Το έργο του ποιητή Γκασάν Καναφάνι θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνο για το σιωνιστικό εγχείρημα, ώστε Ισραηλινοί πράκτορες τον δολοφόνησαν το 1972 παγιδεύοντας με εκρηκτικά το αυτοκίνητό του, μαζί με την 17χρονη ανιψιά του, Λαμίς. Ο Καναφάνι ήταν τότε 36 ετών.
Ο Καναφάνι εκτοπίστηκε μαζί με την οικογένειά του το 1948 από τις δυνάμεις του Ισραήλ σε ηλικία δώδεκα ετών. Σπούδασε Αραβική Λογοτεχνία και εργάστηκε και δραστηριοποιήθηκε ως δάσκαλος, δημοσιογράφος και εκπρόσωπος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Το πιο γνωστό έργο του Καναφάνι είναι η νουβέλα Άνθρωποι στον ήλιο (μτφρ. Νασίμ Αλάτρας, εκδ. Καστανιώτη). Έγραψε πάνω από εξήντα πέντε διηγήματα, εννέα μυθιστορήματα, τρία θεατρικά, ένα βιβλίο οδοιπορικό και πέντε μελέτες. Tα έργα του μεταφράστηκαν σε πάνω από δεκαοκτώ γλώσσες, σύμφωνα με το TheKeyMagazine.
«Είχα γνωρίσει τον ίδιο και είχα εντυπωσιαστεί βαθιά από την προσωπικότητα και την ευφυΐα του. Ήμουν ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που ακολούθησαν το φέρετρό του στην κηδεία του», γράφει ο Ρασίντ Χαλίντι, προαναγγέλοντας τη μετάφραση στα αγγλικά μεγάλου μέρους του έργου του.
Στο ίδιο κείμενο γράφει μεταξύ άλλων: «Πολυγραφότατος και προικισμένος συγγραφέας διηγημάτων, μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων, ήταν αφοσιωμένος επαναστάτης, μαχητικός αρθρογράφος και δημοσιογράφος, ταλαντούχος γραφίστας και ένας από τους οξυδερκέστερους χρονικογράφους της ιστορίας της παλαιστινιακής αντίστασης στις πολλές μορφές της.
Το βιβλίο του Η λογοτεχνία της παλαιστινιακής αντίστασης υπό κατοχή, 1948–1968, το οποίο μεταφράστηκε τώρα για πρώτη φορά στα αγγλικά από τον Ταρίφ Χαλίντι, από το πρωτότυπο αραβικό κείμενο που είχε εκδοθεί το 1968, αποκαλύπτει ότι ο Καναφάνι υπήρξε επίσης ικανός κριτικός λογοτεχνίας και διεισδυτικός αναλυτής της παλαιστινιακής κοινωνίας εντός του Ισραήλ κατά τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν τη Νάκμπα του 1948. Όπως και το σύνολο του έργου του, αυτό το βιβλίο αντανακλά την ακλόνητη και φλογερή αφοσίωσή του στον παλαιστινιακό αγώνα.

Η φήμη του Καναφάνι μεταξύ αναγνωστών, ακαδημαϊκών, ακτιβιστών και αγωνιστών εξακολουθεί να μεγαλώνει τις δεκαετίες που έχουν περάσει από τη δολοφονία του. Το έργο του, ιδίως τα μυθιστορήματα, οι νουβέλες και τα διηγήματά του, εκδίδεται και διαβάζεται ευρέως στα αραβικά, στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, ενώ διδάσκεται σε μαθήματα αραβικής λογοτεχνίας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ωστόσο, ένα μέρος της πολυδιάστατης συγγραφικής παραγωγής του είναι δυσκολότερο να γίνει προσβάσιμο, ιδιαίτερα τα εκτενή πολιτικά και δημοσιογραφικά κείμενά του. Τα περισσότερα βρίσκονται σε εφημερίδες και περιοδικά της Βηρυτού από τη δεκαετία του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το περιοδικό αλ-Χαντάφ, το έντυπο του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το οποίο ίδρυσε και διηύθυνε μέχρι τη δολοφονία του.
