Αδιαφανείς και παράνομες διαδικασίες με απευθείας ανάθεση σε νεοσύστατη εταιρεία, του έργου της νέας οπτικής ταυτότητας της Εθνικής Πινακοθήκης, που πρόσφατα απασχόλησε τα ΜΜΕ λόγο της λαμπρής ξενάγησης για τα 200 χρόνια από το 1821, καταγγέλλει η Αιμιλία Κάντα, εκπρόσωπος της εταιρείας Something*. 

Ads

Ενώ προκρίθηκε στο διαγωνισμό η συγκεκριμένη εταιρεία, την ανάθεση πήρε στο τέλος η νεοσύστατη High Level Design! Πρόκειται για μια καταγγελία, που στηρίζεται σε έγγραφα και επομένως απαιτεί απάντηση και από τη διευθύντρια της Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, και από την ίδια την υπουργό Λίνα Μενδώνη.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα της κας Κάντα αλλά και το ρεπορτάζ του desinemag.gr, η Εθνική Πινακοθήκη επέλεξε οκτώ γραφιστικά γραφεία για την διενέργεια κλειστού διαγωνισμού, τα οποία είχαν την προθεσμία να καταθέσουν τους φακέλους τους έως τις 29 Μαϊου του 2020. Από τα οκτώ γραφεία, υποβάλλουν φακέλους μόνο τα τρία εκ των οποίων τα δύο απορρίπτονται (ανάμεσα τους και το γραφείο PEAK)  και προκρίνεται αυτό του γραφείου Somethink* με τη μορφή σύμπραξης.

Στη συνέχεια, οι γραφιστικές προτάσεις της Somethink*, απορρίπτονται με συνοπτικότατο τρόπο από μια καλλιτεχνική επιτροπή, της οποίας η κρίση και η σύσταση, δεν ανταποκρίνονταν στους όρους της διακήρυξης, όπως λέει η κα Κάντα παρακάτω και ο διαγωνισμός κηρύσσεται άγονος.

Ads

Το σχεδιασμό αναλαμβάνει με απευθείας ανάθεση (ύψους 50.000 ευρώ συν ΦΠΑ) η νεοσύστατη εταιρεία High Level Design, η οποία στήθηκε από εταίρους του γραφείου PEAK, o φάκελος του οποίου είχε απορριφθεί στην πρώτη φάση του διαγωνισμού!

«Ο σχεδιασμός νέας εταιρικής ταυτότητας ανατέθηκε στα ίδια πρόσωπα-συνεργάτες της Εθνικής Πινακοθήκης (ΕΠΜΑΣ)- που είχαν αποκλειστεί από τη διαγωνιστική διαδικασία στην οποία συμμετείχαμε (κατετέθη ανοιχτός ο φάκελος της οικονομικής προσφοράς). Η ανάθεση αυτή έγινε σε άλλη, νεοσύστατη εταιρεία στην οποία συμμετέχουν τα ίδια πρόσωπα!!! Όλες αυτές οι διαδικασίες, φυσικά, δεν συνάδουν ούτε με τη νομιμότητα, ούτε με τη διαφάνεια σε δημόσιους φορείς, και τέτοιες πρακτικές ακυρώνουν κάθε προσπάθεια που γίνεται για εκσυγχρονισμό του κράτους και αξιοκρατία στον δημόσιο βίο» γράφει η κα Κάντα στην επιστολή της.

image

Ολόκληρη η επιστολή

Πολλά και εύλογα είναι τα ερωτήματα των συναδέλφων που σχετίζονται με την ανάθεση του σχεδιασμού της οπτικής επικοινωνίας της Νέας Εθνικής Πινακοθήκης και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι οφείλουμε να αναφερθούμε πλέον δημόσια στα όσα γνωρίζουμε για τη συγκεκριμένη διαδικασία, έχοντας μέχρι τώρα διατηρήσει μία διακριτική και υπεύθυνη στάση, σεβόμενοι τις περιστάσεις, τη σημασία των εκδηλώσεων για την εθνική επέτειο και τον κεντρικό ρόλο της Πινακοθήκης σε αυτές, κινούμενοι αποκλειστικά σε θεσμικό επίπεδο.

