Σε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Νίκου Ανδρουλάκη εξελίχθηκε η συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με τους δύο πολιτικούς αρχηγούς να διασταυρώνουν τα ξίφη τους όχι μόνο για τις προτεινόμενες θεσμικές αλλαγές, αλλά και για την οικονομία, τις επόμενες εκλογές και τα ελληνοτουρκικά.

Ads

Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε ενόψει της δεύτερης ψηφοφορίας επί των αναθεωρητέων διατάξεων, μετά την πρώτη ψηφοφορία του Ιουλίου, κατά την οποία καμία από τις προτάσεις δεν συγκέντρωσε 180 ψήφους.

Ads

Μεταξύ των βασικών διατάξεων βρίσκονται τα άρθρα 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, 90 για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

Ads

Μητσοτάκης: «Η λογική του “όχι σε όλα” στρέφεται κατά του Συντάγματος»

Ο πρωθυπουργός άνοιξε την παρέμβασή του καλώντας τα κόμματα να επανεξετάσουν τη στάση τους μετά τον διάλογο που μεσολάβησε από την πρώτη ψηφοφορία, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία θα έπρεπε να αναζητεί τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις για τις αλλαγές που θα κληθεί να πραγματοποιήσει η επόμενη Βουλή.

Ads

«Αυτή η σημερινή δεύτερη συζήτηση και ψηφοφορία για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μας ζητά απλά να επαναλάβουμε τις αρχικές μας θέσεις. Καλεί όλα τα κόμματα να αναστοχαστούν τον διάλογο που μεσολάβησε επιδιώκοντας συγκλίσεις. Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι το πιο πιθανό ενδεχόμενο. Γιατί το ζητούμενο και αυτής της συνεδρίασης θα ήταν ποιες μεγάλες θεσμικές αλλαγές μπορεί να προωθήσει η επόμενη βουλή και με ποια πλειοψηφία», ανέφερε.

Στη συνέχεια έστρεψε τα πυρά του κυρίως προς το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι απορρίπτει ακόμη και αλλαγές με τις οποίες επί της αρχής συμφωνεί:

«Προτείναμε την αλλαγή 33 διατάξεων. Ποιο είναι το συμπέρασμα μετά την πρώτη ψηφοφορία; Την παντελώς αδιέξοδη τακτική συνολικά της αντιπολίτευσης. Καμία δεν συγκέντρωσε τις 180 ψήφους. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί ακόμα και δυνάμεις που στον πολιτικό τους λόγο αυτοπροσδιορίζονται ως τάχα υπεύθυνες, υποτάχθηκαν στο τυφλό όχι ή στο αμήχανο “ναι μεν αλλά”. Μιλώ για το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη που έφτασε στο σημείο να μην υπερψηφίζετε -κ. Ανδρουλάκη- τομές με τις οποίες συμφωνείτε μόνο και μόνο επειδή τις προτείνει η κυβέρνηση. Θα μπορούσαμε να είχαμε φέρει και πρόταση που εσείς φέρατε. Και πάλι θα φτάνατε στο σημείο να καταψηφίσετε δικές σας προτάσεις. Η λογική του “όχι σε όλα” στρέφεται ευθέως κατά του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος», τόνισε ο πρωθυπουργός.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε μάλιστα τη στάση της ΝΔ κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1999-2000, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, για να κατηγορήσει το ΠΑΣΟΚ ότι σήμερα ακολουθεί διαφορετική λογική.

«Κύριε Ανδρουλάκη καταστρατηγείτε το Σύνταγμα. Είναι ευθεία ομολογία ότι η ΝΔ θα κερδίσει και τις επόμενες εκλογές. Είναι όμως μια θέση η οποία είναι και αδιέξοδη και ανιστόρητη. Γιατί αν θυμηθούμε τη συνταγματική αναθεώρηση 1999-2000 θα διαπιστώσετε ότι τότε η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση φέρθηκε με μεγάλη υπευθυνότητα. Συζήτηση, διαβουλεύθηκε, συμφώνησε με αλλαγές στην πρώτη βουλή και στην αναθεωρητική βουλή. Αυτό που έκανε τότε η ΝΔ αναρωτιέμαι, εσείς γιατί δεν είσαστε σε θέση να το κάνετε σήμερα;», συνέχισε.

Η σύγκρουση για το άρθρο 86 και τα μη κρατικά πανεπιστήμια

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ειδικά στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, αλλά και στις προτάσεις για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την επιστολική ψήφο και την αξιολόγηση στο Δημόσιο.

