Στη γειτονιά του Νόρεμπρο, μία από τις πιο πολυπολιτισμικές περιοχές της Κοπεγχάγης, οι κόκκινες πολυκατοικίες, δημιουργήματα της πολιτικής της κοινωνικής κατοικίας, βρίσκονται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο ενός πολιτικού πειράματος που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός Δανίας.
Οι κάτοικοι οι οποίοι έχουν διωχθεί σταδιακά από το συγκρότημα υποστηρίζουν ότι τιμωρήθηκαν επειδή απέτυχαν να ενταχθούν. Τιμωρήθηκαν επειδή το ίδιο το κράτος αποφάσισε να χαρακτηρίσει την κοινότητα τους «γκέτο». Η ιστορία αυτή, θυμίζει έντονα τον αγώνα των κατοίκων της κοινότητας των Προσφυγικών στη Λ. Αλεξάνδρας. Τι συνέβη στη Δανία;
Η αφετηρία ήταν το 2018. Ο τότε πρωθυπουργός της Δανίας, Λαρς Λέκε Ράσμουσεν, επέλεξε συμβολικά το Mjølnerparken για να παρουσιάσει τη λεγόμενη «Νομοθεσία για τα Γκέτο» (Ghetto Law), υποστηρίζοντας ότι ήρθε η ώρα να αντιμετωπιστούν οι «παράλληλες κοινωνίες» που είχαν δημιουργηθεί από την αποτυχημένη ένταξη μεταναστών.
Ο νόμος προέβλεπε ότι συνοικίες με υψηλή ανεργία, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, αυξημένη εγκληματικότητα και μεγάλη συγκέντρωση κατοίκων μη δυτικής καταγωγής θα χαρακτηρίζονταν «ευάλωτες περιοχές» και θα υποβάλλονταν σε ριζικές παρεμβάσεις, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Voxeurope.
Στόχος ήταν η μείωση των κοινωνικών κατοικιών, η πώληση διαμερισμάτων σε ιδιώτες και η αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης των γειτονιών.
Το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο, όμως, δεν ήταν τα πολεοδομικά μέτρα αλλά το ίδιο το κριτήριο με το οποίο η κυβέρνηση αποφάσιζε να χαρακτηρίσει μια κοινότητα ως «γκέτο».
Για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή νομοθεσία, η εθνοτική προέλευση αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα. Αν περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους μιας περιοχής ήταν μετανάστες ή απόγονοι μεταναστών από χώρες εκτός της λεγόμενης Δύσης, η συνοικία μπορούσε να χαρακτηριστεί «γκέτο».
«Γεννηθήκαμε γκέτο», λέει με πικρία η Majken Felle, εκπαιδευτικός και κάτοικος του Mjølnerparken. Δεν χρησιμοποιεί τη λέξη μεταφορικά. Όπως εξηγεί, η συνοικία της δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να βελτιώσει τους δείκτες της, όπως συνέβη σε άλλες περιοχές της Κοπεγχάγης. Η νομοθεσία εφαρμόστηκε αναδρομικά και το σχέδιο διάλυσης μέρους του οικισμού ξεκίνησε αμέσως.
Η ίδια μετακόμισε εκεί το 2014, επειδή γοητεύτηκε από το αίσθημα κοινότητας. Οι γείτονες γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι αυλές ήταν γεμάτες παιδιά και το κοινοτικό κέντρο φιλοξενούσε γιορτές, γάμους και πολιτιστικές εκδηλώσεις. «Μιλούσαμε όλοι δανικά μεταξύ μας. Δεν υπήρχε αυτή η εικόνα μιας απομονωμένης κοινωνίας που παρουσίαζε η κυβέρνηση», υποστηρίζει.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Δύο πολυκατοικίες έχουν ήδη πουληθεί και μετατραπεί σε ιδιωτικές κατοικίες. Πολλές οικογένειες έφυγαν, άλλες επειδή πιέστηκαν και άλλες επειδή έλαβαν εντολές αποχώρησης. Οι νέοι ένοικοι είναι κυρίως φοιτητές ή νέοι επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν τη γειτονιά ως προσωρινό σταθμό.
«Σχεδόν ζούμε πλέον σε παράλληλες κοινωνίες», λέει ειρωνικά η Felle. Οι νέοι κάτοικοι δύσκολα συμμετέχουν στις εκδηλώσεις της κοινότητας, ενώ οι αυλές και οι παιδικές χαρές παραμένουν για χρόνια αποκλεισμένες λόγω των εργασιών. Η κοινωνική συνοχή που χαρακτήριζε τη γειτονιά έχει αρχίσει να διαλύεται.

Το παράδοξο είναι ότι η ίδια η νομοθεσία που δημιουργήθηκε για να εξαλείψει τις «παράλληλες κοινωνίες» κατηγορείται τώρα ότι τις παράγει.
Η υπόθεση έχει πλέον μεταφερθεί στις δικαστικές αίθουσες. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η χρήση της εθνοτικής καταγωγής ως κριτηρίου ενδέχεται να συνιστά φυλετική διάκριση και επέστρεψε την υπόθεση στη Δανία για τελική κρίση. Νομικοί εκτιμούν ότι δύσκολα ο νόμος θα μπορέσει να διατηρηθεί στην τωρινή του μορφή.
Ακόμη όμως κι αν οι προσφεύγοντες δικαιωθούν, παραμένει το ερώτημα αν μπορεί να αποκατασταθεί μια κοινότητα που έχει ήδη αλλάξει. Τα διαμερίσματα που πωλήθηκαν δεν επιστρέφουν εύκολα, ούτε οι οικογένειες που έφυγαν μπορούν να επιστρέψουν αυτόματα στην προηγούμενη γειτονιά τους.
Η κυβέρνηση και ο δήμος, επιμένουν ότι οι παρεμβάσεις συνοδεύτηκαν από σημαντικές επενδύσεις σε σχολεία, παιδικούς σταθμούς και κοινωνικές υπηρεσίες και ότι στόχος ήταν η δημιουργία πιο ισορροπημένων γειτονιών. Οι επικριτές, αντίθετα, βλέπουν ένα κλασικό παράδειγμα εξευγενισμού (gentrification), όπου η κοινωνική κατοικία περιορίζεται σταδιακά προς όφελος της ιδιωτικής αγοράς.
Το Mjølnerparken έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από μια συνοικία της Κοπεγχάγης. Είναι ένα πεδίο σύγκρουσης δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την κοινωνική ένταξη. Από τη μία, η πεποίθηση ότι η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μπορεί να λύσει χρόνια κοινωνικά προβλήματα. Από την άλλη, η άποψη ότι οι κοινότητες δεν θεραπεύονται με κατεδαφίσεις και μετακινήσεις κατοίκων, αλλά με επενδύσεις στην εκπαίδευση, την εργασία και τη συμμετοχή.
Η τελική ετυμηγορία των δικαστηρίων θα κρίνει στο τέλος την τύχη του νόμου. Οι κάτοικοι και οι ακτιβιστές όμως προσπαθούν να θέσουν επιτακτικά στην κοινωνία και τις αρχές το ερώτημα: όταν μια γειτονιά χαρακτηρίζεται επίσημα «γκέτο», ποιος αποφασίζει τελικά ποιοι ανήκουν στην κοινωνία και ποιοι όχι; Ποιος αποφασίζει ποιοι αποτελούν τον κοινωνικό ιστό και ποιοι περιθωριοποιούνται;
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