Ορισμένα από τα πολιτικά κείμενα του Καναφάνι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, όπως και η εκτενής ανάλυσή του για τη σιωνιστική λογοτεχνία. Ίσως το σημαντικότερο από αυτά να είναι το θεμελιώδες δοκίμιό του για τη μεγάλη παλαιστινιακή εξέγερση στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Αυτή η σύνθετη ανάλυση με ταξικούς όρους παραμένει μέχρι σήμερα η πληρέστερη αποτίμηση των αιτίων της εξέγερσης, των λόγων της αποτυχίας της και της διαρκούς απήχησής της στους Παλαιστινίους. Το έργο αυτό επηρέασε τις ερμηνείες ιστορικών και άλλων συγγραφέων που ακολούθησαν, εξετάζοντας τις συνέπειες της εξέγερσης και όσα ακολούθησαν.
Η λογοτεχνία του Καναφάνι, ιδιαίτερα το πεζογραφικό του έργο, είναι δημοφιλής σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Οι ειδικοί στη σύγχρονη αραβική λογοτεχνία τον κατατάσσουν στους κορυφαίους Παλαιστινίους συγγραφείς. Το έργο του, ωστόσο, έχει συναντήσει επίμονη και σφοδρή κριτική από όσους αντιτίθενται σε κάθε μορφή υποστήριξης της παλαιστινιακής απελευθέρωσης.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θεατρική διασκευή ενός από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, Άνθρωποι στον ήλιο, η οποία επρόκειτο να παρουσιαστεί στη Ναζαρέτ τον Οκτώβριο του 1977, αλλά απαγορεύτηκε από τις ισραηλινές αρχές.
Αντίστοιχα, πριν από περίπου μία δεκαετία, το Public Theater της Νέας Υόρκης ανέθεσε τη θεατρική διασκευή στα αγγλικά της νουβέλας του Επιστροφή στη Χάιφα. Το έργο, ωστόσο, δεν ανέβηκε ποτέ, εξαιτίας της αντίδρασης της διοίκησης του θεάτρου την τελευταία στιγμή, με το επιχείρημα ότι ο Καναφάνι ήταν «τρομοκράτης».
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, ένας από τους πρωταγωνιστές του οποίου είναι ένας Εβραίος Ισραηλινός επιζών του Ολοκαυτώματος, τον οποίο ο Καναφάνι σκιαγραφεί με ευαισθησία. Έτσι, ακόμη και δεκαετίες μετά τη δολοφονία του, οι αντίπαλοί του εξακολουθούν να τον καταδιώκουν και μετά θάνατον.
Ωστόσο, η θεατρική διασκευή του έργου έκανε τελικά πρεμιέρα στο Finborough Theatre του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 2018, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Έκτοτε εκδόθηκε και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του εκτενούς εισαγωγικού δοκιμίου του Καναφάνι για τη λογοτεχνία της αντίστασης που επέλεξε να συμπεριλάβει στον τόμο είναι η διαρκής έμφαση που δίνει στη σημασία της γλώσσας, των λέξεων και του πολιτισμού ως όπλων της αντίστασης.
«Η ποίηση της αντίστασης […] δεν ξεκινά υποτιμώντας την αξία των λέξεων σε αυτόν τον πικρό αγώνα. Αντίθετα, γνωρίζει πλήρως τον ρόλο των λέξεων, τις οποίες περιβάλλει με ιερότητα […]», γράφει.
Μιλώντας για την «αντίσταση με την ευρύτερη έννοια του όρου», προσθέτει: «Αυτή η μορφή αντίστασης εκφράζεται με τον πιο πρωτότυπο τρόπο μέσα από την πολιτική και πολιτιστική δράση […]. Συνεπώς, η πολιτιστική διάσταση της αντίστασης έχει ύψιστη σημασία και δεν είναι λιγότερο πολύτιμη από την ένοπλη αντίσταση».
Ο ίδιος ο Καναφάνι προφανώς εφάρμοζε όσα υποστήριζε, χρησιμοποιώντας με δεξιοτεχνία τις λέξεις ως όπλο στον αγώνα για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Αυτή η σύνθετη αντίληψη για τις πολλαπλές διαστάσεις της αντίστασης και την αξία του πολιτισμού στον αγώνα για την απελευθέρωση είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το έργο του Καναφάνι προσφέρει τόσο σημαντικά διδάγματα σε όσους αναζητούν καθοδήγηση για την αντίσταση στην καταπίεση. Παρέχει επίσης πολύτιμα εφόδια σε ακτιβιστές και αγωνιστές.
