιστοτόπου και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να το διαβάσουν.

Μόνο που το αρχείο δεν περιέγραφε το Hanover Institute.

Ήταν το τυποποιημένο αρχείο της Res, μιας εμπορικής πλατφόρμας που διαφημίζει ότι βοηθά επιχειρήσεις να δημιουργούν περιεχόμενο το οποίο θα παρατίθεται ως πηγή από τα ChatGPT, Perplexity, Claude και Gemini.

Πρόκειται για μια νέα βιομηχανία που αποκαλείται Generative Engine Optimization (GEO) – κατά κάποιον τρόπο, το αντίστοιχο του SEO για την εποχή των AI chatbots.

Το αρχείο αρχειοθετήθηκε από τον Guardian στις 13 Αυγούστου. Έκτοτε αντικαταστάθηκε από ειδικά διαμορφωμένη έκδοση για το Hanover Institute και η ονομασία της Res εξαφανίστηκε από τον ιστότοπο.

Η εταιρεία πίσω από το «ινστιτούτο»

Ο ιδρυτής της Res, Χάι Τραν, είχε εγγραφεί στις 22 Ιουλίου στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ως υπεργολάβος της εταιρείας Piro Inc για τον ισραηλινό λογαριασμό, δηλώνοντας ως ιδιότητά του «digital strategist».

Η Piro, εταιρεία παραγωγής μέσων με έδρα τη Νέα Υόρκη, δήλωσε αυτόν τον μήνα τον ιστότοπο στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης βάσει του Foreign Agents Registration Act (FARA), του νόμου του 1938 που απαιτεί από όσους ενεργούν για λογαριασμό ξένης κυβέρνησης να γνωστοποιούν επισήμως αυτή τη σχέση.

Σύμφωνα με τη σχετική καταχώριση, το υλικό του Hanover Institute διανέμεται για λογαριασμό της ισραηλινής κυβέρνησης.

Κάθε σελίδα του ιστοτόπου φέρει πλέον στο κάτω μέρος σχετική γνωστοποίηση περί ξένου εντολέα.

Η ίδια η Piro προσφέρει μάλιστα υπηρεσία με την ονομασία AI Story Optimization, υποσχόμενη στους πελάτες της περιεχόμενο ειδικά κατασκευασμένο με βάση τον τρόπο με τον οποίο τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα αξιολογούν την αξιοπιστία μιας πηγής.

Το περιεχόμενο, αναφέρει, μπορεί να δημοσιεύεται είτε στον ιστότοπο του πελάτη είτε σε «αξιόπιστες τρίτες ιδιοκτησίες» που κατασκευάζει η ίδια.

Από το SEO στο «GEO»: Πώς επιχειρείται η επιρροή των chatbots

Η στρατηγική έχει δύο επίπεδα.

Το πρώτο είναι σχετικά απλό – δημιουργούνται ιστοσελίδες με τόσο μεγάλο όγκο φαινομενικά τεκμηριωμένου περιεχομένου, ώστε όταν ένα chatbot πραγματοποιεί ζωντανή αναζήτηση στο διαδίκτυο να μπορεί να τις εντοπίσει και να τις χρησιμοποιήσει ως πηγές.

Το δεύτερο είναι πολύ πιο σημαντικό μακροπρόθεσμα.

Στόχος μπορεί να είναι το περιεχόμενο να καταλήξει σε τεράστια αποθετήρια διαδικτυακών δεδομένων, όπως το Common Crawl, τα οποία χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων ως πρώτη ύλη για σύνολα δεδομένων πάνω στα οποία μπορούν να εκπαιδευτούν εμπορικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.

Σε αυτή την περίπτωση, η επίδραση είναι διαφορετική – ένα μοντέλο μπορεί στο μέλλον να αναπαράγει συγκεκριμένες αφηγήσεις χωρίς ο χρήστης να γνωρίζει απαραίτητα από ποια αρχική πηγή προήλθαν.

«Όταν το chatbot αναπαράγει αφηγήσεις πάνω στις οποίες έχει εκπαιδευτεί, δεν θα παραθέτει καν τις πηγές», προειδοποιεί ο Κλίβελαντ-Στάουτ. «Δεν θα μπορείς να το ελέγξεις ως προς τα πραγματικά στοιχεία».

Ένα μεγαλύτερο δίκτυο βρίσκεται ήδη μέσα στα δεδομένα

Το Hanover Institute δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Επτά ιστοσελίδες που διαχειρίζεται η Clock Tower X, εταιρεία του πρώην επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας και ψηφιακής στρατηγικής του Τραμπ Μπραντ Πάρσκεϊλ, εμφανίστηκαν 294 φορές στον δείκτη του Common Crawl τον Ιούλιο.

