Για πρώτη φορά μετά τη σύλληψή του πριν από επτά χρόνια, ο επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεκ μίλησε ενώπιον δικαστηρίου για τη δολοφονία της δημοσιογράφου Δάφνης Καρουάνα Γκαλιζία, αρνούμενος ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο έγκλημα και καταγγέλλοντας ότι οι αστυνομικές Αρχές τον παγίδευσαν.

Ads

Ο 44χρονος, ο οποίος δικάζεται για συνέργεια στη δολοφονία της Καρουάνα Γκαλιζία, αποφάσισε αιφνιδιαστικά να παραιτηθεί από το δικαίωμά του, που προβλέπει η μαλτέζικη νομοθεσία, να μη δώσει κατάθεση στη δική του δίκη.

Ads

Ακολούθησαν τέσσερις ημέρες εξέτασής του από τους συνηγόρους υπεράσπισης και την εισαγγελία.

Ads

Στην κατάθεσή του, ο Φένεκ έστρεψε ευθέως τα πυρά του στον Κιθ Σέμπρι, τον άλλοτε προσωπάρχη και στενότερο σύμβουλο του τότε πρωθυπουργού της Μάλτας, Τζόζεφ Μουσκάτ, υποστηρίζοντας ότι εκείνος ήταν ο πραγματικός υποκινητής της δολοφονίας.

Ads

Η υπεράσπιση του Φένεκ έχει εδώ και καιρό επιχειρήσει να παρουσιάσει τον Σέμπρι, έναν από τους ισχυρότερους μη εκλεγμένους αξιωματούχους της χώρας πριν από τη δολοφονία του Οκτωβρίου του 2017, ως το πρόσωπο που βρισκόταν πίσω από το σχέδιο.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η δικαστής Έντουινα Γκρίμα ρώτησε ευθέως τον Φένεκ: «Γνωρίζετε ποιος είναι ο πραγματικός εγκέφαλος;». Εκείνος απάντησε χωρίς περιστροφές: «Ο Κιθ Σέμπρι».

Ο Σέμπρι έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση, ενώ η αστυνομία έχει καταθέσει ενώπιον των ενόρκων ότι δεν θεωρήθηκε ποτέ ύποπτος για τη δολοφονία.

Ο ισχυρισμός ότι ο Σέμπρι του έδινε εμπιστευτικές πληροφορίες

Ο Φένεκ περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου μια στενή σχέση με τον Σέμπρι, λέγοντας ότι γνωρίζονταν από παιδιά, είχαν παίξει μαζί ποδόσφαιρο και επανασυνδέθηκαν στην ενήλικη ζωή τους.

Όπως υποστήριξε, με τα χρόνια άρχισε να βασίζεται όλο και περισσότερο στον Σέμπρι και συνομιλούσε μαζί του σχεδόν καθημερινά. Είπε επίσης ότι ο πρώην προσωπάρχης τού διοχέτευε ευαίσθητες πληροφορίες, ακόμη και προειδοποιήσεις για επικείμενες αστυνομικές εφόδους και συλλήψεις.

Ο Φένεκ ισχυρίστηκε ότι η ιδέα της δολοφονίας της Καρουάνα Γκαλιζία τέθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια μπάρμπεκιου σε οικογενειακό κτήμα.

Η δημοσιογράφος είχε δημοσιεύσει πληροφορία ότι ο Σέμπρι έπασχε από όγκο στον εγκέφαλο, πριν εκείνος το γνωστοποιήσει ακόμη και στην ίδια του την οικογένεια.

«Ο Κιθ ήταν πολύ συναισθηματικά φορτισμένος», κατέθεσε ο Φένεκ. «Το πήρε πολύ βαριά. Χρειάστηκε να του πούμε να ηρεμήσει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε γι’ αυτό. Ήταν σχεδόν εμμονικός με την Ντάφνι. Κρατούσε φάκελο με όλα τα άρθρα της».

Στο ίδιο μπάρμπεκιου, σύμφωνα με τον Φένεκ, βρισκόταν και ο Μέλβιν Θέουμα, ο αυτοαποκαλούμενος μεσάζων της δολοφονίας.