Ότι αυτή την αντίληψη συμμερίζεται και ο ισραηλινός μηχανισμός ασφαλείας αποδεικνύεται από τις δολοφονίες πλήθους Παλαιστινίων διανοουμένων, καλλιτεχνών και συγγραφέων. Από τον Γκασάν Καναφάνι, τον Καμάλ Νάσερ και τον Ουάελ Ζουαΐτερ έως τις πιο πρόσφατες δολοφονίες του Ρεφάατ Αλαρίρ, της Χίμπα Αμπού Νάντα, της Ίνας αλ-Σάκα και πολλών ακόμη συγγραφέων, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων και ανθρώπων του πολιτισμού κατά τη διάρκεια του γενοκτονικού πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα.
Εξίσου αξιοσημείωτη με την πολυδιάστατη προσέγγιση του Καναφάνι στη λογοτεχνία και τον πολιτισμό ως κεντρικών στοιχείων της αντίστασης είναι η ανάλυσή του για τη θέση των Παλαιστινίων που ζούσαν υπό ισραηλινή κυριαρχία από το 1948 έως το 1968.
Γράφοντας από τη Βηρυτό, χωρίς άμεση πρόσβαση στους Παλαιστινίους που ζούσαν στις περιοχές της Παλαιστίνης οι οποίες καταλήφθηκαν το 1948, ο Καναφάνι καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να σκιαγραφήσει με εντυπωσιακή ακρίβεια και λεπτομέρεια τις συγκαλυμμένες αλλά και τις απροκάλυπτες μορφές καταστολής που αντιμετώπιζε αυτό το τμήμα της παλαιστινιακής κοινωνίας.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η περιγραφή του για τις συνεχείς παρενοχλήσεις, τους κατ’ οίκον περιορισμούς και τις φυλακίσεις στις οποίες υποβάλλονταν οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς, εκπαιδευτικοί και διανοούμενοι στο Ισραήλ.
Ο Καναφάνι δείχνει ότι οι Παλαιστίνιοι πολίτες δεύτερης κατηγορίας δεν απολάμβαναν ίσα δικαιώματα με τους Εβραίους Ισραηλινούς. Αντίθετα, για σχεδόν δύο δεκαετίες υπόκεινταν σε στρατιωτικό νόμο, περιορισμούς μετακίνησης, συνεχή παρακολούθηση και συχνά απροκάλυπτες πιέσεις από τη Γενική Υπηρεσία Ασφαλείας, γνωστή ως Σιν Μπετ, καθώς και από τις ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Η καταστολή αυτή εξυπηρετούσε την προσπάθεια του ισραηλινού καθεστώτος να αποικίσει όχι μόνο τη γη αλλά και τη συνείδηση των Παλαιστινίων που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του.
Παρότι έγραφε από απόσταση, ο Καναφάνι παρακολουθούσε στενά τις διώξεις που υφίσταντο ο Μαχμούντ Νταρουίς, ο Σαμίχ αλ-Κάσιμ και πολλοί άλλοι σημαντικοί συγγραφείς που περιλαμβάνονται στο βιβλίο.
Συνδυάζοντας αυτή την καταγραφή με την περιγραφή της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των παλαιστινιακών κοινοτήτων στις περιοχές που κατέλαβε το Ισραήλ το 1948, προσέφερε στους αναγνώστες του 1968 μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες εικόνες αυτής της κοινωνίας, η οποία είχε αποκοπεί από τον υπόλοιπο παλαιστινιακό λαό.
Με αυτόν τον τρόπο, συνέβαλε στην ανατροπή της ψευδούς εντύπωσης ότι οι Παλαιστίνιοι που κατάφεραν να παραμείνουν στις περιοχές αυτές μετά την ισραηλινή κατάληψη ήταν κατά κάποιον τρόπο «προδότες» της αραβικής υπόθεσης.
