Η «οικία Κοκοβίκου» στην Πλάκα, το σπίτι από την ταινία του ελληνικού κινηματογράφου «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» πρόκειται να αποκατασταθεί και να μετατραπεί σε πολιτιστικό χώρο που θα προβάλλονται ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού τη Δευτέρα (25/8).

Ads

Σε δήλωση της η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη αναφέρει ότι «το Υπουργείο Πολιτισμού, στο πλαίσιο του σχεδιασμού και της υλοποίησης ενός συνολικού προγράμματος προστασίας και ανάδειξης κτηρίων -ιδιοκτησίας του Δημοσίου- στην Πλάκα, της γειτονιάς που έχει συνδεθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, με τον χαρακτήρα του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, προχωρά στην αποκατάσταση της “οικίας Κοκοβίκου” -όπως επικράτησε να λέγεται το κινηματογραφικό σπίτι του Αντωνάκη και της Ελενίτσας, από την ελληνική ταινία “Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα”- και τη μετατροπή της σε πολιτιστικό χώρο, προβολής ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου».

Ads
Το κτήριο επί της οδού Τριπόδων το 1971 και το 2025

 

Ads

Επιπλέον, προσθέτει στη δήλωση της πως «η διάσωση, η αποκατάσταση και η επανάχρηση ενός κτηρίου-μνημείου, από τα ελάχιστα πλέον σωζόμενα “αθηναϊκά σπίτια” συμβάλλει στην ένταξή του στη σύγχρονη ζωή, ανασυγκροτεί την ιστορική εικόνα του με την ανασύσταση του βασικού συνοδού κτίσματος, μεγάλου μέρους της αυλής σε επαφή με το κτήριο και στην αποκατάσταση του μετώπου του οικοπέδου, με πολλαπλό όφελος για το ανάπτυγμα της οδού και τον ιστορικό τόπο της Πλάκας».

Ads
Η εικόνα του κτηρίου επί εποχή Όθωνος

 

Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού σχετικά: «Το κτήριο, συνολικής επιφανείας 266 τ.μ., είναι τριώροφο με ξύλινο συνεχές χαγιάτι, σε όλες τις στάθμες, ανταποκρινόμενο στα πρότυπα της πρώιμης οθωνικής περιόδου. Αποτελεί μέρος συγκροτήματος με άλλοτε συνοδά κτήρια και εσωτερική αυλή, τυπολογία που επικράτησε στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, στην Πλάκα. Η παρουσία του κυρίως κτηρίου μαζί με τα προσκτίσματά του, τεκμηριώνεται την περίοδο 1836-1837».

Επιπλέον, όπως προσθέτει στην ανακοίνωση το υπουργείο, το κτίριο «αποτελεί παλίμψηστο λόγω της παρουσίας σωζόμενων ορατών αρχαιοτήτων, σε στάθμη χαμηλότερη από το δάπεδο του ισογείου, τόσο εντός του κτηρίου στην κατώτερη στάθμη του, όσο και στον άλλοτε αύλειο χώρο. Έχει δεχτεί σειρά επεμβάσεων και τροποποιήσεων λόγω μεταλλαγής του αύλειου χώρου του (καθαιρέσεις συνοδών κτισμάτων και μανδρότοιχου), διενέργειας ανασκαφικής έρευνας σε ολόκληρο σχεδόν τον χώρο και στο εσωτερικό του κτηρίου, και συνολικής επισκευής».