Ο Φένεκ ισχυρίστηκε ότι ο Θέουμα όξυνε ακόμη περισσότερο το κλίμα λέγοντας για την Καρουάνα Γκαλιζία ότι «θα θερίσει ό,τι έσπειρε».

Στη συνέχεια, κατά την εκδοχή του Φένεκ, ο Θέουμα τον πλησίασε στην κουζίνα και του είπε ότι «μπορούμε εύκολα να την ξεφορτωθούμε».

«Μου φάνηκε υπερβολικό, οπότε προσπάθησα να το υποβαθμίσω και του πρόσφερα ένα ποτό», είπε. «Βγήκα έξω να καπνίσω και ο Μέλβιν με τον Κιθ συνέχισαν να μιλούν».

«Μου είπε ότι το σχέδιο ήταν ήδη ενεργό»

Ο Φένεκ είπε ότι περίπου δύο εβδομάδες αργότερα ο Θέουμα επανέφερε το θέμα ενώ τον μετέφερε στο αεροδρόμιο.

«Μόλις μπήκα στο αυτοκίνητο, μου είπε ότι είχε μιλήσει με κάποιους ανθρώπους και ότι υπήρχε ήδη ενεργό σχέδιο για τη δολοφονία της Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία», κατέθεσε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Θέουμα τού είπε: «Έχω μιλήσει μαζί τους, το δουλεύουν ήδη και θέλουν 120.000 ευρώ».

Ο Φένεκ υποστήριξε ότι αιφνιδιάστηκε και αποφάσισε να ενημερώσει τον Σέμπρι.

«Στην αρχή δεν σκόπευα να του το πω, αλλά το σκεφτόμουν συνέχεια και τελικά αποφάσισα να τον ενημερώσω. Μου είπε “προχώρα, προχώρα, προχώρα”».

Κατά την κατάθεσή του, ο Φένεκ ισχυρίστηκε ότι το κίνητρο του Σέμπρι ήταν προσωπική εκδίκηση, επειδή θεωρούσε ότι η Καρουάνα Γκαλιζία είχε «ξεπεράσει τα όρια» γράφοντας για ιδιωτικά ζητήματα.

Η συνολική εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει ήταν εκείνη ενός Θέουμα που ενεργούσε σε μεγάλο βαθμό από μόνος του και ενός Σέμπρι που ενθάρρυνε το σχέδιο, με τον ίδιο τον Φένεκ να βρίσκεται στη μέση.

Η υπόθεση της προειδοποίησης πριν από τις συλλήψεις

Ο Φένεκ κατέθεσε επίσης ότι μετά τη δολοφονία ο Σέμπρι άρχισε να τον χρησιμοποιεί ως ενδιάμεσο για τη μεταφορά μηνυμάτων προς τον Θέουμα.

Ένα από αυτά, όπως είπε, αφορούσε την επικείμενη σύλληψη των εκτελεστών.

«Όταν το είπα στον Μέλβιν, αρχικά το υποβάθμισε», υποστήριξε. «Μου είπε ότι ήταν φυσιολογικό η αστυνομία να συλλαμβάνει ανθρώπους και μετά να τους αφήνει ελεύθερους χωρίς κατηγορίες μέσα σε 48 ώρες. Το μετέφερα πίσω στον Κιθ. Εκείνος μου είπε ότι η αστυνομία είχε αποδείξεις – έναν κωδικό βόμβας και στοιχεία για τη χρήση τηλεφώνων. Ότι ένας από τους δολοφόνους είχε βάλει μονάδες στο τηλέφωνο που χρησιμοποιήθηκε για τη βόμβα».

Ο Φένεκ είπε ότι στη συνέχεια επέστρεψε στον Θέουμα και τον ενημέρωσε ότι οι συλλήψεις είχαν προγραμματιστεί για τις 4 Δεκεμβρίου.

Οι Τζορτζ και Άλφρεντ Ντετζόρτζιο, μαζί με τον συνεργό τους Βίνσεντ Μουσκάτ, συνελήφθησαν πράγματι στις 4 Δεκεμβρίου 2017. Και οι τρεις έχουν καταδικαστεί για τη δολοφονία, ενώ ο Μουσκάτ ομολόγησε τη συμμετοχή του με αντάλλαγμα μειωμένη ποινή.

Ο Φένεκ υποστήριξε ακόμη ότι ο Σέμπρι τον είχε προειδοποιήσει και για τη σύλληψη του Θέουμα το 2019.