Αναδεικνύοντας τόσο την αδιάκοπη καταστολή που υφίσταντο όσο και τον κεντρικό ρόλο της αντίστασης στα γραπτά τους, ο Καναφάνι έδειχνε στους αναγνώστες εκτός Παλαιστίνης ότι αυτοί οι άνθρωποι παρέμεναν συνδεδεμένοι με τον υπόλοιπο λαό τους και ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αποτελούσαν υποδείγματα αντίστασης στη σιωνιστική καταπίεση.
Ένα ακόμη στοιχείο που συνδέει τα έργα αυτά είναι η ανάδειξη των πατριωτικών αισθημάτων που εκφράζει η λογοτεχνία την οποία εξετάζει ο Καναφάνι. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι οι συγγραφείς αυτοί επηρεάζονταν από τις ίδιες ιδέες που διαμόρφωναν και τους Άραβες λογοτέχνες σε άλλες περιοχές, ενισχύοντας παράλληλα το επιχείρημά του ότι οι Παλαιστίνιοι που ζούσαν υπό ισραηλινό έλεγχο αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του λαού τους.
Ο Καναφάνι δεν αντιμετωπίζει αυτές τις πτυχές του έργου τους ως παράγωγα άλλων αραβικών λογοτεχνικών παραδόσεων. Αντιθέτως, επισημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η λογοτεχνία τους είναι ανώτερη από εκείνη που παράγεται σε άλλα μέρη του αραβικού κόσμου.
Τέλος, παρότι ο ίδιος ο Καναφάνι σημειώνει ότι «η παρούσα μελέτη έχει περισσότερο τον χαρακτήρα μιας τεκμηριωτικής έρευνας παρά μιας λογοτεχνικής ανάλυσης», αποφεύγοντας να διεκδικήσει λογοτεχνικές αρετές για το έργο του, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ουσιαστική συμβολή στην παλαιστινιακή λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική.
Οι επιλογές του Καναφάνι το 1968 έχουν αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου και ως προς τη λογοτεχνική τους αξία. Ο Μαχμούντ Νταρουίς, ο Σαμίχ αλ-Κάσιμ, ο Ταουφίκ Ζαγιάντ, ο Φαουζί αλ-Άσμαρ, ο Ρασίντ Χουσεΐν, ο Ταουφίκ Φαγιάντ και ο «Αμπού Σαλάμ» —ψευδώνυμο του Εμίλ Χαμπίμπι— συγκαταλέγονται σήμερα ακόμη υψηλότερα στο πάνθεον της παλαιστινιακής και αραβικής λογοτεχνίας απ’ ό,τι στην εποχή τους.
Μάλιστα, ο Καναφάνι ήταν ένας από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που αναγνώρισε την αξία ποιητών όπως ο Μαχμούντ Νταρουίς και ο Σαμίχ αλ-Κάσιμ, οι οποίοι τιμώνται σήμερα ως κορυφαίες μορφές της αραβικής ποίησης.
Αν υπάρχει κάποια σημαντική απουσία από αυτή τη συλλογή, είναι ότι δεν αναφέρεται ούτε μία γυναίκα συγγραφέας. Η απουσία αυτή μπορεί να αποδοθεί στον βαθιά εδραιωμένο πατριαρχικό χαρακτήρα της παλαιστινιακής κοινωνίας, καθώς και στις στερήσεις που επέβαλε η ισραηλινή στρατιωτική διοίκηση στους Παλαιστινίους εντός του Ισραήλ κατά τα πρώτα εκείνα χρόνια, συνθήκες στις οποίες ο Καναφάνι αναφέρεται αρκετές φορές.
Για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά και για τις πολλές ακόμη αρετές του έργου, το Ινστιτούτο Παλαιστινιακών Σπουδών, μαζί με τον εκδοτικό οίκο Verso Books και με την ευγενική υποστήριξη του Πολιτιστικού Ιδρύματος Γκασάν Καναφάνι και των κληρονόμων του, έχει την τιμή να παρουσιάζει για πρώτη φορά στο αγγλόφωνο κοινό τη μετάφραση ενός από τα σημαντικότερα έργα του Γκασάν Καναφάνι».
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


