Σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, νόμοι οι οποίοι φαινομενικά έχουν καλές προθέσεις, όπως για παράδειγμα αυτοί που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των διαδικτυακών απατών και των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο, χρησιμοποιούνται εν τέλει για άλλους σκοπούς.

Ads

Τον Μάιο του 2024, ο Ντάνιελ Οτζούκου, ένας 26χρονος δημοσιογράφος του Ιδρύματος Ερευνητικής Δημοσιογραφίας, ενός νιγηριανού μη κερδοσκοπικού οργανισμού, συνελήφθη στους δρόμους του Λάγος από ένοπλους αστυνομικούς και επιβιβάστηκε σε ένα όχημα. Τις επόμενες ημέρες, κρατήθηκε σε κελί χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο, πρώτα στο Λάγος και αργότερα στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, Αμπούτζα, χωρίς να του αναφερθεί ο ακριβής λόγος της σύλληψής του.

Ads

«Ήταν περισσότερο απαγωγή», θυμήθηκε πρόσφατα ο Οτζούκου, μέσω WhatsApp. Τελικά, την τέταρτη μέρα, οι αρχές τον ενημέρωσαν ότι κατηγορείτο για παραβίαση ενός νόμου του 2015, γνωστού ως Νόμος για τα Κυβερνοεγκλήματα. Η παράβασή του: ένα άρθρο που έγραψε για φερόμενη διαφθορά στο γραφείο του προέδρου.

Ads

Ο νόμος της χώρας για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο θεσπίστηκε θεωρητικά για την καταπολέμηση της αυξανόμενης τάσης των διαδικτυακών απάτων και άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων στη Νιγηρία, αλλά αντίθετα έχει χρησιμοποιηθεί συχνά για την καταστολή της δημοσιογραφίας που δημοσιεύεται στο διαδίκτυο, σημειώνει σε σχετικό άρθρο στο Columbia Journalism Review, του ομώνυμου Πανεπιστημίου, η δημοσιογράφος Nalova Akua.

Ads

Όπως εξηγεί, μια συγκεκριμένη διάταξη, η παράγραφος 24, η οποία καθιστούσε παράνομη τη δημοσίευση ψευδών πληροφοριών στο διαδίκτυο που θεωρούνταν «βαριά προσβλητικές», «άσεμνες» ή ακόμη και απλώς «ενοχλητικές», ήταν εύκολο να γίνει αντικείμενο κατάχρησης.

Το 2019, για παράδειγμα, ο Agba Jalingo, δημοσιογράφος και εκδότης του CrossRiverWatch, στην πολιτεία Cross River της Νιγηρίας, συνελήφθη και κατηγορήθηκε βάσει του άρθρου 24, αφού δημοσίευσε άρθρα στα οποία κατηγορούσε τον κυβερνήτη της πολιτείας για διαφθορά. Αργότερα βέβαια ο ίδιος αθωώθηκε.

Τον Φεβρουάριο του 2024, οι νιγηριανοί νομοθέτες τροποποίησαν το συγκεκριμένο άρθρο, ωστόσο η νέα διατύπωση εξακολουθεί να καθιστά παράνομο το να δημοσιεύει κανείς «εν γνώσει ή εκ προθέσεως» στο διαδίκτυο οτιδήποτε είναι «ψευδές, με σκοπό να προκαλέσει κατάρρευση της τάξης και του νόμου [ή] να αποτελέσει απειλή για τη ζωή». Κάτι τέτοιο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και τρία έτη.

«Αυτό το ασαφές κείμενο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για διώξεις δημοσιογράφων, ιδίως εκείνων που δημοσιεύουν τακτικά ερευνητικές εκθέσεις που εμπλέκουν πολιτικές ή θεσμικές δυνάμεις», δήλωσε στο CJR ο Sadibou Marong, διευθυντής του γραφείου της οργάνωσης «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» για την υποσαχάρια Αφρική.

«Οι αρχές επιδιώκουν να φιμώσουν τον ερευνητικό δημοσιογραφικό λόγο που αποκαλύπτει θέματα διαφθοράς και διακυβέρνησης στη χώρα. Η συνεχιζόμενη εφαρμογή αυτού του νόμου αποτελεί πραγματική απειλή», τόνισε.

Καταστολή δημοσιογράφων: Η Νιγηρία δεν αποτελεί εξαίρεση

Όπως επισημαίνεται στο δημοσίευμα, η Νιγηρία δεν είναι η μόνη χώρα που χρησιμοποιεί νόμος που έχουν θεωρητικά σχεδιαστεί για να καταπολεμούν παραβάσεις, αλλά τελικά γίνονται μέσα προσπάθειας καταστολής της δημοσιογραφίας.

Στον γειτονικό Νίγηρα, ο Αμπντουραχμάν Τσιάνι, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 2023, υπέγραψε διάταγμα που τροποποιεί τρία άρθρα του νόμου της χώρας για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, με σκοπό την επαναφορά των ποινών φυλάκισης για «συκοφαντία», «προσβολή» και «διάδοση δεδομένων που ενδέχεται να διαταράξουν τη δημόσια τάξη ή να υπονομεύσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», όταν τα αδικήματα αυτά διαπράττονται ηλεκτρονικά.

