Το πιο δύσκολο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών ετοιμάζεται να ζήσει ο ελληνικός τουρισμός, καθώς η πανδημία του κοροναϊού φαίνεται να έχει «παγώσει» σε μεγάλο βαθμό διεθνώς, όχι μόνο την κίνηση στην παρούσα φάση αλλά και τις προοπτικές της για το άμεσο μέλλον.

Ads

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι «συστάσεις» εκ μέρους πολλών κυβερνήσεων αλλά και μεγάλης μερίδας επιστημόνων προς τους Ευρωπαίους αφορούν -εκτός όλων των υπολοίπων -για αποφυγή των διακοπών για το φετινό καλοκαίρι.

Την κατάσταση αυτή φαίνεται πως αναγνωρίζουν πλήρως οι επαγγελματίες στον χώρο του τουρισμού, οι οποίοι εδώ και εβδομάδες έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο πλήρους κατάρρευσης των εσόδων. Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις και όσον αφορά στο μέλλον πολλών τουριστικών επιχειρήσεων, οι οποίες κινδυνεύουν με άμεσο λουκέτο, ενώ οι εργαζόμενοι στον κλάδο ζουν πλέον με τον διαρκή εφιάλτη της εργασιακής ανασφάλειας.

Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που η κυβέρνηση αρνείται -προς το παρόν τουλάχιστον- να απαντήσει στις αγωνιώδεις εκκλήσεις για άμεση στήριξη του κλάδου, είτε εκτιμώντας ότι «η χρονιά δεν έχει χαθεί» είτε αναμένοντας «εντυπωσιακή» ανάκαμψη το 2021.

Ads

Για να συμβεί όμως ακόμη κι αυτό (καθώς πολλοί είναι εκείνοι που δεν το θεωρούν δεδομένο), ο τουριστικός κλάδος θα πρέπει πρώτα να έχει καταφέρει να επιβιώσει από το φετινό «δύσκολο» καλοκαίρι…  

«Τα μεγάλα tour operating γραφεία μιλούν ήδη για το 2021»

«Όλα αυτά που ζητάμε έχουν έναν τίτλο: Επιβίωση. Επιβίωση όχι μόνο για εμάς αλλά για τον ελληνικό τουρισμό» επισημαίνει μιλώντας στο tvxs ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων Ελλάδας και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Τουριστικών Επιχειρήσεων της χώρας μας (FedHATTA), Λύσανδρος Τσιλίδης.

«Δεν υπάρχει περίπτωση δυστυχώς αυτή η χρονιά να καλυφθεί με κέρδη τουριστικά. Σαφώς πρώτοι απ’ όλους εμείς θέλουμε η δουλειά να αρχίσει να παράγεται στο μέτρο του δυνατού. Αυτή τη στιγμή όμως αυτό δεν είναι εφικτό» σημειώνει, παραθέτοντας τους βασικούς λόγους για τη συγκεκριμένη εκτίμησή του.

«Πρώτον, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν αεροπλάνα να πετάξουν. Τον Μάιο αναμένουμε κάποιες εταιρείες να αρχίσουν δειλά-δειλά να πετάνε και να ανακοινώσουν και το πρόγραμμά τους. Ήδη όμως για τον Μάιο πάλι οι μεγάλοι tour operators έχουν δηλώσει ότι δε θα εκτελέσουν αποστολές τουρισμού στη χώρα μας αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δε λένε δηλαδή ότι θα πάνε στην Τουρκία και δε θα έρθουν στην Ελλάδα. Δεν πάνε πουθενά. Αφού δεν πάνε πουθενά, δεν υπάρχει καμιά προσδοκία για τον επόμενο μήνα» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, ο κύριος Τσιλίδης αναφέρει: «Αν εμφανιστεί μια ενδεικτική κίνηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι “όλα πάνε προς τα πίσω”. Τώρα δηλαδή βγαίνει στην επιφάνεια ότι το δεύτερο δεκαπενθήμερο ή έστω το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου θα “δείξει τα δόντια του”. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να ξέρουμε αυτή τη στιγμή σε ποια ξενοδοχεία θα κοιμούνται οι πελάτες μας. Εμείς όμως δεν το ξέρουμε αυτό, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν ξενοδοχεία που να μας λένε “θα ανοίξουμε 20 Ιουνίου”. Δεν έχουν ανακοινώσει καθόλου αν θα ανοίξουν ενδεικτικά σε κάθε περιοχή, με κάποιο τρόπο. Αυτό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να τολμάμε τουλάχιστον να λέμε να έρθει κόσμος. Επιπλέον, δεν έχει βγει από την επιστημονική κοινότητα κάποιο πρωτόκολλο που να αφορά την ασφάλεια του πολίτη αναφορικά με τον κοροναϊό».

