Η νέα φάση της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν δεν συνοδεύεται από ένα ξεκάθαρο σχέδιο εξόδου, υπογραμμίζει το CNN σε ειδκό άρθρο του.
Παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς και την αυξανόμενη στρατιωτική πίεση, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εξηγήσει ποιος είναι ο τελικός της στόχος, ούτε πώς σκοπεύει να τον πετύχει.
Αντίθετα, η αναζωπύρωση των συγκρούσεων, οι νέες απώλειες Αμερικανών στρατιωτών και η επιμονή της Τεχεράνης να διατηρεί τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ εντείνουν την αβεβαιότητα, προκαλώντας ανησυχία τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη διεθνή κοινότητα.
Η στρατηγική του Τραμπ παραμένει ασαφής
Η επιστροφή σε σχεδόν πλήρους κλίμακας αεροπορικές επιχειρήσεις, μετά από εννέα συνεχόμενες νύχτες αμερικανικών επιδρομών, συνοδεύεται από περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.
Ο Λευκός Οίκος δεν έχει διευκρινίσει αν οι νέες επιθέσεις αποσκοπούν αποκλειστικά στην εξουδετέρωση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ ή αν αποτελούν το πρώτο βήμα για μια πολύ ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία, η οποία ενδεχομένως να περιλαμβάνει ακόμη και χερσαίες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, παραμένει άγνωστο αν ο Αμερικανός πρόεδρος είναι πλέον διατεθειμένος να επεκτείνει τα πλήγματα και σε μη στρατιωτικές υποδομές, προκειμένου να αυξήσει την πίεση στην ήδη επιβαρυμένη οικονομία του Ιράν.
Το μεγάλο διακύβευμα είναι τα Στενά του Ορμούζ
Στην καρδιά της σύγκρουσης βρίσκεται πλέον ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, η ναυσιπλοΐα στην περιοχή πραγματοποιούνταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
Σήμερα, όμως, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να στερήσει από την Τεχεράνη τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το στρατηγικό πέρασμα ως μοχλό πίεσης προς τη διεθνή οικονομία.
Εάν οι ΗΠΑ δεν καταφέρουν να αποκαταστήσουν την ελεύθερη και ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή στρατηγική αποτυχία για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι διαθέσιμες επιλογές εμφανίζονται περιορισμένες, ιδιαίτερα όσο το νέο ιρανικό καθεστώς δείχνει διατεθειμένο να συνεχίσει τη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρές δυνατότητες
Παρά τις εβδομάδες αμερικανικών βομβαρδισμών, η Τεχεράνη συνεχίζει να αποδεικνύει ότι διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Η ιρανική επίθεση στην Ιορδανία, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ένας ακόμη αγνοείται, επιβεβαίωσε ότι η χώρα εξακολουθεί να μπορεί να πλήττει αμερικανικούς στόχους σε μεγάλη απόσταση από τα σύνορά της.
Την ίδια στιγμή, το Ιράν κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι βομβάρδισαν υπό κατασκευή πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, προειδοποιώντας ότι θα υπάρξει ανάλογη απάντηση, ενώ το Ισραήλ ξεκαθάρισε πως είναι έτοιμο να επανεκκινήσει άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εφόσον δεχθεί επίθεση.
Οι αμερικανικές απώλειες αυξάνουν την πίεση
Αν και οι ανθρώπινες απώλειες των ΗΠΑ παραμένουν πολύ μικρότερες σε σύγκριση με τους πολέμους στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, κάθε νέο περιστατικό αυξάνει την πίεση προς την κυβέρνηση να εξηγήσει γιατί η συνέχιση της σύγκρουσης δικαιολογεί το κόστος.
Την Παρασκευή δύο Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν σε ιρανικό πλήγμα κατά αμερικανικής βάσης στην Ιορδανία, ενώ ένας ακόμη αγνοείται.