Ο νόμος, που αρχικά θεσπίστηκε το 2019, είχε προηγουμένως γίνει πιο ελαστικός ώστε να καταργηθούν οι ποινές φυλάκισης για τέτοια αδικήματα, εν μέρει λόγω του τρόπου με τον οποίο ο νόμος είχε γίνει αντικείμενο χρήσης για την καταστολή των δημοσιογράφων. Στο Πακιστάν, τη Γεωργία και την Τουρκία, μεταξύ άλλων, πρόσφατοι νόμοι που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των παράνομων δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο ή της διάδοσης παραπληροφόρησης έχουν χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων.

Επίσης, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, τουλάχιστον δεκαπέντε άτομα στην Ιορδανία έχουν διωχθεί βάσει της επέκτασης του νόμου περί εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο του 2023, για αδικήματα που κυμαίνονται από τη «διάδοση ψευδών ειδήσεων» έως την «απειλή της κοινωνικής ειρήνης».


«Η απειλή της παραπληροφόρησης αποτελεί βολική δικαιολογία για λογοκρισία»

«Δυστυχώς, οι περισσότεροι από τους νόμους που ψηφίζονται θα έχουν ελάχιστη επίδραση στην πραγματική καταπολέμηση της παραπληροφόρησης, αλλά αντίθετα ενδέχεται να δώσουν στις κυβερνήσεις πολύ μεγαλύτερη εξουσία να ελέγχουν περιεχόμενο που θεωρούν ψευδές ή παραπλανητικό», δήλωσε η Gabrielle Lim, από το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, η οποία πρόσφατα συνέγραψε μια μελέτη που παρακολουθεί την κατάχρηση των νόμων περί «ψευδών ειδήσεων» σε όλο τον κόσμο.

«Για ορισμένες κυβερνήσεις, η απειλή της παραπληροφόρησης αποτελεί μια βολική δικαιολογία για την λογοκρισία. Αυτό επιδεινώνεται από το γεγονός ότι και οι φιλελεύθερες δημοκρατίες εξετάζουν ή ψηφίζουν παρόμοιους νόμους, κάτι που μπορεί να δώσει κάλυψη σε αυταρχικά καθεστώτα που επιθυμούν να πράξουν το ίδιο».

Στη Νιγηρία, περισσότεροι από είκοσι δημοσιογράφοι έχουν διωχθεί βάσει του νόμου για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι δημοσιογράφοι έχουν κατηγορηθεί για διαδικτυακό εκφοβισμό, διαδικτυακή παρενόχληση ή απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης. Στις 16 Φεβρουαρίου 2024, δύο εβδομάδες πριν από την υπογραφή του τροποποιημένου νόμου για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, τέσσερις δημοσιογράφοι της The Informant247, μιας ανεξάρτητης ηλεκτρονικής εφημερίδας με έδρα την πολιτεία Kwara της Νιγηρίας, συνελήφθησαν και κρατήθηκαν για ένα διάστημα μετά τη δημοσίευση ενός ερευνητικού ρεπορτάζ δύο μερών που κατήγγειλε την διαφθορά σε ένα κρατικό ινστιτούτο.

«Η εμπειρία ήταν βαθιά ενοχλητική», δήλωσε ο Salihu Ayatullahi, αρχισυντάκτης της έκδοσης και ένας από τους συλληφθέντες δημοσιογράφους. «Μας κλείδωσαν σε ένα σκοτεινό, στενό κελί μαζί με σκληρούς εγκληματίες. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος ήταν βαρύτερος από τη σωματική ταλαιπωρία: δεν μπορούσα να κοιμηθώ, όχι λόγω των κακών συνθηκών, αλλά επειδή δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο διαλυμένο είχε γίνει το σύστημά μας και πώς οι διεφθαρμένοι μπορούσαν να καλούν παράνομα την αστυνομία για να τιμωρήσουν όσους τους εξέθεταν». Οι κατηγορίες έπεσαν στο κενό έντεκα μήνες αργότερα χωρίς να παρουσιαστούν αποδείξεις εναντίον των δημοσιογράφων.

Ο Solomon Okedara, νιγηριανός δικηγόρος και ερευνητής στον τομέα των ψηφιακών δικαιωμάτων, σημειώνει ότι η εφαρμογή του νόμου για το κυβερνοέγκλημα έχει δημιουργήσει ένα κλίμα φόβου στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών της χώρας. «Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, τις περισσότερες φορές, η εισαγγελία δεν μπορεί να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος σε βαθμό που να οδηγήσει σε καταδίκη», δήλωσε ο Okedara. «Το να γνωρίζουν ότι ένας συνάδελφος δημοσιογράφος έχει υποστεί σύλληψη, παρενόχληση και κράτηση ή ατελείωτες δίκες μπορεί να αναγκάσει άλλους να εγκαταλείψουν την ιδέα μιας ερευνητικής δημοσιογραφικής εργασίας».

Παρά τις δοκιμασίες που έχουν υποστεί, τόσο ο Ojukwu όσο και ο Ayatullahi δηλώνουν ότι είναι πιο αποφασισμένοι από ποτέ να χρησιμοποιήσουν το επάγγελμά τους για να λογοδοτήσουν οι δημόσιοι λειτουργοί. «Ως δημοσιογράφος, όλη αυτή η εμπειρία με έκανε να καταλάβω ότι υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν», δήλωσε ο Ojukwu. «Και δεδομένου ότι δεν υπάρχει όριο στο πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να φτάσουν οι διεφθαρμένοι, δεν υπάρχει όριο ούτε για μένα. Ο νόμος για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο παραμένει αγκάθι στο πλευρό των δημοσιογράφων στη Νιγηρία».