Σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ολοένα πιο δύσκολες αποφάσεις, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και οι διπλωματικές προσπάθειες παραμένουν σε αδιέξοδο.

Ads

Σε ανάλυσή του, το CNN εξετάζει το στενό πλαίσιο επιλογών που αντιμετωπίζει ο Αμερικανός πρόεδρος, το αυξανόμενο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ και τα πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα της σύγκρουσης.

Ads

Η κυβέρνηση Τραμπ εξήγησε την Κυριακή (26/7) ότι η παύση των αεροπορικών επιδρομών — πλέον στην τρίτη της νύχτα, έπειτα από 13 συνεχόμενες νύχτες επιθέσεων — είχε στόχο να δημιουργήσει χώρο για τη διπλωματία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν «έτοιμες και οπλισμένες» («locked and loaded») για μια νέα πιθανή κλιμάκωση.

Ads

Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας. Το Ιράν ανακοίνωσε ότι φιλοξένησε τις τελευταίες ημέρες συνομιλίες με το Ομάν σε επίπεδο αναπληρωτών υπουργών Εξωτερικών. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει στο βασικό της αίτημα, το οποίο προκάλεσε και τη νέα ένταση με τις Ηνωμένες Πολιτείες: την επιμονή της να ελέγχει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Ads

Ο Τραμπ βρίσκεται ξανά σε μια γνώριμη θέση. Επιχείρησε να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις μέσω της εντατικοποίησης των επιθέσεων. Όμως αυτή η στρατηγική δεν αποδίδει καλύτερα τώρα απ’ ό,τι μετά τον πρώτο γύρο των συγκρούσεων.

Θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση αναπτύσσοντας χερσαίες δυνάμεις, αξιοποιώντας τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή θα ενείχε τον κίνδυνο σημαντικών αμερικανικών απωλειών σε έναν πόλεμο που είναι ήδη βαθιά αντιδημοφιλής.

Η πολιτική πίεση αυξάνεται

Ταυτόχρονα, η πολιτική πίεση εντείνεται. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου την περασμένη εβδομάδα αυξάνει την πιθανότητα νέων ανατιμήσεων στα καύσιμα και ενισχύει την ανησυχία της πλειονότητας των Αμερικανών, οι οποίοι αντιτίθενται στον πόλεμο — αν και το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για το αργό πετρέλαιο, υποχώρησε περισσότερο από 5% την Κυριακή.

Παράλληλα, οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης, που υποστηρίζονται από το Ιράν, απειλούν πλέον και την εναλλακτική θαλάσσια διαδρομή μεταφοράς πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Τα παγκόσμια αποθέματα αργού πετρελαίου πλησιάζουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, εντείνοντας τους φόβους για επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης.

Όλα αυτά εξελίσσονται ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στις οποίες οι Ρεπουμπλικάνοι του Τραμπ αναμένεται να δώσουν δύσκολη μάχη.

«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό»

Όπως συμβαίνει εδώ και εβδομάδες, καμία από τις επιλογές του Τραμπ δεν φαίνεται ελκυστική.

Αυτό ίσως εξηγεί και τις αντιφατικές δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα, όταν εναλλασσόταν ανάμεσα σε απειλές για συντριπτική στρατιωτική ισχύ και ισχυρισμούς ότι το Ιράν εκλιπαρούσε για διαπραγματεύσεις. Δεδομένης της αποτυχίας να αλλάξουν οι γεωπολιτικές ισορροπίες του πολέμου, αυτή η ρητορική μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στο αμερικανικό εσωτερικό ακροατήριο παρά στην Τεχεράνη.

Ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη να υλοποιήσει τις σκληρές απειλές του, έπειτα από τη διεύρυνση των στόχων των πρόσφατων επιθέσεων μέσα στο Ιράν. Θα μπορούσε να επιχειρήσει να στραγγαλίσει περαιτέρω την ιρανική οικονομία πλήττοντας τις μεταφορικές υποδομές και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Μια τέτοια στρατηγική, όμως, θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερη ταλαιπωρία στους Ιρανούς πολίτες, τους οποίους ο ίδιος ο Τραμπ είχε δηλώσει στην αρχή του πολέμου ότι επιθυμούσε να προστατεύσει. Επιπλέον, ακόμη και στελέχη του στενού του κύκλου θεωρούν ότι κάτι τέτοιο δύσκολα θα άλλαζε τη στάση της ηγεσίας της Τεχεράνης.

Οι δημοσιογράφοι του CNN Ζάκαρι Κόεν και Τζιμ Σιούτο μετέδωσαν ότι ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, εξέφρασαν ανησυχίες για ενδεχόμενη περαιτέρω κλιμάκωση κατά τη διάρκεια σύσκεψης στον Λευκό Οίκο την Παρασκευή.

Σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τις συζητήσεις και Αμερικανό αξιωματούχο, ο Κέιν ανησυχούσε για τις επιπτώσεις στα αποθέματα πυρομαχικών. Παράλληλα, το CNN είχε αποκαλύψει την προηγούμενη εβδομάδα ότι τόσο η CIA όσο και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου εκτιμούν πως οι βομβαρδισμοί που πραγματοποίησαν πρόσφατα οι ΗΠΑ είναι απίθανο να μεταβάλουν τη διαπραγματευτική στάση του Ιράν.

Μία ακόμη επιλογή θα ήταν η επέκταση του οικονομικού αποκλεισμού στα ιρανικά πλοία και λιμάνια, με στόχο να περιοριστούν οι οικονομικοί πόροι της ιρανικής κυβέρνησης και τα έσοδα που χρηματοδοτούν τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.

Το μειονέκτημα είναι ότι μια τέτοια στρατηγική θα απαιτούσε εβδομάδες ή και μήνες για να αποδώσει, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα άλλαζε τη στάση της Τεχεράνης. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν ο Τραμπ διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική υπομονή ή τον απαραίτητο εσωτερικό πολιτικό χώρο για να ακολουθήσει μια τόσο μακρόχρονη πορεία.

Το Ιράν, από την πλευρά του, πιθανότατα θα απαντούσε επαναλαμβάνοντας επιθέσεις εναντίον εμπορικών δεξαμενόπλοιων στα Στενά του Ορμούζ, εντείνοντας έτσι τις επιπτώσεις του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία και την πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Μια τρίτη επιλογή θα ήταν η προσπάθεια αναβίωσης του μνημονίου κατανόησης που είχε οδηγήσει σε μια βραχύβια κατάπαυση του πυρός.

Ωστόσο, η Τεχεράνη δύσκολα θα συμφωνούσε αν δεν εξασφάλιζε αυτό που θεωρούσε ότι προέβλεπε εξαρχής το μνημόνιο: το δικαίωμα να ρυθμίζει και να αποκομίζει έσοδα από τη διέλευση πλοίων στα Στενά.

Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς πριν από τον πόλεμο η κρίσιμη αυτή θαλάσσια οδός ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, ο Τραμπ θα δεχόταν σφοδρή κριτική από τα πιο επιθετικά στελέχη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, εάν εμφανιζόταν να προσφέρει στην Τεχεράνη ακόμη ευνοϊκότερους όρους από εκείνους του αρχικού μνημονίου, το οποίο προέβλεπε προοπτική άρσης κυρώσεων και δημιουργία περιφερειακού ταμείου ανασυγκρότησης.

Όλοι φαίνεται να αναζητούν μια νέα προσέγγιση που μέχρι στιγμής παραμένει άπιαστη.

Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι δήλωσε, για παράδειγμα, στην εκπομπή «State of the Union» του CNN ότι ο Τραμπ θα έπρεπε να ξεκινήσει έναν «εθνικό διάλογο, όπου ο πρόεδρος θα απευθυνθεί στον αμερικανικό λαό, στο Κογκρέσο και το Κογκρέσο θα συμβάλει στη λήψη μιας δύσκολης απόφασης. Υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος μπροστά;».

