Ο δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής Πάνος Χαρίτος συμμετείχε στην εκδήλωση του tvxs «Ηθική και πολιτικός ρεαλισμός: Η σχέση Ελλάδας-Ισραήλ εν μέσω γενοκτονίας», που πραγματοποιήθηκε στην ΕΣΗΕΑ και μεταδόθηκε μέσω live streaming.

Ads

Παρακάτω δημοσιεύεται η αρχική ομιλία του. Στο βίντεο της εκδήλωσης που θα δείτε παρακάτω υπάρχει και η ανάλυσή του για το τοπίο που θα διαμορφωθεί μετά τις τριπλές εκλογές σε ΗΠΑ, Ισραήλ και Παλαιστίνη. Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Γιώργος Αϋφαντής (πρέσβης επί τιμή) και ο δημοσιογράφος Άρης Χατζηστεφάνου.

Ads

Παρέμβαση έκανε ο Γιώργος Σταθόπουλος (εμπνευστής της εκδήλωσης), ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Γενεύη. Μαζί με άλλους συναδέλφους από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, που συμμερίζονται την άποψη πως η κατάσταση στη Γάζα συνιστά προσβολή των κοινών ανθρώπινων αξιών μας και πως απειλεί τις θεμελιώδεις αρχές του ΟΗΕ, συμμετέχει σε δραστηριότητες που στοχεύουν στην προώθηση μιας οργανωσιακής κουλτούρας ευθυγραμμισμένης με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ads

Στην εκδήλωση, την οποία συντόνισε η Φωτεινή Λαμπρίδη, έκαναν επίσης παρέμβαση ο Αντώνης Φάρας (March to Gaza) και ο Δημήτρης Πλειώνης (BDS Greece – Boycott, Divestment, and Sanctions), το κίνημα που ζητά μποϊκοτάζ, απόσυρση επενδύσεων και κυρώσεις για το Ισραήλ.

Ads

Η ομιλία του Πάνου Χαρίτου

Ηθική και πολιτικός ρεαλισμός… Προβληματίστηκα αρκετά με τον τίτλο, όχι γιατί το ερώτημα δεν είναι υπαρκτό ή σωστό, αλλά γιατί δυσκολεύομαι να δω πώς μπορούν να συνυπάρξουν αυτές οι δύο έννοιες, αναλογιζόμενος την ιστορία και παρατηρώντας το διεθνές πολιτικό περιβάλλον.

Μπορείς να είσαι πολιτικά ορθός και να προασπίζεις τα εθνικά συμφέροντα και, ταυτόχρονα, ηθικά ακέραιος; Οι εξισώσεις αυτές είναι δύσκολες και, σε αρκετές περιπτώσεις, αδιέξοδες. Για τον λόγο αυτόν, φαντάζομαι, η πολιτική χρειάστηκε να εφεύρει τη διπλωματία, ώστε να μπορείς να ισορροπείς, να ανταπεξέρχεσαι στις δυσκολίες και να διαμορφώνεις τις σχέσεις εκ των προτέρων, δημιουργώντας ένα ευνοϊκό περιβάλλον που προβλέπει και αποτρέπει τις κακοτοπιές σε δεύτερο χρόνο.

Η αποψινή κουβέντα διεξάγεται με δεδομένη τη σχέση που έχει διαμορφώσει η Ελλάδα με το Ισραήλ τα τελευταία 17 χρόνια, αλλά κυρίως με τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης από το 2023 κι έπειτα, όπου είχαμε μια άνευ όρων υποστήριξη, ρητορική και έμπρακτη, απέναντι στο Ισραήλ και μια άνευ προηγουμένου, αδικαιολόγητη και αντιπαραγωγική, απομάκρυνση από μια εξισορροπημένη προσέγγιση του Παλαιστινιακού ζητήματος.

Μιλάω για την αδιαπραγμάτευτη και δημόσια στήριξη των ενεργειών του Ισραήλ, την αδιαφορία απέναντι στο δράμα των κατοίκων της Γάζας, τη σιωπή απέναντι στα εγκλήματα πολέμου που, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, έχει διαπράξει ο ισραηλινός στρατός, ή ακόμα και το γεγονός ότι ήμασταν η τελευταία χώρα που έστειλε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα το 2024, κι αυτό κατόπιν των αντιδράσεων σε επίπεδο κοινωνίας αλλά και του προβληματισμού των Μέσων Ενημέρωσης εκείνη την περίοδο.

Πάμε, όμως, να πιάσουμε το κουβάρι από την αρχή και να το ξεδιπλώσουμε ως προς τα ζητούμενα της πολιτικής αυτής. Τα κριτήρια για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι ποια;

Το εθνικό συμφέρον, μέσα από την παρακολούθηση και, αν είναι εφικτό, τη συνδιαμόρφωση των γεωπολιτικών δεδομένων υπό το πρίσμα και του Διεθνούς Δικαίου, χωρίς ωστόσο το τελευταίο να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση.

