Πλησιάζουμε ολοένα και περισσότερο στις Γερμανικές εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν στις 23 Φεβρουαρίου, μετά την κατάρρευση του τριμερούς συνασπισμού του καγκελάριου Όλαφ Σολτς.

Ads

Σύμφωνα με την εικόνα που δίνουν οι δημοσκοπήσεις, η συντηρητική συμμαχία του CDU και του αδελφού του κόμματος, της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU), αναμένεται να συγκεντρώσουν γύρω στο 30%, με την ακροδεξιά του AfD να προβλέπεται να είναι δεύτερο κόμμα, με λίγο πάνω από 20%.

Ads

Οι Σοσιαλδημοκράτες του Όλαφ Σολτς, με 17% μάλλον θα βρίσκονται στην τρίτη θέση, από την πρώτη που είχαν κατακτήσει στις εκλογές του 2021. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ακολουθούν οι Πράσινοι με 12% και η Συμμαχία της Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) με 6%. Το φιλοεπιχειρηματικό Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) και το αριστερό Linke συγκεντρώνουν ποσοστό 4%.

Ads

Διαβάστε επίσης: Γερμανικές εκλογές / Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, το AfD και οι εκτιμήσεις

Ads

Όποιος κι αν γίνει καγκελάριος, θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια οικονομία που μαστίζεται από το υψηλό κόστος ενέργειας και εργασίας, την ασφυκτική γραφειοκρατία, τις ετοιμόρροπες υποδομές και μια οικονομία που συρρικνώνεται για δύο συνεχόμενα έτη, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, όπως υπογραμμίζει ο Guardian.

Επίσης, η επιβράδυνση με την Κίνα, βασικό εμπορικό εταίρο, έχει επιφέρει πλήγμα στις γερμανικές εξαγωγές, που αποτελούσαν παραδοσιακό πλεονέκτημα, ενώ η αυτοκινητοβιομηχανία έχει αργήσει να αναπτύξει ελκυστικά ηλεκτρικά οχήματα (EV) και τώρα αντιμετωπίζει την απειλή των αμερικανικών δασμών υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.

Διαβάστε επίσης:  Γερμανία / Μαζικές διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα κατά της Ακροδεξιάς [Βίντεο]

Ας δούμε όμως συνοπτικά τα βασικά ζητήματα που κυριάρχησαν στην προεκλογική περίοδο της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γερμανικές εκλογές: Ουκρανία, οικονομία, μετανάστευση και… Τραμπ

Ουκρανία

Όλα τα κυρίαρχα κόμματα της Γερμανίας τάσσονται υπέρ της παροχής βοήθειας στην Ουκρανία για την αντιμετώπιση της Ρωσίας, ενώ το AfD και το BSW επιθυμούν τον τερματισμό των παραδόσεων όπλων στο Κίεβο και την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων με τη Μόσχα.

Ωστόσο, ο Σολτς και το SPD του έχουν πρόσφατα υιοθετήσει έναν πιο προσεκτικό τόνο -τονίζοντας την ανάγκη για διπλωματία- σε σχέση με τους συντηρητικούς, τους Πράσινους και το FDP, οι οποίοι τάσσονται υπέρ ακόμη και της παράδοσης πυραύλων Taurus μεγάλου βεληνεκούς από τη Γερμανία στο Κίεβο, όπως αναφέρει το Reuters.

Ο Καγκελάριος της Γερμανίας Όλαφ Σολτς. EPA/CHRISTOPHER NEUNDORF
Οικονομία

Ο Scholz πρότεινε την παροχή κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών με ένα ταμείο 100 δισεκατομμυρίων ευρώ εκτός προϋπολογισμού. Το SPD του σχεδιάζει επίσης άμεση επιστροφή φόρου 10% στις επενδύσεις εξοπλισμού από τις επιχειρήσεις.

Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ των Πρασίνων έχει ζητήσει, όπως και ο Σολτς, τη μεταρρύθμιση του συνταγματικά κατοχυρωμένου φρένου χρέους της Γερμανίας (περιορίζει τον νέο κρατικό δανεισμό στο 0,35% του ΑΕΠ ετησίως), ώστε να επιτραπούν υψηλότερες δημόσιες δαπάνες.

