Η δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτει ένα περίπλοκο δίκτυο «ξεπλύματος» χρημάτων μέσω στοιχηματικών εταιρειών, πολυτελών αγορών και ακόμη και εικονικών διαζυγίων, φέρνοντας στο φως συγκλονιστικά στοιχεία για τις μεθόδους και τα ποσά που διακινήθηκαν, την ώρα που 11 από τους συλληφθέντες για την υπόθεση πάντως αφέθηκαν ελεύθεροι μετά τις απολογίες τους.

Ads

Ο φερόμενος ως αρχηγός του κυκλώματος είχε αναλάβει τον εντοπισμό ανεκμετάλλευτων αγροτεμαχίων και βοσκότοπων σε όλη τη χώρα. Από εκεί, η οργάνωση υπέβαλλε ψευδείς δηλώσεις, εξασφαλίζοντας υπέρογκες επιδοτήσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Μετά την έγκριση των αιτήσεων, τα χρήματα κατατίθεντο σε λογαριασμούς μελών του κυκλώματος ή τρίτων που είχαν παραχωρήσει τη χρήση των λογαριασμών τους.

Ads

Ο 38χρονος αρχηγός συγκέντρωνε τα χρήματα σταδιακά, ζητώντας από τους συνεργούς του να του τα επιστρέφουν είτε μέσω ηλεκτρονικών μεταφορών είτε σε μετρητά, πολλές φορές μέσω αναλήψεων από ΑΤΜ.

Ads

Για να αποφευχθεί ο εντοπισμός των συναλλαγών, το κύκλωμα εφάρμοζε μια συγκεκριμένη πρακτική: τα ποσά «σπάζονταν» σε μικρότερες καταθέσεις (κάτω των 9.000 ευρώ) σε πολλούς λογαριασμούς, ώστε να μην ενεργοποιούνται τα τραπεζικά φίλτρα. Έπειτα, γίνονταν πολλαπλές μεταφορές μεταξύ λογαριασμών μελών, συγγενών και συνεργαζόμενων προσώπων, δημιουργώντας την εντύπωση άσχετων κινήσεων — τα λεγόμενα «δομημένα» εμβάσματα, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο.

Ads

Στη συνέχεια, τα κεφάλαια διοχετεύονταν σε φαινομενικά νόμιμες δαπάνες, με το μεγαλύτερο μέρος να «ξεπλένεται» μέσω στοιχηματικών εταιρειών. Σύμφωνα με τη δικογραφία, στους λογαριασμούς του αρχηγού εντοπίστηκαν πιστώσεις 3,49 εκατ. ευρώ από στοιχηματικές εταιρείες και χρεώσεις 3,11 εκατ. ευρώ προς αυτές.

Παράλληλα, ο ίδιος ξέπλενε χρήματα μέσω πολυτελούς τρόπου ζωής — με ταξίδια σε ΗΠΑ, Κωνσταντινούπολη και Ντουμπάι, όπου διέμενε σε ακριβά καταλύματα, καθώς και με αγορές επώνυμων ειδών από εταιρείες όπως Fendi, Prada και Gucci.


Το κύκλωμα είχε επίσης στήσει ένα δίκτυο εταιρειών-βιτρίνα, παρουσιάζοντας «νόμιμες» εμπορικές δραστηριότητες για να καλύπτει τις παράνομες ροές χρημάτων.

Για να αποκρύψουν την προέλευση των κεφαλαίων, χρησιμοποιούσαν συγγενικά ή συνδεδεμένα πρόσωπα. Ο αρχηγός, για παράδειγμα, περνούσε πληρωμές για πολυτελείς αγορές στην επαγγελματική έδρα της συζύγου του, καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να τις δικαιολογήσει. Σε άλλη περίπτωση, φέρεται να προχώρησαν ακόμη και σε εικονικό διαζύγιο, ώστε να αποφύγουν τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.

Μετά από όλα αυτά τα στάδια, τα χρήματα εμφανίζονταν πλέον ως «νόμιμα εισοδήματα» και χρησιμοποιούνταν για την αγορά οχημάτων, επενδύσεις σε ακίνητα, κοινές καταθέσεις ή κάλυψη καθημερινών εξόδων, όπως ενοίκια και ταξίδια. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα ποσά είχαν «εξαφανιστεί» λογιστικά, καθιστώντας αδύνατη τη σύνδεσή τους με τις ψευδείς επιδοτήσεις.