Κυκλοφόρησε σήμερα το νέο βιβλίο του βουλευτή της Νέας Αριστεράς και πρώην υπουργού Ευκλείδη Τσακαλώτου «Μανιφέστο για μια βιώσιμη κοινωνία. Στάσιμες οικονομίες – ασταθής πολιτική» (Εκδόσεις Πόλις) και το tvxs παρουσιάζει σήμερα ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο «Τεχνολογία» στο οποίο περιγράφονται οι λόγοι που έχουμε να αισιοδοξούμε.

Ads

Τα τρία κεντρικά κεφάλαια του βιβλίου –Ανισότητες, Πράσινο και Τεχνολογία– σκιαγραφούν βασικούς πυλώνες μιας βιώσιμης κοινωνίας, σύμφωνα με τον συγγραφέα.

Ads

«Κοινός τόπος είναι ότι, αν θέλουμε να αποτρέψουμε την άνοδο της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, χρειαζόμαστε λύσεις στα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων προκειμένου να αφαιρέσουμε την καύσιμη ύλη αυτής της τάσης. Φτάνει αυτό; Το επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι δεν φτάνει. Οι άμεσες λύσεις στους χαμηλούς μισθούς ή στη στεγαστική κρίση χρειάζεται να συνδεθούν με ένα αφήγημα για βιώσιμες κοινωνίες, ώστε να ξαναβρεθεί το νήμα της προοδευτικής προοπτικής» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο.

Ads

«Παραδόξως, η κλιματική κρίση αναδεικνύει τους τρεις κύριους άξονες ενός νέου αφηγήματος – παραγωγή, αναδιανομή και δημοκρατία. Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται χωρίς αλλαγή του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου, ούτε χωρίς καταπολέμηση των ανισοτήτων.

Ads

Οι «συλλογικές λύσεις» δεν είναι άπιαστο όνειρο: αντίθετα, είναι απολύτως αναγκαίες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων. Πρέπει να εστιάσουμε και πάλι σε όλα αυτά που αφορούν όλους μας, σε όλα αυτά που πρέπει να γίνουν αντικείμενο συλλογικής επιθυμίας, συλλογικής βούλησης, συλλογικών αποφάσεων.

Τα τρία κεντρικά κεφάλαια του βιβλίου –Ανισότητες, Πράσινο και Τεχνολογία– σκιαγραφούν βασικούς πυλώνες μιας βιώσιμης κοινωνίας. Στο πρώτο κεφάλαιο– Ισχύς–, υποστηρίζεται ότι η πορεία εφαρμογής του αφηγήματος βασίζεται σε μια ριζική μεταστροφή ισχύος υπέρ του κόσμου της εργασίας και όχι μόνο. Στο τελευταίο –Εκπροσωπήσεις–, εξετάζεται η πολιτική της εκπροσώπησης μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είκοσι χρόνια μετά τις Αξίες και την Αξία της Αριστεράς, γράφω και πάλι ένα βιβλίο για την Αριστερά. Αυτή τη φορά, όχι σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, αλλά σε ένα πολύ ρευστό πλαίσιο με πολλούς κινδύνους. Υπάρχει η ίδια ελπίδα ότι οι αριστερές αξίες μπορούν να μετατραπούν σε εφαρμόσιμες πολιτικές για ένα βιώσιμο μέλλον· η ίδια αυτοπεποίθηση ότι τα επιχειρήματα -αν και, ίσως, όχι καθοριστικά- μπορούν να κάνουν τη διαφορά· η ίδια πεποίθηση ότι οι άνθρωποι, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να λύσουν συλλογικά τα προβλήματά τους.»

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Τεχνολογία»

Έχουμε λόγους να αισιοδοξούμε, κυρίως επειδή υπάρχει περιθώριο επιλογής όσον αφορά την κατεύθυνση της τεχνολογικής καινοτομίας. Η συμβιωτική σχέση ανθρώπων και μηχανών αποτελεί επίσης πηγή αισιοδοξίας. Ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν οι μηχανές θα μπορούν να σκέφτονται ή να αναπτύξουν ανθρώπινη συνείδηση. Για ορισμένους στοχαστές, οι μηχανές θα είναι τελικά σε θέση να αναπαραγάγουν την ανθρώπινη συνείδηση, δεδομένου ότι ο ανθρώπινος νους δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια πολύ αποτελεσματική μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών.

Έτσι, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, οι μηχανές θα μπορέσουν εντέλει να μιμηθούν τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Παραμένω σκεπτικιστής, κυρίως επειδή νομίζω ότι αυτές οι απόψεις προσπερνούν πολύ εύκολα τον διαχωρισμό ανάμεσα στη σύνταξη και το νόημα. Οι αλγόριθμοι AI επεξεργάζονται ένα σύνολο εντολών με περίπλοκους κανόνες για τον τρόπο σύνδεσης των δεδομένων.