«Τι να το κάνω εγώ αν ακόμη και να θέλει να έρθει μια μεγάλη τουριστική εταιρεία στην Ελλάδα και δεν έχουμε ξενοδοχεία ή αν κινδυνεύουμε να πιάσουμε όλοι τον κοροναϊό πάλι απ’ την αρχή; Τα μηνύματα λοιπόν είναι αρνητικά» υπογραμμίζει ο κύριος Τσιλίδης, σημειώνοντας παράλληλα ότι άλλωστε «είναι τα  μεγάλα tour operating γραφεία, τα οποία διακινούν τον μαζικό -κυρίως τον ευρωπαϊκό- τουρισμό, είναι αυτά που λένε ότι αναβάλλουν τα ταξίδια για φέτος κι έχουν αρχίσει να μιλάνε για το 2021».

«Πολύ πιθανό να δούμε κλείσιμο πολλών ξενοδοχείων και τουριστικών γραφείων εφόσον δεν στηριχτούν»

Αναφορικά την εκτιμώμενη οικονομική ζημιά ο κύριος Τσιλίδης τονίζει: «Όταν θα έχουμε πτώση της τάξεως του 80% στις αφίξεις και τα έσοδα πάνω το 30 δισ. Ευρώ που υπήρχαν, αντιλαμβάνεστε ότι η απώλεια για όλους μας αλλά και το εθνικό ΑΕΠ είναι τεράστια. Δυστυχώς γυρνάμε πολύ πίσω σε δεδομένα που δεν είχαμε ξαναδεί. Μηδέν τουρισμό η Ελλάδα δεν είχε ούτε το 1952. Βρισκόμαστε πλέον με πολύ αρνητικό πρόσημο».

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει πάντως με αυτά τα δεδομένα έχει να κάνει με κατά πόσο οι παραπάνω εξελίξεις είναι πιθανό να οδηγήσουν σε κλείσιμο ξενοδοχειακών μονάδων, τουριστικών γραφείων και άλλων επιχειρήσεων που άπτονται του τουριστικού κλάδου.

«Είναι πάρα πολύ πιθανό» σημειώνει ο κύριος Τσιλίδης και συνεχίζει: «Και για αυτό το λόγο όταν βγήκε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου υπήρχε μεγάλη επιμονή από τα γραφεία μας αναφορικά με το voucher που προβλεπόταν για την επιστροφή των χρημάτων από αεροπορικές εταιρείες και ξενοδοχεία στους καταναλωτές. Εμείς ζητήσαμε λοιπόν αυτό το voucher να είναι εγγυημένο, είτε πρόκειται για ξενοδόχους είτε για αεροπορικές εταιρείες. Σε διαφορετική περίπτωση θα πάμε σε άσχημες καταστάσεις. ΄Ηδη χθες είχαμε την χρεοκοπία δυο ευρωπαϊκών εταιρειών low cost και νομίζω ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες». 

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι πολλά ξενοδοχεία ίσως να μην μπορέσουν να ανοίξουν καν, ακόμη και σε περίπτωση που αρθούν οι περιορισμοί.

«Με τα δεδομένα που δημιουργούνται εταιρείες χαμηλής κεφαλαιακής δύναμης δεν έχουν μέλλον. Εδώ μιλάμε για μεγάλα ξενοδοχεία-κολοσσούς, τα οποία αδυνατούν να ανοίξουν. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, κυρίως όμως στις χώρες, που είναι εποχικοί τουριστικοί προορισμοί» διευκρινίζει ο πρόεδρος του FedHATTA και συνεχίζει:

«Είναι αναγκαία η στήριξη, καθώς το 90% των ξενοδοχειακών μονάδων δεν ανήκει στις μεγάλες διεθνείς αλυσίδες, στις λεγόμενες blue chip -αν και ακόμη κι αυτές ζήτησαν να ενταχθούν στα μέτρα στήριξης. Όλα αυτά τα ξενοδοχεία πώς θα ζήσουνε που είναι οικογενειακές επιχειρήσεις με 30, 60 ή 80 δωμάτια; Οι περισσότεροι τουριστικοί προορισμοί στην Ελλάδα στηρίζονται σε τέτοιες οικογενειακές επιχειρήσεις. Και αυτό δυστυχώς δεν έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτό. Αυτές λοιπόν οι δεκάδες χιλιάδες οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν τους δικούς τους εργαζόμενους,  τα δικά τους χρέη».

Κρούει δε τον κώδωνα του κινδύνου, λέγοντας ότι «χιλιάδες δε θα έχουν έσοδα. Δεν υπάρχει δυνατότητα να καταβληθούν δανειακές και τραπεζικές υποχρεώσεις. Καλή ήταν η μείωση του 40% στα μισθώματα, αλλά δεν υπάρχει και χρήμα για να δώσει κανείς το 60%. Αυτά πρέπει να ανασταλούν όλα για ένα χρόνο. Όχι να καταργηθούν αλλά να ανασταλούν».

Καταλήγει δε επισημαίνοντας ότι  «ανάλογη στήριξη θα χρειαστούν και τα ταξιδιωτικά πρακτορεία, τα οποία αποτελούν στην πραγματικότητα τους “σπεσιαλίστες” που ήταν, είναι και θα συνεχίσουν να είναι οι στυλοβάτες του ελληνικού τουρισμού».