Αν το διεθνές δίκαιο αποτελούσε απαράβατο κανόνα άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, πιθανότατα δεν θα κάναμε αυτή την κουβέντα σήμερα. Πιθανότατα ο Αλ Σαράα δεν θα ήταν πρόεδρος της Συρίας που μπαινοβγαίνει στα Ηνωμένα Έθνη και η Delsy Rodriguez δεν θα ήταν η εν ενεργεία πρόεδρος της Βενεζουέλας, που θα ικανοποιεί κατά το δοκούν τις πετρελαϊκές ανάγκες που δημιουργεί για την Αμερική του Τραμπ ο πόλεμος στο Ιράν.

Πάνος Χαρίτος

Μπορεί, όμως, η Ελλάδα να αγνοήσει το Διεθνές Δίκαιο όταν η μισή Κύπρος κατέχεται από την Τουρκία και όταν αμφισβητούνται ο έλεγχος και τα κυρίαρχα δικαιώματά σου στο Αιγαίο και όχι μόνο εκεί; Η απάντηση σε αυτό είναι μονολεκτικά όχι.

Αν υποθέσουμε, όμως, ότι επιλέγουμε να κλείσουμε τα μάτια σε εγκλήματα πολέμου, γενοκτονίες κι εθνοκαθάρσεις, γιατί το αποτέλεσμα από αυτή την αβλεψία είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων, τι ακριβώς έχουμε αποκομίσει από αυτόν τον εναγκαλισμό και τι διασφαλίζουμε μελλοντικά στο γεωστρατηγικό περιβάλλον που διαμορφώνεται και που είναι υποσχόμενο και συνάμα χειροπιαστό;

Πέραν της συμφωνίας των 3,5 δισ. δολαρίων —που ελπίζω να έχουμε χρόνο να συζητήσουμε αργότερα, τα θετικά και τα αρνητικά της— δυσκολεύομαι να βρω κάτι πραγματικά επωφελές για τη χώρα μας.

Διπλωματικά, κρεμαστήκαμε στα μανταλάκια του ξένου Τύπου, γιατί σε μια χρονική στιγμή που το Ισραήλ είναι διπλωματικά απομονωμένο δεν διστάζουμε να συνυπογράψουμε μια συμφωνία με την κυβέρνηση ενός ανθρώπου για τον οποίο εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Από την άλλη, η Τουρκία, της οποίας τη δεινή θέση —στην οποία θεωρητικά είχε περιέλθει— περιέγραφαν μέχρι πριν από έναν χρόνο όλοι διπλωματικά, η Τουρκία που κρατούσε αποστάσεις κι έπαιζε με τις λέξεις με την Ουάσιγκτον, με τη Μόσχα, που κονταροχτυπιόταν με τη Γαλλία και τη Γερμανία και κρατούσε ρόλο θεατή στον πόλεμο με το Ιράν, βρίσκεται σήμερα με μια συμφωνία ουσίας που διαμορφώνει τη νέα τάξη πραγμάτων κι ένα ισχυρό σουνιτικό μπλοκ, όπου η Άγκυρα αναβαθμίζει τη θέση και τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή.

Η χρονική στιγμή της υπογραφής αυτής της συμφωνίας είναι επίσης αξιοπρόσεκτη, διότι το Ισραήλ βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο. Κι ενώ από τη μια βλέπεις ακόμα και τον Αμερικανό πρόεδρο να διατηρεί αποστάσεις από τον σημερινό πρωθυπουργό του Ισραήλ —όχι βεβαίως γιατί ο Νετανιάχου έχει υπερβεί κάθε όριο στην καταστρατήγηση του διεθνούς δικαίου, αλλά γιατί του χρεώνει την παραπληροφόρηση που έσυρε τον ίδιο στον πόλεμο με το Ιράν—, σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο ερχόμαστε εμείς, με μια συμφωνία που κάλλιστα μπορείς να την πεις και ψήφο εμπιστοσύνης.


Κι εδώ επανέρχομαι στον τίτλο της εκδήλωσης. Ηθική και πολιτικός ρεαλισμός.

Ο πολιτικός ρεαλισμός προφανώς αποτελεί το ζητούμενο και, σε ό,τι αφορά την επίτευξη του στόχου της συμμετοχής σε μια ισχυρή συμμαχία που θα λειτουργήσει ως αντίρροπο δέος απέναντι στις διαμορφούμενες συμμαχίες της Τουρκίας, διατηρώ αρκετές επιφυλάξεις.

Αν η αντιμετώπιση των αναθεωρητικών διεκδικήσεων της Τουρκίας επιδιώκεται μέσα από τη σύμπραξη με μια άλλη χώρα, η οποία λειτουργεί αποσταθεροποιητικά στην περιοχή για να εξυπηρετήσει τον δικό της αναθεωρητισμό, τότε, εκτός από την ηθική απώλεια, έχεις απομακρυνθεί κι από την ουσία των στόχων και των ζητουμένων που επιδίωκες, δίχως να έχεις λύσει κανένα από τα προβλήματά σου και δίχως να έχεις διασφαλίσει το παραμικρό.