Πέρσι τον Απρίλιο κληθήκαμε να συμμετάσχουμε σε Κλειστό Συνοπτικό Διαγωνισμό για την «Μελέτη Σήμανσης του Χώρου και Σχεδιασμό της Εταιρικής Ταυτότητας της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου», μαζί με 7 άλλα γραφεία. Αποφασίσαμε να κατέβουμε στον διαγωνισμό ως σύμπραξη γραφείων, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μία διαδικασία που απαιτούσε τεράστιο όγκο εγγράφων και δικαιολογητικών, που έπρεπε να συγκεντρωθούν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κάτι που απέτρεψε κάποια άλλα γραφεία που είχαν προσκληθεί, εξ όσων μπορούμε να γνωρίζουμε. Παράλληλα με το γραφειοκρατικό κομμάτι, αφοσιωθήκαμε αποκλειστικά στη δημιουργία της εταιρικής ταυτότητας και όλων των υπόλοιπων εφαρμογών που απαιτούσε η προκήρυξη. Μετά από ένα μήνα σκληρής δουλειάς αποκλειστικά για την υποβολή της πρότασης, και με κόστος στις τρέχουσες δουλειές των γραφείων μας εν μέσω μίας ιδιαίτερα δύσκολης περιόδου για όλους μας, καταθέσαμε έναν πληρέστατο φάκελο και δύο δημιουργικές προτάσεις, σχεδιαστικά άρτιες, εξαιρετικά λεπτομερείς και μελετημένες για την οπτική επικοινωνία της Εθνικής Πινακοθήκης.

Μετά από τα πρώτα στάδια του διαγωνισμού, ήμασταν οι μόνοι που απομείναμε στη διαδικασία και στη φάση της αξιολόγησης των προτάσεων. Όπως μάθαμε με έκπληξη στη συνέχεια, μετά το άνοιγμα των προτάσεών μας, αυτές τέθηκαν υπόψη μίας επιτροπής «αξιολόγησης καλλιτεχνικού περιεχομένου» και όχι της επιτροπής του διαγωνισμού που προβλέπεται από το νόμο. Η επιτροπή αυτή, με μία εντελώς συνοπτική αιτιολόγηση και αναφερόμενη μόνο στη δημιουργία λογοτύπου, αντί να κρίνει τις προτάσεις μας στο σύνολο των σημείων που απαιτούσε η διακήρυξη, εφαρμόζοντας κριτήρια μη προβλεπόμενα από τη διακήρυξη και χωρίς να κρίνει την αρτιότητά τους σύμφωνα με τους κανόνες της οπτικής επικοινωνίας, τις απέρριψε και κήρυξε άγονο τον διαγωνισμό, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το ΔΣ της ΕΠΜΑΣ.

Nα σημειωθεί δε, ότι επανειλημμένως και γραπτώς ζητήσαμε να δοθεί brief μέσω της διαγωνιστικής διαδικασίας, όπως και το να δοθεί η δυνατότητα στους διαγωνιζόμενους να παρουσιάσουν οι ίδιοι της προτάσεις τους με zoom λόγω της πανδημίας, αιτήματα που αγνοήθηκαν εν τέλει.

Επί της ουσίας, και επειδή αφορά καθαρά στη δουλειά μας, θα θέλαμε να σταθούμε και στο γεγονός ότι στην επιτροπή δεν περιλαμβανόταν κανένας ειδικός της οπτικής επικοινωνίας (άλλωστε παρουσιάζεται ως «καλλιτεχνική επιτροπή») και δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση με βάση τους κανόνες που διέπουν την οπτική επικοινωνία γενικώς και σχετικά με το εάν εξυπηρετείται η στρατηγική, οι ανάγκες και οι στόχοι του συγκεκριμένου branding. Είναι προφανές για εμάς ότι ένας ειδικός της οπτικής επικοινωνίας δεν θα συμφωνούσε με μία τόσο επιφανειακή και χωρίς τεκμηρίωση κρίση.