Μιλώντας στη δημοσιογράφο Ντάνα Μπας, εξέφρασε την ελπίδα να βρεθεί μια λύση που δεν θα επιτρέπει στο Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και δεν θα υποχρεώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να δαπανήσουν «δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει αποδώσει αποτελέσματα».

«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό», είπε χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, είναι ενδεικτικό του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται ο Τραμπ ότι, έπειτα από πέντε μήνες πολέμου, κανείς δεν έχει παρουσιάσει μια ρεαλιστική πρόταση για το πώς θα μπορούσε να είναι αυτό το «κάτι διαφορετικό».

Μπορεί ο Τραμπ να βρει διέξοδο;

Ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στον πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στον ΟΗΕ, Μάικ Γουόλτς, να εξηγήσει στα κυριακάτικα πολιτικά τηλεοπτικά προγράμματα τη μεταβαλλόμενη στρατηγική της κυβέρνησης και την προσπάθεια εξεύρεσης διεξόδου από τον πόλεμο.

Ο Γουόλτς υπογράμμισε την πρόσφατη ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, η οποία είχε ενισχύσει τις προσδοκίες ότι ο Τραμπ ίσως προχωρούσε σε περαιτέρω κλιμάκωση.

«Το καθεστώς πρέπει να πιστέψει τον πρόεδρο όταν λέει ότι είμαστε “έτοιμοι και οπλισμένοι” και ότι όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι», δήλωσε στην εκπομπή «Face the Nation» του CBS.

Στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC υποστήριξε ότι «το Ιράν είναι διπλωματικά απομονωμένο, οικονομικά απομονωμένο και στρατιωτικά αποδεκατισμένο».

«Δεν ήταν ποτέ τόσο αδύναμο και διαπραγματευόμαστε από θέση ισχύος», πρόσθεσε.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, αυτό μπορεί να ισχύει. Ωστόσο, η ασύμμετρη φύση της σύγκρουσης σημαίνει ότι, όσο το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ με drones και πυραύλους, εξακολουθεί να μπορεί να αυξάνει το παγκόσμιο κόστος του πολέμου.

Παράλληλα, η επιβίωση του αυταρχικού καθεστώτος, παρά τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, δημιουργεί την εικόνα ότι εξακολουθεί να αντιστέκεται απέναντι στην ισχυρότερη παγκόσμια δύναμη.

Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό πολιτικό βάρος για την κυβέρνηση Τραμπ.

Νέα δημοσκόπηση των CBS News και YouGov καταγράφει τις συνέπειες των αντιφατικών μηνυμάτων του προέδρου για τη σύγκρουση: μόλις το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι κατανοεί με σαφήνεια την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Μόνο το 40% θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν το πλεονέκτημα στη σύγκρουση, ενώ το 76% εκτιμά ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποδείχθηκε δυσκολότερος απ’ όσο ανέμενε η κυβέρνηση Τραμπ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Γουόλτς επέμεινε ότι ο βασικός στόχος του προέδρου — να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν — θα δικαιωθεί από την Ιστορία.

«Μερικές φορές αυτό αποδεικνύεται δυσκολότερο απ’ όσο είχε αρχικά σχεδιαστεί», δήλωσε στο NBC.

Εδώ και μήνες, ο Τραμπ προσπαθεί να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση χωρίς να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν ακόμη χερσαίο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, όπως εκείνους που είχε καταγγείλει προεκλογικά.

Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι ο πόλεμος ενδέχεται να μην μπορεί να κερδηθεί μέσα στα όρια που ο ίδιος έχει θέσει για την αμερικανική δράση. Και μια νέα κλιμάκωση ίσως απλώς τον οδηγήσει ξανά στο ίδιο δυσάρεστο δίλημμα, χωρίς να διαφαίνεται κάποιος προφανής δρόμος προς μια ειρηνευτική συμφωνία που θα ικανοποιεί τους στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών.