Η πολιτική σκηνή της Γερμανίας δονείται από έντονες αναταράξεις καθώς ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς βλέπει το κόμμα του, τους Συντηρητικούς, να χάνει την πρωτοκαθεδρία στις δημοσκοπήσεις υπέρ της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), όπως μετέδωσε το Reuters την Τρίτη (12/8).

Ads

Η νέα δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa, που δόθηκε στη δημοσιότητα για να σηματοδοτήσει τις πρώτες εκατό ημέρες της διακυβέρνησης Μερτς, φέρνει την AfD στο 26%, δύο ποσοστιαίες μονάδες μπροστά από τους Συντηρητικούς.

Ads

Οι λόγοι για αυτή την υποχώρηση είναι πολλαπλοί, με αποκορύφωμα τις πρόσφατες κινήσεις του Μερτς που δημιούργησαν τριβές τόσο με συντηρητικούς συμμάχους όσο και με ιδεολογικούς αντιπάλους του, προσθέτει το διεθνές πρακτορείο ειδήσεων.

Ads

Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις του καγκελάριου ήταν η αναστολή αποστολών όπλων στο Ισραήλ μετά την ανακοίνωση της ισραηλινής κυβέρνησης ότι σκοπεύει να προχωρήσει σε πλήρη κατοχή της Λωρίδας της Γάζας, όπως τονίζεται.

Ads

Η απόφαση αυτή, αν και φάνηκε δημοφιλής σε ένα ευρύ τμήμα των πολιτών, πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του συντηρητικού στρατοπέδου. Οι παραδοσιακοί υποστηρικτές του κόμματος εξέλαβαν την κίνηση ως προδοσία απέναντι στις ιστορικές υποχρεώσεις της Γερμανίας προς το Ισραήλ, οι οποίες χρονολογούνται από την μεταπολεμική περίοδο και τις προσπάθειες συμφιλίωσης μετά το Ολοκαύτωμα, υπογραμμίζει το Reuters.

Παράλληλα, στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Μερτς έχει προκαλέσει αντιδράσεις με τη στροφή της σε ζητήματα μετανάστευσης. Η εξαγγελία για μειώσεις στα επιδόματα που λαμβάνουν οι Ουκρανοί πρόσφυγες πολέμου προκάλεσε έντονο διάλογο τόσο στην κοινή γνώμη όσο και μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Ενώ για μέρος του εκλογικού σώματος αυτή η πολιτική εκλαμβάνεται ως αναγκαία για την εξοικονόμηση πόρων, για άλλους αποτελεί ένδειξη απανθρωπιάς και επικίνδυνης προσέγγισης που ενισχύει το αφήγημα της ακροδεξιάς.

Ο ακτιβιστής της αριστεράς Κρίστοφ Μπάουτς σχολίασε με σαφήνεια την κατάσταση μέσω κοινωνικών δικτύων: «Η ακροδεξιά είναι τώρα μπροστά από τους συντηρητικούς χάρη στις πολιτικές τους για τη μετανάστευση και την οικονομία. Τώρα θα ήταν η κατάλληλη στιγμή για την κυβέρνηση να εγκαταλείψει την πολιτική των πολιτισμικών πολέμων και της παραχώρησης εδάφους στην ακροδεξιά.»


Πέραν αυτών, ο Μερτς ήρθε αντιμέτωπος με σοβαρή πολιτική ήττα όταν απέτυχε να εξασφαλίσει την εκλογή της υποψήφιας των Σοσιαλδημοκρατών, καθηγήτριας νομικής Φράουκε Μπρόζιους-Γκέρσντορφ, στο συνταγματικό δικαστήριο. Η υποψηφιότητά της είχε ήδη βρεθεί στο στόχαστρο δεξιών μέσων ενημέρωσης λόγω των προοδευτικών της απόψεων, κυρίως στο ζήτημα των αμβλώσεων. Η αλλαγή στάσης του Μερτς – αρχικά τη στήριξε, αλλά στη συνέχεια απέτυχε να πείσει τους βουλευτές του να την ψηφίσουν – θεωρήθηκε ένδειξη πολιτικής αστάθειας και έλλειψης ηγετικής πυγμής.

Η αποτυχία αυτή έδωσε αφορμή για περισσότερη εσωτερική κριτική εντός του κυβερνητικού συνασπισμού. Οι Σοσιαλδημοκράτες, ήδη αποδυναμωμένοι στις δημοσκοπήσεις με μόλις 13%, εξέλαβαν την στάση του Μερτς ως προδοσία της συμφωνίας συνεργασίας, υπονομεύοντας περαιτέρω τη συνοχή της κυβέρνησης.

Η αποχώρηση της Μπρόζιους-Γκέρσντορφ από τη διαδικασία μετά από μακρά περίοδο πολιτικής πίεσης ανέδειξε τη δύναμη του ακροδεξιού λόγου στην τρέχουσα πολιτική σκηνή, αλλά και την αδυναμία των συντηρητικών να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις εσωκομματικές τους αντιφάσεις.

Η προσωπική δημοτικότητα του Μερτς αποτελεί επίσης πηγή προβληματισμού. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση DeutschlandTrend για την ARD, μόλις το 29% των ερωτηθέντων θεωρούν τον Μερτς ως ικανό διαχειριστή κρίσεων. Η προσωπική του αποδοχή ανέρχεται σε μόλις 32%, σημαντικά χαμηλότερα από τους προκατόχους του, Όλαφ Σολτς και Άνγκελα Μέρκελ, οι οποίοι κατέγραψαν ποσοστά 56% και 74% αντίστοιχα στις πρώτες 100 ημέρες της διακυβέρνησής τους.

Η πολιτική αστάθεια ενδέχεται να ενταθεί ενόψει των περιφερειακών εκλογών στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης τον Μάρτιο του 2026, που θα είναι η πρώτη από μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε πέντε από τα δεκαέξι κρατίδια της χώρας. Οι εξελίξεις μέχρι τότε αναμένεται να καθορίσουν και το μέλλον του Μερτς στην καγκελαρία, καθώς και την κατεύθυνση της γερμανικής πολιτικής στο σύνολό της.