«Αυτά τα δύο κόμματα τα οποία στο παρελθόν συνεργάστηκαν για να αποκρούσουν το φάσμα της χρεοκοπίας, σήμερα να μην συμφωνείτε ότι αυτή η χώρα να μην είναι σε θέση να κατοχυρώσει αντίβαρα σε τέτοιους κινδύνους. Κι όμως όλα αυτά τα καταψηφίζετε όπως και ένα ώριμο αίτημα που δεν είναι άλλο από την ουσιαστική αλλαγή του άρθρου 86, την κατάργηση της δυνατότητας να στήνονται κάθε λίγο κάλπες. Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία τύλιγαν με καχυποψία την πολιτική. Θα μπορούσαμε να τα λύσουμε τώρα ενώ εσείς επιλέγετε να τα παραπέμψετε στις καλένδες», είπε.

Και προειδοποίησε: «Όποιος ψηφίσει όχι ή παρών θα έχει ουσιαστικά στερήσει από την χώρα την ευκαιρία να βαδίσει πιο γρήγορα στο αύριο».

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ακόμη στην Τεχνητή Νοημοσύνη, σημειώνοντας: «Δεν συζητούμε καθόλου και δεν φαίνεται να έχουμε πλειοψηφία, για την τεχνητή νοημοσύνη ώστε να τίθεται πάντα στην υπηρεσία του ανθρώπου».

«ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ είστε δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»

Η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην οικονομία και στις εξαγγελίες της ΔΕΘ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιπαρέβαλε τις κυβερνητικές παρεμβάσεις με τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, τις οποίες χαρακτήρισε ακοστολόγητες.

«Μίλησα ρεαλιστικά για το σήμερα και το αύριο. Τι διαπιστώθηκε από την άλλη; Μια ανακύκλωση ακοστολόγητων και συχνά αντιφατικών υποσχέσεων με δύο όψεις. Τη δική σας κ. Ανδρουλάκη, και νέο ΕΚΑΣ, και 13ο μισθό, και 13η σύνταξη, και μείωση ΦΠΑ και μείωση κόκκινων δανείων. Δεν θα μπω στη λογική της κοστολόγησης. Οι πολίτες καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι αυτό που τους τάζει σήμερα μειώσεις φόρων και αυξήσεις δαπανών οδηγεί τη χώρα στη σίγουρη συνταγή της χρεοκοπίας. Υπήρξε και μία δεύτερη όψη, αυτή που παλιά λεγόταν αυταπάτη, επιστρέφει ως απάτη. ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ είστε δύο όψεις του ίδιου νομίσματος όσο και αν προσπαθείτε να διαφοροποιηθείτε. Επειδή κανείς δεν πιστεύει ότι θα κληθείτε να εφαρμόσετε αυτά που λέτε , σας αντιμετωπίζει με μειωμένη αξιοπιστία. Το δίλημμα ελπίδα ή περιπέτεια θα ισχύσει ακέραιο μέχρι τις επόμενες εκλογές», υπογράμμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Τελικά οδηγείτε και οι δύο τη χώρα στο ίδιο αδιέξοδο. Μικρή σημασία έχει αν οι πολέμιοι της ΝΔ θέλουν ή δεν θέλουν να συνεργαστούν μέσα σε ένα εφιαλτικό σενάριο ακυβερνησίας, να συμπλεύσουν πιθανώς με τα άκρα του λαϊκισμού. Η Ελλάδα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη από ομαλότητα. Ιδίως σε έναν τόσο ταραγμένο κόσμο όπου κάθε γεωπολιτική αλλαγή έχει συνέπειες», συνέχισε.


«Ο φετινός χειμώνας θα είναι δύσκολος»

Στην ομιλία του ο πρωθυπουργός συνέδεσε την πολιτική σταθερότητα με το διεθνές περιβάλλον, αναφερόμενος στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου, στους πολέμους και στις αναταράξεις στις αγορές.

«Στα όπλα ενός κράτους που θέλει να πλέει με ασφάλεια στα ταραγμένα νερά θα προσέθετα και τη θεσμική κανονικότητα. Γι’ αυτό διαψεύδονται και όσοι είχαν προβλέψει πρόωρες κάλπες. Για σκεφτείτε να ήμασταν τώρα σε προεκλογική περίοδο. Με το πετρέλαιο να έχει πάρει την ανιούσα, με δύο πολέμους σε εξέλιξη, την Ευρώπη σε αμηχανία και με μία πρωτοφανή κρίση στην αγορά ομολόγων με την Ελλάδα φάρο σταθερότητας. Δικαιώνει την απόφασή μας να ξεπληρώσουμε πιο γρήγορα το δημόσιο χρέος. Ο φετινός χειμώνας θα είναι δύσκολος. Αλλά δεν θα βάλω το κομματικό συμφέρον πάνω από το συμφέρον της πατρίδας. Οι εσωτερικές εξελίξεις να καθορίζονται σε συνθήκες ηρεμίας με τελικό κριτήριο τις ικανότητες του καθενός. Αυτή η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κάθε δυσκολίας», υπογράμμισε.