Ο Μερτς είχε επίσης δείξει κάποιο άνοιγμα σε μια μετριοπαθή μεταρρύθμιση του φρένου χρέους, αλλά το πρόγραμμα του κόμματός του δεσμεύεται να το διατηρήσει. Το AfD και το FDP υπερασπίζονται σθεναρά το όριο του δημόσιου δανεισμού.

Το μανιφέστο του CDU/CSU πρότεινε εκτεταμένες οικονομικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων μειώσεων του φόρου εισοδήματος και του εταιρικού φόρου και χαμηλότερων χρεώσεων ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν έχουν πει πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτά.

Το AfD θέλει η Γερμανία να εγκαταλείψει το ευρώ, να επαναφέρει το γερμανικό μάρκο και ενδεχομένως να εγκαταλείψει την ΕΕ.

Μετανάστευση

Μια σειρά επιθέσεων που συνδέονται με αλλοδαπούς στη Γερμανία και οι οποίες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από την ακροδεξιά, έχουν εντείνει τις ανησυχίες της κοινής γνώμης για την ασφάλεια και τη μετανάστευση, ωθώντας τα πολιτικά κόμματα να ζητήσουν αυστηρότερα μέτρα.

Μετά την πιο πρόσφατη επίθεση στις 22 Ιανουαρίου, ο Φρίντριχ Μερτς, ηγέτης του CDU, κατέθεσε ένα νομοσχέδιο με την υποστήριξη του AfD, σπάζοντας ένα μακροχρόνιο ταμπού κατά της συνεργασίας με το ακροδεξιό κόμμα.

Ωστόσο, αργότερα απέτυχε να εξασφαλίσει πλειοψηφία για το νομοσχέδιο, καθώς ορισμένοι βουλευτές του κόμματός του αρνήθηκαν να το υποστηρίξουν.

Σε γενικές γραμμές, το συντηρητικό CDU έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια μια πιο αυστηρή στάση για τη μετανάστευση, ζητώντας να απωθηθούν οι αιτούντες άσυλο στα σύνορα και να περιοριστούν οι επανενώσεις οικογενειών αλλά και η πολιτογράφηση των προσφύγων.

Το αντι-ισλαμικό, αντιμεταναστευτικό AfD έχει ζητήσει να κλείσουν τα σύνορα και οι αιτούντες άσυλο να μην έχουν πλέον δικαίωμα επανένωσης με τις οικογένειές τους. Μάλιστα, ορισμένα υψηλόβαθμα μέλη του AfD είχαν λάβει μέρος σε συζητήσεις μεταξύ ακροδεξιών σχετικά με σχέδια για την απέλαση εκατομμυρίων ανθρώπων ξένης καταγωγής, συμπεριλαμβανομένων Γερμανών πολιτών.

Το ίδιο το SPD έχει σκληρύνει τη θέση του, επιβάλλοντας αυστηρότερους συνοριακούς ελέγχους και επιταχύνοντας τις απελάσεις, αν και θέλει επίσης να φέρει περισσότερους ξένους ειδικευμένους εργάτες.

Αντίθετα, οι Πράσινοι διατηρούν μια πιο ανοιχτή πολιτική σχετικά με το άσυλο, προωθώντας πρωτοβουλίες διάσωσης στη θάλασσα με κρατική υποστήριξη και απλοποιώντας τις διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης, ενισχύοντας την ενσωμάτωση.

EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Ενέργεια

Οι υψηλές τιμές της ενέργειας παραμένουν μια τεράστια πρόκληση για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στη Γερμανία.

Το CDU, το SPD και οι Πράσινοι συμφωνούν στην επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη μείωση του κόστους, αλλά διαφωνούν ως προς τις προσεγγίσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση: το CDU προτείνει τη χρήση υψηλότερων εσόδων από πιστοποιητικά εκπομπών CO2 για τη μείωση των τελών δικτύου, ενώ το SPD και οι Πράσινοι υποστηρίζουν κρατικές επιδοτήσεις.

Το CDU και το AfD προτείνουν επίσης να αξιολογηθεί η επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια, ιδέα που απορρίπτεται από το SPD και τους Πράσινους.

Το AfD αντιτίθεται πλήρως στις επιδοτήσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υποστηρίζοντας την απεριόριστη λειτουργία των μονάδων άνθρακα και την κατάργηση της τιμολόγησης του CO2 για τη μείωση του κόστους των καταναλωτών και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.

Σχέσεις με τον Τραμπ

Το ζήτημα του τρόπου αντιμετώπισης της νέας κυβέρνησης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί στο ενδεχόμενο αύξησης των δασμών και στη μείωση της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ευρώπη, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο για τη Γερμανία. Οι ΗΠΑ παραμένουν ο κορυφαίος προορισμός για τις γερμανικές εξαγωγές και ο κυριότερος σύμμαχός της.

Ο Σολτς του SPD αντέκρουσε έντονα τα σχόλια του Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον Καναδά, ενώ ο συντηρητικός Μερτς προειδοποίησε να μην του κάνει κήρυγμα, δίνοντας αντίθετα έμφαση σε τομείς πιθανής συνεργασίας, όπως μια πιθανή εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ ή μια κοινή στρατηγική για την Κίνα.

Ο Χάμπεκ των Πρασίνων προειδοποίησε ότι η ΕΕ πρέπει να παραμείνει ενωμένη και να επιδιώξει συνομιλίες με την κυβέρνηση Τραμπ, διότι ένας εμπορικός πόλεμος θα βλάψει τελικά όλες τις πλευρές.

Πάντως, όλα τα κυρίαρχα κόμματα εξέφρασαν σκεπτικισμό σχετικά με την απαίτηση του Τραμπ προς τις ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν τις δαπάνες για την άμυνα στο 5% της οικονομικής παραγωγής, δεδομένου ότι η Γερμανία θα δυσκολευτεί ήδη να τηρήσει το 2% μετά την εξάντληση του ειδικού ταμείου της για τον στρατό. Ο Χάμπεκ, ωστόσο, έχει ήδη προτείνει αύξηση στο 3,5%.

Το γερμανικό κόμμα που έχει αγκαλιάσει περισσότερο την κυβέρνηση Τραμπ -τι έκπληξη- είναι το AfD, το οποίο έλαβε δημόσια υποστήριξη από τον σύμμαχο του Τραμπ και μέλος της κυβέρνησής του Έλον Μασκ, με αποτέλεσμα να συνομιλήσει στο Χ με την υποψήφια καγκελάριο του κόμματος Άλις Βάιντελ.

Ο Φρίντριχ Μερτς. EPA/CLEMENS BILAN

Γερμανία και ακροδεξιά: Το ταμπού που έσπασε

Μπορεί η πρόταση-σχέδιο νόμου για αυστηρότερους μεταναστευτικούς κανόνες του ηγέτη του CDU Φρίντριχ Μερτς  – ο οποίος μάλλον θα γίνει ο νέος καγκελάριος της Γερμανίας – να απορρίφθηκε τελικά από την Μπούντεσταγκ στις 31 Ιανουαρίου, ωστόσο η απόφαση του να συνεργαστεί με το AfD διέσπασε ένα «παραδοσιακό» – για το ιστορικό παρελθόν της χώρας – τείχος προστασίας που είχαν δημιουργήσει τα κύρια πολιτικά κόμματα της χώρας και το οποίο εμπόδιζε τη συνεργασία με την ακροδεξιά. Πολλά διεθνή ΜΜΕ μάλιστα σχολίασαν χαρακτηριστικά πως «το ταμπού έσπασε».

Εν μέσω ευρείας δημόσιας και πολιτικής καταδίκης, η κίνηση αυτή συγκέντρωσε χιλιάδες διαδηλωτές στην έδρα του CDU στο Βερολίνο. Η πρώην καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Σολτς κατηγόρησαν τον Μερτς ότι διέπραξε ένα «ασυγχώρητο λάθος».

Κι όλα αυτά ενώ αρκετά τμήματα του κόμματος AfD έχουν επισήμως χαρακτηριστεί ως «ακροδεξιοί εξτρεμιστές» από τις αρχές πληροφοριών από την ίδρυσή του το 2013, την ώρα που μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε «mainstream» κόμμα, καθώς πολλοί υπογραμμίζουν πως οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας μετατοπίζονται προς τα δεξιά.

Άλλωστε, όπως υποστηρίζουν διάφοροι αναλυτές, όλα δείχνουν πως το AfD θα σημειώσει το καλύτερο αποτέλεσμα στην 12χρονη ιστορία του.