Το Σάββατο προστέθηκε ακόμη μία απώλεια, όταν στρατιώτης σκοτώθηκε στο βόρειο Ιράκ κατά τη διάρκεια ελεγχόμενης εξουδετέρωσης μη εκραγέντων πυρομαχικών από καταρριφθέν ιρανικό drone.
Με τα νέα περιστατικά, ο συνολικός αριθμός των Αμερικανών στρατιωτικών που έχουν χάσει τη ζωή τους στον πόλεμο ανέρχεται πλέον στους 17, ενώ ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων στο Ιράν εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερος, στις πολλές χιλιάδες, χωρίς να μπορεί να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.

Η εξήγηση της κυβέρνησης
Η πιο ξεκάθαρη δημόσια τοποθέτηση της αμερικανικής κυβέρνησης προήλθε από τον υπουργό Ενέργειας, Κρις Ράιτ.
Μιλώντας στο ABC, υποστήριξε ότι ο βασικός στόχος του προέδρου Τραμπ παραμένει η αποδυνάμωση της δυνατότητας του Ιράν να απειλεί το παγκόσμιο εμπόριο μέσω των Στενών του Ορμούζ και η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων.
Παράλληλα, αμφισβήτησε δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η ναυσιπλοΐα στην περιοχή έχει σχεδόν παραλύσει.
Ωστόσο, στοιχεία της πλατφόρμας MarineTraffic δείχνουν ότι στις 16 Ιουλίου μόλις οκτώ πλοία διέσχισαν τα Στενά του Ορμούζ, όταν πριν από τον πόλεμο ο ημερήσιος μέσος όρος έφθανε περίπου τα 116 πλοία.
Διχασμός στην Ουάσιγκτον
Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση προκαλεί έντονες πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μάικλ Μακόλ υποστήριξε ότι ο αμερικανικός στρατός είχε αποκτήσει το πάνω χέρι πριν από την εκεχειρία και ότι πλέον ο βασικός στόχος είναι η καταστροφή των ιρανικών εκτοξευτών πυραύλων και των drones που απειλούν τη ναυσιπλοΐα.
Από την άλλη πλευρά, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ επέκρινε ευθέως την απόφαση της κυβέρνησης, χαρακτηρίζοντας τη σύγκρουση «πόλεμο επιλογής».
Μάλιστα, υποστήριξε ότι, βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του το Κογκρέσο, δεν υπήρχε άμεση απειλή από το Ιράν που να δικαιολογεί την έναρξη των επιχειρήσεων.
Ένας πόλεμος χωρίς ορατή έξοδο
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον παραμένει η απουσία μιας ρεαλιστικής στρατηγικής τερματισμού της σύγκρουσης.
Τα συνεχή πλήγματα σε ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές μπορεί να περιορίσουν προσωρινά τις δυνατότητες της Τεχεράνης.
Ωστόσο, στην εποχή των drones και των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ακόμη και περιορισμένες επιθετικές δυνατότητες αρκούν για να κρατούν τα εμπορικά πλοία μακριά από τα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, η ενδεχόμενη πολιτική πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ για αποχώρηση από τη σύγκρουση δεν λύνει το πρόβλημα, καθώς θα άφηνε την παγκόσμια οικονομία εκτεθειμένη σε μια διαρκή απειλή, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις μέσω της διπλωματίας.
Ο πρώην ανώτατος διοικητής του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, ναύαρχος ε.α. Τζέιμς Σταυρίδης, εκτιμά ότι καμία από τις διαθέσιμες επιλογές δεν είναι πραγματικά καλή για την Ουάσιγκτον.
Όπως σημειώνει, το Ιράν μπορεί να μην διαθέτει τα μέσα μιας υπερδύναμης, ωστόσο αξιοποιεί αποτελεσματικά όσα έχει στη διάθεσή του, ακολουθώντας στρατηγικές που θυμίζουν το Βόρειο Βιετνάμ ή τους Ταλιμπάν: να αυξάνει σταδιακά το κόστος του πολέμου, ελπίζοντας ότι τελικά οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν πως η συνέχισή του δεν αξίζει το τίμημα.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