Κατά την εξέτασή του από την εισαγγελία, είπε επίσης ότι ο Σέμπρι τού είχε δείξει στιγμιότυπο από εμπιστευτική έκθεση της Europol, η οποία συνέδραμε τη μαλτέζικη αστυνομία και περιλάμβανε λίστα πιθανών υπόπτων.


Οι ηχογραφήσεις και τα 400.000 ευρώ

Η κατηγορούσα αρχή βασίζει σημαντικό μέρος της υπόθεσής της σε σειρά ηχογραφήσεων που είχε κάνει ο Θέουμα μετά τη δολοφονία, καταγράφοντας συνομιλίες του με τον Φένεκ για το έγκλημα και για διαρροές από την αστυνομική έρευνα.

Ο Φένεκ ισχυρίστηκε ότι οι ηχογραφήσεις χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του ως μέσο εκβιασμού.

«Ο Μέλβιν χρησιμοποιούσε τις καταγεγραμμένες κλήσεις για να με εκβιάζει», είπε. «Ο Κιθ το έμαθε και πανικοβλήθηκε».

Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι παρέδωσε 400.000 ευρώ στον Θέουμα, υποστηρίζοντας όμως ότι τα χρήματα προορίζονταν για τους αδελφούς Ντετζόρτζιο ώστε να καλυφθούν τα δικαστικά τους έξοδα.

Η εισαγγελία, από την πλευρά της, στηρίζει την υπόθεσή της κυρίως στη μαρτυρία του Θέουμα, ο οποίος έχει καταθέσει ότι ο Φένεκ τού έδωσε 150.000 ευρώ για να προσλάβει τους τρεις άνδρες που τελικά καταδικάστηκαν για την τοποθέτηση της βόμβας στο αυτοκίνητο της Καρουάνα Γκαλιζία.

«Με παγίδευσαν»

Ο Φένεκ αναφέρθηκε ακόμη στην προσωπική του κατάρρευση μετά τη δολοφονία και την έναρξη της έρευνας, λέγοντας ότι η πίεση κατέστρεψε την οικογενειακή του ζωή και τη σχέση με τη σύζυγό του.

«Με οδήγησε στον εθισμό στα ναρκωτικά», είπε. «Πέρασα όλη μου τη ζωή εναντίον των ναρκωτικών, βλέποντας τον αδελφό μου να κάνει χρήση. Και κατέληξα να παίρνω κι εγώ».

Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ανακριτές συνέβαλαν στην απόκρυψη του ρόλου του Σέμπρι.

«Ένιωσα προδομένος», είπε. «Συνδυάσατε το ψέμα του Μέλβιν Θέουμα με τη συγκάλυψη του Κιθ Σέμπρι για να με παγιδεύσετε».

Η εισαγγελία αμφισβήτησε ευθέως αυτή την εκδοχή.

Ο εισαγγελέας Γκόντγουιν Τσίνι ρώτησε τον Φένεκ: «Θα ήταν σωστό να πω ότι εσείς ήσασταν εκείνος που είχε την εξουσία και όχι ο Μέλβιν Θέουμα;».

Η δικαστής επανήλθε αργότερα ρωτώντας γιατί ο Θέουμα αισθανόταν ότι είχε δύναμη.

«Ξέρει ποιος είναι ο πραγματικός εγκέφαλος», απάντησε ο Φένεκ.

Όταν η δικαστής τον ρώτησε ξανά ποιος θεωρεί ότι ήταν ο εγκέφαλος, απάντησε: «Κιθ Σέμπρι».

Και όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς το γνωρίζει, είπε: «Το ήξερα επειδή ο Μέλβιν Θέουμα το ανέφερε και ο Κιθ Σέμπρι το άφηνε να εννοηθεί».

Ο Τσίνι ολοκλήρωσε την αντεξέταση με μια ιδιαίτερα σκληρή φράση: «Ποιον προσπαθείτε να κοροϊδέψετε; Τα αποτυπώματά σας βρίσκονται παντού σε αυτή την υπόθεση».

Ο Γιόργκεν Φένεκ δηλώνει αθώος για την κατηγορία της συνέργειας στη δολοφονία της Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία.

Η δίκη συνεχίζεται.