Το Hanover Institute δεν βρίσκεται ακόμη εκεί, καθώς το περιεχόμενό του δημοσιεύθηκε αφού είχε ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη συλλογή δεδομένων.

Βρίσκεται, όμως, σύμφωνα με την έρευνα, στην αρχή της ίδιας δυνητικής διαδρομής.

Υπάρχει και ένα παράδοξο: η αυξημένη δημοσιότητα γύρω από το εγχείρημα φαίνεται ήδη να έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα ίδια τα chatbots το αντιμετωπίζουν.

Σε δοκιμή της Guardian, όταν το ChatGPT ρωτήθηκε για πρόσφατη έρευνα του Hanover Institute, παρέπεμψε σε τέσσερις εκθέσεις του, αλλά ταυτόχρονα προειδοποίησε ότι υπάρχει σοβαρή αντιπαράθεση σχετικά με το ποιος το χρηματοδοτεί και για ποιον λόγο δημιουργήθηκε, παραπέμποντας και στην έρευνα του Quincy Institute.


Εκατομμύρια δολάρια πίσω από την ευρύτερη εκστρατεία

Οι οικονομικές διαδρομές δείχνουν ότι το Hanover Institute αποτελεί μόνο ένα μικρό κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης επικοινωνιακής επιχείρησης.

Σύμφωνα με τις καταχωρίσεις στο FARA, η Piro έχει συμβάσεις συνολικού ύψους 1 εκατ. δολαρίων για δύο διαφορετικά έργα.

Τόσο η Piro όσο και η Clock Tower X λειτουργούν ως υπεργολάβοι της Havas Media Germany GmbH, η οποία ανήκει στον διεθνή διαφημιστικό όμιλο Havas.

Η Havas εμφανίζεται ως ενδιάμεσος στις αμερικανικές δηλώσεις ξένων πρακτόρων πέντε εταιρειών: Clock Tower X, Piro, Targeted Communications Global, Bridges Partners και Davis Media NY.

Τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης καταγράφουν πληρωμές 15 εκατ. δολαρίων από τη Havas προς την Clock Tower X σε έξι δόσεις μεταξύ Οκτωβρίου 2025 και Μαρτίου 2026.

Η Targeted Communications Global έλαβε επιπλέον 9,89 εκατ. δολάρια μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του 2025.

Παράλληλα, ισραηλινά στοιχεία δημοσίων συμβάσεων δείχνουν ότι η κρατική διαφημιστική υπηρεσία LaPam είχε αναθέσει κατά το παρελθόν στη Havas μεγάλα συμβόλαια για τον σχεδιασμό και την αγορά διαφημιστικού χώρου στο εξωτερικό.

Η καμπάνια «Freedom Not Terror»

Δεν κατευθύνονται όλα τα χρήματα στην προσπάθεια επηρεασμού των AI συστημάτων.

Οι δηλώσεις της Targeted Communications Global αποκαλύπτουν και μια καμπάνια στα social media με την ονομασία «Freedom Not Terror».

Ένα βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων, που αναρτήθηκε ως μη καταχωρισμένο στο YouTube τον Οκτώβριο του 2025, έχει συγκεντρώσει 28,1 εκατ. προβολές, ενώ ο λογαριασμός της καμπάνιας στο TikTok αριθμεί μόλις 425 ακολούθους.

Στον ιστότοπό της αναγράφεται ότι η καμπάνια χρηματοδοτείται από τη LaPam. Δεν έχει δημοσιεύσει νέο περιεχόμενο από τον Δεκέμβριο του 2025.

Γιατί το Ισραήλ επενδύει τόσο πολύ στην επικοινωνιακή μάχη

Η προσπάθεια εξελίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική επιδείνωση της εικόνας του Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ηλικιών.

Δημοσκόπηση της Gallup τον Φεβρουάριο κατέγραψε για πρώτη φορά περισσότερους Αμερικανούς να εκφράζουν συμπάθεια προς τους Παλαιστινίους παρά προς τους Ισραηλινούς, με το ποσοστό υπέρ του Ισραήλ στο 36%.

Τον Απρίλιο, έρευνα του Pew Research Center έδειξε ότι το 60% των Αμερικανών είχε αρνητική άποψη για το Ισραήλ, ποσοστό αυξημένο σχεδόν κατά 20 μονάδες σε σχέση με το 2022.