Πρόκειται για μια λειτουργία σύνταξης. Ενώ το ανθρώπινο μυαλό λειτουργεί τόσο με τη σύνταξη όσο και με το νόημα. Οι άνθρωποι διαθέτουν μια αντίληψη, έστω και ανεπαρκή, για τον κόσμο, και αναρωτιούνται τι σημαίνουν τα ευρήματά τους για τον εαυτό τους και τους άλλους. Με τον ίδιο τρόπο, οι επιστήμονες δεν αναζητούν απλώς συσχετισμούς στα δεδομένα, αλλά αναζητούν ουσιαστικές σχέσεις και ερμηνεύουν τα ευρήματά τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εξελίξεις στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να αποδειχτούν επικίνδυνες – οι μηχανές μπορεί να γίνουν και «ηλίθιες» και επικίνδυνες. Και για δύο πρόσθετους λόγους.

Ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε καινοτομία δυσχεραίνει την πρόσβασή μας στο «μαύρο κουτί» της υπάρχουσας τεχνολογίας, δηλαδή στο πώς ακριβώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι· ο φόβος είναι, λοιπόν, μήπως ενισχυθεί περαιτέρω η τάση να αναθέτουμε, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου, σε ειδικούς αυτή την κατανόηση, υιοθετώντας έτσι ένα είδος τεχνοκρατισμού.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια ενεργοβόρα τεχνολογία η οποία προωθεί την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων και υπολογιστικών συστημάτων που καταναλώνουν τεράστια ποσά ηλεκτρικής ενέργειας, νερού για ψύξη, κλπ.

Από την άλλη, η ορθή κατανόηση του τι στ’ αλήθεια είναι οι μηχανές θα λειτουργούσε ως βάση για τη συμβιωτική τους σχέση με τους ανθρώπους. Υπάρχει ένα όριο στην κωδικοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, το οποίο μας παρακινεί να επενδύουμε σε τεχνολογίες που ενισχύουν την ανθρώπινη τοπική και άρρητη γνώση, καθώς και τις γνωστικές, ερμηνευτικές και κοινωνικές μας δεξιότητες. Ποτέ δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, αν δεν ξέρεις πού θέλεις να πας. Και, από τη σκοπιά αυτού του βιβλίου, η ανάπτυξη της τεχνολογίας πρέπει να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ανισότητας, της κλιματικής κρίσης και της κρίσης της δημοκρατίας.

(…………)

Η κατεύθυνση της τεχνολογίας, επομένως, πρέπει να είναι τέτοια ώστε να διατηρεί και να καλλιεργεί την τοπική γνώση και τις δεξιότητες των εργαζομένων. Αυτό συνεπάγεται μια επιλογή όσον αφορά τους τομείς όπου θα γίνει η επένδυση. Οι Big Tech και οι πλατφόρμες δίνουν έμφαση στη δημιουργία νέων αναγκών, και σχεδιάζουν σε παγκόσμια κλίμακα για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στις τεχνολογικές καινοτομίες και τη μονοπωλιακή τους θέση στα δεδομένα και τους αλγορίθμους. Ένα αναπτυξιακό κράτος, όμως, θα μπορούσε επίσης να θέσει προτεραιότητες, να προωθήσει αποστολές και να τις φέρει εις πέρας, όπως περιγράψαμε στο προηγούμενο δοκίμιο.

Ας δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα: φεμινίστριες όπως η Lynne Segal και η Catherine Rottenberg, μέλη της Care Collective, προβάλλουν την ανάγκη να ληφθεί σοβαρά υπόψη η οικονομία της φροντίδας. Η φροντίδα αποτελεί κρίσιμο πεδίο κάθε οικονομίας, και σε πολλούς τομείς, είτε στη νοσηλευτική είτε στη φροντίδα των ηλικιωμένων στο σπίτι, αναλαμβάνεται κυρίως από γυναίκες. Αμείβεται, φυσικά, φτωχά. Η επένδυση σε τέτοιους τομείς, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή κερδοφορία, αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό κάθε εναλλακτικής λύσης.

Το σύνηθες αντεπιχείρημα είναι ότι μια τέτοια επένδυση θα κόστιζε πολύ. Αλλά έχουμε ήδη μιλήσει για τις ψευδοεξοικονομήσεις της νεοφιλελεύθερης εποχής. Η μη επένδυση στην προληπτική ιατρική ή η περικοπή των υπηρεσιών υγείας απλώς μετατοπίζει το κόστος στο μέλλον, καθώς η νοσοκομειακή περίθαλψη είναι απαραίτητη όταν κανείς αρρωσταίνει πιο σοβαρά.

Πολλοί άνθρωποι σε παραγωγική ηλικία αναγκάζονται, επίσης, να εγκαταλείψουν την αγορά εργασίας για να φροντίσουν άρρωστους ή ηλικιωμένους συγγενείς. Αυτό αντιπροσωπεύει ένα πραγματικό κόστος για την οικονομία, πέρα βέβαια από την ψυχολογική επιβάρυνση για τα εμπλεκόμενα άτομα. Χρειαζόμαστε, επομένως, μια συλλογική απόφαση ότι πρέπει να γίνουν μεγάλες επενδύσεις σε αυτό τον τομέα, όπου η τεχνολογία θα συνδυάζεται με τις γνώσεις και τις δεξιότητες των εργαζομένων. Είναι επίσης μια σημαντική ευκαιρία να επανανακαλύψουμε εκ νέου την αξιοπρέπεια όλων των τύπων εργασίας, πράγμα που, σύμφωνα με τον Sandel, είναι το κλειδί για την αντιμετώπιση της ανισότητας.