«Μέχρι πρόσφατα, η ψήφος υπέρ του AfD μπορούσε να θεωρηθεί χαμένη ψήφος, επειδή μπορούσες να περιμένεις ότι άλλα κόμματα δεν θα συνεργάζονταν μαζί τους. Αλλά τώρα, οι απόψεις των ανθρώπων μπορεί να αλλάξουν και το κόμμα θα μπορούσε να προσελκύσει περισσότερους ψηφοφόρους», δήλωσε στο Al Jazeera ο Ολιβιέρο Αντζέλι, πολιτικός επιστήμονας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δρέσδης.

Νωρίτερα στην προεκλογική του εκστρατεία, το AfD διαφήμιζε μια πολιτική «επαναμετανάστευσης» – ένας εθνικιστικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αποστολή ανθρώπων πίσω στην πατρίδα τους.

Άλλα βασικά μέρη του μανιφέστου της, που ανακοινώθηκε τον περασμένο μήνα σε ένα πλήθος περισσότερων από 600 αντιπροσώπων στο κρατίδιο Σαξονία, προπύργιο του AfD, περιλάμβαναν την απόρριψη των πολιτικών πράσινης μετάβασης και τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με προγράμματα σπουδών φύλου.

Διαβάστε επίσης: Γερμανία / Μαζικές διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα κατά της Ακροδεξιάς [Βίντεο]

Κατεστραμμένη αφίσα του AfD. EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Γερμανία: Πώς λειτουργεί το εκλογικό σύστημα;

Η Γερμανία διαθέτει ένα υβριδικό εκλογικό σύστημα στο οποίο οι ψηφοφόροι ψηφίζουν σε ένα ψηφοδέλτιο έναν υποψήφιο που εκπροσωπεί μια εκλογική περιφέρεια, ενώ σε ένα δεύτερο για τον κατάλογο υποψηφίων ενός συγκεκριμένου κόμματος σε ένα ομοσπονδιακό κρατίδιο.

Μόνο τα κόμματα που θα κερδίσουν το 5% της δεύτερης ψήφου μπορούν να εισέλθουν στο κοινοβούλιο.

Δεδομένου ότι οι εκλογές του 2021 παρήγαγαν μια Bundestag των 735 εδρών, ένα από τα μεγαλύτερα κοινοβούλια στον κόσμο, ένας νόμος του 2023 – που αναθεωρήθηκε πέρυσι μετά από απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας – έχει τεθεί σε ισχύ και περιορίζει το μέγεθος της νέας βουλής σε 630 θέσεις.

Το νέο σύστημα στοχεύει επίσης να δώσει προτεραιότητα στην αναλογική εκπροσώπηση, επομένως οι έδρες θα κατανέμονται με βάση τις δεύτερες ψήφους που θα ληφθούν σε εθνικό επίπεδο. Εάν ένα κόμμα κερδίσει αναλογικά περισσότερες εκλογικές έδρες από το μερίδιό του στις εθνικές ψήφους, ορισμένες θα μείνουν κενές.

Αξίζει να σημειωθεί πως δικαστήριο απέρριψε μια προτεινόμενη αλλαγή η οποία θα έθετε σε μειονεκτική θέση τα μικρότερα κόμματα, έτσι ώστε αυτά που θα κερδίσουν τουλάχιστον τρεις εκλογικές έδρες θα εξακολουθούν να δικαιούνται βουλευτικές έδρες σύμφωνα με την εθνική τους ψήφο, ακόμη και αν πάρουν κάτω από 5%.

Ο συνδυασμός του ορίου του 5%, της εξαίρεσης των τριών εδρών και ενός ασυνήθιστα κατακερματισμένου και ανταγωνιστικού κομματικού τοπίου, με πολλά μικρότερα κόμματα να αγωνίζονται για θέσεις, σημαίνει ότι η ακριβής σύνθεση της νέας Bundestag είναι ιδιαίτερα αβέβαιη.

Γερμανικές εκλογές: Τα σενάρια

Μπορεί να είμαστε σχεδόν σίγουροι για τον επόμενο Καγκελάριο της Γερμανίας – αυτός θα είναι όπως προαναφέρθηκε ο Φρίντριχ Μερτς – ωστόσο το ερώτημα είναι με ποιον θα κυβερνήσει, σημειώνει το Politico.

Σύμφωνα με τους πολιτικούς του κόμματος του Μερτς, το αποτέλεσμά που επιθυμούν λιγότερο θα ήταν ένας τριμερής συνασπισμός, λόγω των εσωτερικών διαφωνιών που αναπόφευκτα θα ακολουθούσαν.