Σε έρευνα AP-NORC που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιουλίου, το 31% των Αμερικανών χαρακτήρισε τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα γενοκτονία. Μεταξύ των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών το ποσοστό έφτανε το 52%, ενώ το 58% των Δημοκρατικών θεωρούσε ότι οι ΗΠΑ υποστηρίζουν υπερβολικά το Ισραήλ, έναντι 45% τον Ιανουάριο του 2024.

Την ίδια στιγμή, ακόμη και στο εσωτερικό του Ισραήλ έχουν εκφραστεί αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των μεγάλων δαπανών στη διεθνή δημόσια διπλωματία, τη λεγόμενη Hasbara.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν παραδεχθεί ότι, παρά τα σημαντικά ποσά που δαπανήθηκαν, η διεθνής εικόνα της χώρας συνέχισε να επιδεινώνεται.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ είχε διαθέσει 181,6 εκατ. δολάρια για τη διεθνή δημόσια διπλωματία και στη συνέχεια επιπλέον 666,3 εκατ. δολάρια για το 2026 και το 2027.

Μπορεί πράγματι κάποιος να «πειράξει» αυτά που απαντά ένα AI;

Αυτό είναι τελικά το σημαντικότερο ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ τη συγκεκριμένη ισραηλινή εκστρατεία.

Ο Κλίβελαντ-Στάουτ εκτιμά ότι τέτοιες τεχνικές μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τις απαντήσεις των chatbots, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιτυγχάνουν κατ’ ανάγκην τον απώτερο πολιτικό τους στόχο.

Κατά την εκτίμησή του, ο Πάρσκεϊλ έχει καταφέρει να επηρεάζει απαντήσεις συστημάτων AI και το Hanover Institute μπορεί επίσης να έχει αποτελέσματα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μεταβάλλεται αντίστοιχα η αμερικανική κοινή γνώμη.

Ο ίδιος θεωρεί ότι το βαθύτερο πρόβλημα για το Ισραήλ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ζήτημα επικοινωνίας ή μάρκετινγκ, εφόσον σημαντικό μέρος της αρνητικής στάσης των Αμερικανών συνδέεται με την αντίθεσή τους στην ίδια την ισραηλινή πολιτική.

Η ευρύτερη σημασία της υπόθεσης, όμως, αφορά ολόκληρο το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης.

Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε το SEO, δηλαδή τις τεχνικές με τις οποίες επιχειρήσεις, οργανώσεις και μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να επηρεάσουν το τι εμφανίζεται πρώτο στις μηχανές αναζήτησης.

Τώρα αναδύεται κάτι διαφορετικό: η συστηματική παραγωγή περιεχομένου όχι μόνο για να το διαβάσουν άνθρωποι, αλλά για να το καταναλώσουν μηχανές – ώστε να επηρεαστεί το υλικό που θα εντοπίσουν, θα αξιολογήσουν ως αξιόπιστο ή, δυνητικά, θα συναντήσουν κατά την εκπαίδευσή τους τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα.

Και αυτό δεν αφορά μόνο κυβερνήσεις.

«Είτε πρόκειται για ξένες κυβερνήσεις είτε για εταιρείες είτε ακόμη και για έναν άνθρωπο που έχει ένα παγωτατζίδικο, το LLM grooming, το poisoning, όπως κι αν θέλει κανείς να το αποκαλέσει, είναι μέρος της νέας πραγματικότητας στην οποία ζούμε», λέει ο Κλίβελαντ-Στάουτ.

Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν διεξάγει “επιχειρήσεις επιρροής” στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι τηρεί σχολαστικά την αμερικανική νομοθεσία.

Από την πλευρά του, ο συνιδρυτής της Piro, Ντάνιελ Ρόζενμπεργκ, έχει υποστηρίξει ότι η εταιρεία προσλήφθηκε προκειμένου να εισαγάγει στον δημόσιο διάλογο «ακριβή και τεκμηριωμένα γεγονότα» και να αντιμετωπίσει, με επαληθεύσιμες πληροφορίες, όσα χαρακτηρίζει παραπληροφόρηση σχετικά με το Ισραήλ.

Η αποκάλυψη του Hanover Institute, πάντως, αναδεικνύει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα – στην εποχή της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, η μάχη για τον έλεγχο της πληροφορίας δεν αφορά πλέον μόνο το τι θα διαβάσει ο άνθρωπος στην οθόνη του, αλλά και το τι θα έχει προηγουμένως «διαβάσει» η μηχανή που θα του απαντήσει, καταλήγει η Guardian.