Ας σημειωθεί ότι δεν επρόκειτο για κάποιον «καλλιτεχνικό διαγωνισμό», αλλά για διαγωνισμό με κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα τιμή που θα αφορούσε σε μία πλήρη, σύμφωνα με τη διακήρυξη, πρόταση, ούτε υπήρχε κάποια πρόβλεψη για «καλλιτεχνικό περιεχόμενο» στη διακήρυξη. Σε κάθε περίπτωση, η ματαίωση μίας τέτοιας διαδικασίας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, και θα πρέπει η ματαίωση να είναι επιβεβλημένη για λόγους δημοσίου συμφέροντος, κάτι το οποίο δεν προέκυπτε από πουθενά.

Αντιληφθήκαμε αμέσως ότι αυτή η απόφαση δεν λάμβανε υπόψη σε καμία περίπτωση τον όγκο και την ποιότητα εργασίας που παρουσιάσαμε ως σύμπραξη γραφείων, αλλά και ότι ενδεχομένως η απόρριψή μας αυτή και η ματαίωση του διαγωνισμού ήταν καθαρά προσχηματικές, ώστε να καταλήξει σε απευθείας ανάθεση του αντικειμένου του.

Κατόπιν αυτών, απευθυνθήκαμε και στους νομικούς μας συμβούλους, οι οποίοι εντόπισαν μία σειρά από λόγους για τους οποίους έπασχε η συγκεκριμένη απόφαση (για λόγους ουσιαστικούς, όπως η εκ των υστέρων αναφορά σε κριτήρια που δεν περιελάμβανε η προκήρυξη, αλλά και λόγους μη τήρησης των προβλεπόμενων διαδικασιών από τη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις). Έτσι, προχωρήσαμε αρχικά σε ένσταση ενώπιον της ίδιας της αναθέτουσας αρχής, και μετά την απόρριψή της, χωρίς αιτιολογία, αποφασίσαμε να απευθυνθούμε στα αρμόδια δικαστήρια.

Μετά την παρουσίαση του νέου λογοτύπου της Εθνικής Πινακοθήκης, διαπιστώσαμε ότι, τελικώς και κατόπιν της ματαίωσης του διαγωνισμού, καθώς και των όσων ακούστηκαν στη συνέχεια ότι ο σχεδιασμός νέας εταιρικής ταυτότητας ανατέθηκε στα ίδια πρόσωπα-συνεργάτες της ΕΠΜΑΣ- που είχαν αποκλειστεί από τη διαγωνιστική διαδικασία στην οποία συμμετείχαμε (κατετέθη ανοιχτός ο φάκελος της οικονομικής προσφοράς). Η ανάθεση αυτή έγινε σε άλλη, νεοσύστατη εταιρεία στην οποία συμμετέχουν τα ίδια πρόσωπα!!!

Όλες αυτές οι διαδικασίες, φυσικά, δεν συνάδουν ούτε με τη νομιμότητα, ούτε με τη διαφάνεια σε δημόσιους φορείς, και τέτοιες πρακτικές ακυρώνουν κάθε προσπάθεια που γίνεται για εκσυγχρονισμό του κράτους και αξιοκρατία στον δημόσιο βίο. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, κι εμείς κινηθήκαμε θεσμικά εξ αρχής, απευθυνόμενοι στις αρμόδιες Αρχές. Με βάση όλα τα παραπάνω, πιστεύουμε ότι είναι ώρα να γίνει μία εφ’ όλης της ύλης συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο ανατίθενται τέτοιες συμβάσεις καθώς και το πως θα πρέπει να διεξάγονται στο εξής οι δημόσιοι διαγωνισμοί που αφορούν στο αντικείμενο της οπτικής επικοινωνίας.

Με εκτίμηση,

Αιμιλία Κάντα

Managing Director

Somethink*