Ακολουθούν ορισμένα σενάρια:

Ο «μεγάλος συνασπισμός»

Ο «μεγάλος συνασπισμός» είναι ένας από τους κλασικούς της Γερμανίας, αποτελούμενος από τους συντηρητικούς και το SPD. Στη Γερμανία έχει σχηματιστεί τέσσερις φορές τέτοιου είδους κυβέρνηση από από το 1949, τρεις φορές υπό την πρώην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ.

Οι συντηρητικοί, ωστόσο, έχουν μετατοπιστεί σημαντικά προς τα δεξιά υπό τον Μερτς, καθιστώντας πιο δύσκολους τους μελλοντικούς συμβιβασμούς με την κεντροαριστερά.

«Δεν θα είναι εύκολο μετά τις εκλογές», δήλωσε ο Μερτς, αφήνοντας ανοιχτό το αν θα προτιμούσε να συνεργαστεί με το SPD ή τους Πράσινους.

Ωστόσο, ενδεχόμενη μετεκλογική προσέγγιση είναι πιθανό να οδηγήσει σε ανασχηματισμό στο εσωτερικό του SPD, αφού ο νυν καγκελάριος Όλαφ Σολτς έχει ήδη αποκλείσει τη συμμετοχή του σε ένα υπουργικό συμβούλιο υπό τον Μερτς.

EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Θα κάνουν την έκπληξη οι Πράσινοι;

Τρία από τα 16 ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας κυβερνώνται σήμερα από συνασπισμό μεταξύ των συντηρητικών και των Πρασίνων – που μερικές φορές αναφέρεται ως συνασπισμός «Kiwi» – αλλά μια τέτοια συμμαχία θα αποτελούσε καινοτομία σε εθνικό επίπεδο.

Μεταξύ των δύο υπάρχει σχετική συμφωνία στην εξωτερική πολιτική και τις αμυντικές δαπάνες, με τα δύο κόμματα να επικρίνουν τον Σολτς για αναποφασιστικότητα όσον αφορά στην υποστήριξή του στην Ουκρανία. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφοροποίηση στις θέσεις τους για το μεταναστευτικό, με τον Μερτς να υπόσχεται να κλείσει τα σύνορα της Γερμανίας από την πρώτη ημέρα της θητείας του και τους Πράσινους να θεωρούν τέτοια σχέδια παράνομα.

Επίσης, το χάσμα μεγάλωσε μετά την πρόσφατη «συνεργασία» του Μερτς με την ακροδεξιά, ενώ ο Μάρκους Ζέντερ, ηγέτης της  Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης, έχει αποκλείσει εδώ και καιρό έναν συνασπισμό με τους Πράσινους.

Συνεπώς, σύμφωνα με το Politico, το κόμμα αναμένεται να χρησιμεύσει κυρίως ως μοχλός πίεσης για τους συντηρητικούς στις διαπραγματεύσεις τους με το SPD.

Τα μικρότερα κόμματα ως ρυθμιστές

Αν και η μεταπολεμική Γερμανία δεν είχε μεγάλη εμπειρία από συνασπισμούς περισσότερων από δύο κομμάτων (η πεσμένη μετά το 2021 τριάδα του Σολτς ήταν η πρώτη τριμερής συμμαχία εδώ και πάνω από έξι δεκαετίες), ο πολιτικός κατακερματισμός και το τέλος της παραδοσιακής κυριαρχίας του δικομματισμού μπορεί να καταστήσουν τέτοιες περιπτώσεις τον νέο κανόνα.

Στην πραγματικότητα, μια τριμερής συμμαχία θα ήταν δύσκολο να αποφευχθεί εάν δύο από τα τρία μικρότερα κόμματα που συμμετέχουν σήμερα στο κοινοβούλιο – οι Πράσινοι, το FDP και Η Αριστερά – επανέλθουν σε αυτό.

Σε αυτή την περίπτωση, οι πιο πιθανές επιλογές είναι οι εξής, σύμφωνα με το δημοσίευμα:

  • Συνασπισμός αποτελούμενος από το CDU/CSU, το SPD και το FDP
  • Ένας συνασπισμός, λιγότερο πιθανός βέβαια, από το CDU/CSU, το SPD και τους Πράσινους

Ένα τέτοιο σενάριο βέβαια ίσως καμία πλευρά δεν το επιθυμεί, καθώς σίγουρα θα προκύψουν έντονες διαφωνίες.