Κλείνοντας την πρωτολογία του, ανέφερε:

«Η ισχυρή Ελλάδα είναι πρώτα από όλα η Ελλάδα στην οποία θα αισθάνονται ισχυροί οι Ελληνίδες και οι Έλληνες. Η σημερινή διαδικασία στη Βουλή καθίσταται μία ύστατη δοκιμασία αξιοπιστίας και ευθύνης απέναντι στις μεγάλες θεσμικές αλλαγές τις οποίες όλοι έχουμε δεχθεί ότι είναι αναγκαίες. Έστω και αυτή την ώρα η αντιπολίτευση, κάθε βουλευτής θα μπορούσε να αναθεωρήσει κάποια στάση του. Ξέρω ότι δεν θα πιάσει τόπο η ευχή μου. Ωστόσο έκανα μια τελευταία προσπάθεια να εξηγήσω τα επιχειρήματά μου».


Ανδρουλάκης: «Επενδύετε στον φόβο και όχι στην ελπίδα»

Παίρνοντας τον λόγο αμέσως μετά τον πρωθυπουργό, ο Νίκος Ανδρουλάκης απέρριψε το δίλημμα «ελπίδα ή περιπέτεια» και αντέστρεψε την κυβερνητική επιχειρηματολογία, κατηγορώντας τη ΝΔ ότι επιχειρεί να καλλιεργήσει φόβο στην κοινωνία.

«Επενδύετε στο φόβο κι όχι στην ελπίδα. Θέλετε να τρομοκρατήσετε την κοινωνία να νοιώσει φόβο αλλά δεν θα σας περάσει. Η κοινωνία θα σας καταψηφίσει», ανέφερε ο κ. Ανδρουλάκης.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ακόμη ότι τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο Μάκης Βορίδης επιχείρησαν με τις παρεμβάσεις τους να δημιουργήσουν συγκεκριμένες πολιτικές εντυπώσεις. Αντέτεινε ότι το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένη οικονομική πρόταση, ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι για εκείνη «ελπίδα» σημαίνει καθήλωση των εισοδημάτων.


Η φράση «Μητσοτάκης ή Ερντογάν» άναψε νέα φωτιά

Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης, σχολιάζοντας πρόσφατες δηλώσεις του Γιώργου Φλωρίδη, υποστήριξε:

«Από το Μητσοτάκης ή Χάος πήγαμε στο Μητσοτάκης ή Ερντογάν».

Παράλληλα, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι, αντί να ζητήσει από τον υπουργό Δικαιοσύνης να ανακαλέσει, στράφηκε εναντίον του ΠΑΣΟΚ.

Η αναφορά προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη δευτερολογία του, με τον πρωθυπουργό να χαρακτηρίζει «εθνικά επικίνδυνη» την ερμηνεία ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιδιώκει ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις για εσωτερικό πολιτικό όφελος.

«Εάν ήσασταν τόσο σίγουρος κύριε Ανδρουλάκη ότι θα κερδίσετε τις εκλογές και με αυτοδυναμία, σήμερα θα υπερψηφίζατε τις αλλαγές για το άρθρο 86 τουλάχιστον, ώστε να το διαμορφώσετε όπως επιθυμείτε. Το 1999 η ΝΔ ως αντιπολίτευση ψήφισε 83 από τα προτεινόμενα 86 άρθρα. Είπατε κάτι το οποίο θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς και ως εθνικά επικίνδυνο. Είπατε ότι το δίλημμα είναι Μητσοτάκη ή Ερντογάν. Είναι Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Τσίπρας ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος. Μπορεί να σας ενοχλεί αλλά αυτό είναι το δίλημμα. Το γεγονός ότι εννοείτε ότι η κυβέρνηση επιλέγει να αυξήσει την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις για κομματικά οφέλη είναι εθνικά επικίνδυνη θεώρηση», τόνισε ο πρωθυπουργός.

Και συνέχισε: «Αν αυτό πιστεύετε οφείλετε να το πείτε και να το δηλώσετε ξεκάθαρα».

Για να καταλήξει: «Παρακαλώ κύριε Ανδρουλάκη, μην μπλέκετε τα εξωτερικά ζητήματα στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Δείχνει βαθιά ανευθυνότητα. Θα σας ζητήσω να το ανακαλέσετε. Τέλος για τον κ. Φλωρίδη, μία ανθοδέσμη θα σας στείλει για την τζάμπα διαφήμιση», συμπλήρωσε ο πρωθυπουργός.

Η σημερινή διαδικασία αποτελεί τη δεύτερη ψηφοφορία της προτείνουσας Βουλής.

Οι πλειοψηφίες που θα συγκεντρώσει κάθε διάταξη καθορίζουν και τον πήχη που θα απαιτηθεί στην επόμενη, αναθεωρητική Βουλή – σύμφωνα με το άρθρο 110, όταν μια πρόταση συγκεντρώνει τουλάχιστον 151 αλλά λιγότερες από 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή, απαιτούνται τουλάχιστον 180 ψήφοι στην επόμενη για την τελική αναθεώρησή της.