Την πρόθεσή της να εγκαταλείψει την Ελλάδα, σε περίπτωση που η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν κατορθώσει να εισέλθει στη Βουλή, ανακοίνωσε πριν από λίγες ημέρες η Μαρία Καρυστιανού.

Ads

«Να μείνω και να βλέπω ανθρώπους όπως βλέπουμε τώρα, καλή ώρα, τον κύριο Γεωργιάδη να μιλάει τόσο απαξιωτικά και να έχουμε βροχή σκανδάλων που παραμένουν ατιμώρητα; Δεν αντέχεται», δήλωσε μεταξύ άλλων.

Ads

Λίγες ώρες αργότερα, ωστόσο, η στενή συνεργάτιδά της Μαρία Γρατσία, επιχειρώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ανέφερε ότι η επικεφαλής του εγχειρήματος το είπε «χαριτολογώντας», προσθέτοντας ότι είναι «τόσο μαχητική, επίμονη και συνεπής στον στόχο που αποκλείεται να φύγει από τη χώρα».

Ads

Παρ’ όλα αυτά, μένει η εντύπωση ότι, την ώρα που Μητσοτάκης και Τσίπρας θέτουν σκληρά διλήμματα ώστε να συσπειρώσουν ακροατήρια («ελπίδα ή περιπέτεια», «ή εμείς ή κανείς»), η Μαρία Καρυστιανού κινεί έναν διαφορετικό μοχλό πίεσης, ο οποίος, για τους πιο σκληρούς επικριτές της, αγγίζει τις παρυφές του εκβιασμού της ψήφου.

Ads

Όσες και όσοι, πάντως, επιχειρούν μια βαθύτερη ανάγνωση καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η δήλωση-προειδοποίηση απορρέει από ένα αίσθημα απογοήτευσης λόγω της συνεχούς δημοσκοπικής πτώσης του εγχειρήματος.

Τι μεσολάβησε;

Τι μεσολάβησε στη διαδρομή που ξεκίνησε από την προσδοκία κατάκτησης αυτοδυναμίας – αυτός ήταν ο πήχης που έθετε η κ. Καρυστιανού – και συνεχίζεται με την αγωνία για την είσοδο στη Βουλή; Γιατί η Μαρία Καρυστιανού, που θεωρήθηκε ότι θα σηκώσει από τους καναπέδες της αποχής και της παραίτησης χιλιάδες πολίτες, προβαίνει σε ηττοπαθείς –κατά την κρίση πολλών – δηλώσεις;

Προφανώς, οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι σύνθετες και ουδείς από τους πολιτικούς αναλυτές ή αντιπάλους της αναλαμβάνει το ρίσκο να προδικάσει την πολιτική αποτυχία της «Ελπίδας».

Παρ’ όλα αυτά, το πολιτικό προφίλ της μάνας των Τεμπών δεν δείχνει να κάνει πλέον το γκελ των προηγούμενων μηνών.

Κατά ορισμένους αρθρογράφους, οι αιτίες δεν περιορίζονται στην πολιτική απειρία της επικεφαλής. Πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την «πολιτική μετάλλαξη» ενός εγχειρήματος που ξεκίνησε με το τεράστιο ηθικό και κοινωνικό κεφάλαιο των Τεμπών, προτού υποχρεωθεί να απαντήσει σε ένα πολύ δυσκολότερο ερώτημα: τι κόμμα θέλει τελικά να είναι;

Διαβάστε: Κόμμα Καρυστιανού / Ζητείται Ελπίδα

Το κοινό των Τεμπών δεν ήταν ένα

Οι μεγάλες συγκεντρώσεις για τα Τέμπη, ως γνωστόν, δεν είχαν κομματική ταυτότητα. Στο ίδιο αίτημα για δικαιοσύνη και λογοδοσία συναντήθηκαν πολίτες με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Μέσα σε αυτό το πλήθος υπήρχε, ωστόσο, ένα ισχυρό προοδευτικό ακροατήριο, που διέκρινε στο πρόσωπο της Μ. Καρυστιανού ένα σύμβολο σύγκρουσης με την κυβέρνηση και με ένα σύστημα εξουσίας που θεωρούσε ότι εμποδίζει τη λογοδοσία.

Όσο η πολιτική ταυτότητα της Καρυστιανού παρέμενε ακαθόριστη, διαφορετικά ακροατήρια μπορούσαν να προβάλλουν πάνω της διαφορετικές προσδοκίες.

Ο αριστερός μπορούσε να βλέπει την αμφισβήτηση της εξουσίας και την απαίτηση λογοδοσίας, ο κεντρώος την ανάγκη θεσμικής εξυγίανσης, ο δεξιός αντιμητσοτακικός τη σύγκρουση με την κυβέρνηση και ο υποτιθέμενος «αντισυστημικός» ψηφοφόρος την απόρριψη συνολικά του πολιτικού προσωπικού.

Οι αμβλώσεις και οι «εισβολές»

Όταν, εντούτοις, η Μ. Καρυστιανού άρχισε να τοποθετείται για ζητήματα εκτός Τεμπών, τα οποία είχαν ισχυρό ιδεολογικό υπόβαθρο, ξεκίνησαν και οι αποστασιοποιήσεις ακροατηρίων που είχαν ενθαρρύνει τα πολιτικά της βήματα.

Τον Ιανουάριο η Μαρία Καρυστιανού υποστήριξε ότι το ζήτημα των αμβλώσεων θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο «δημόσιας διαβούλευσης».

Στη συνέχεια ήρθε το μεταναστευτικό. Με αφορμή την τραγωδία στη Χίο, η Καρυστιανού χρησιμοποίησε τη διατύπωση «αποτροπή παράνομων εισβολών», προκαλώντας νέες αντιδράσεις.

Η ίδια επανήλθε, διευκρινίζοντας ότι έκανε λόγο για «εισβολές» και όχι για «εισβολείς» και ότι αναφερόταν σε επιχειρήσεις οργανωμένες από διακινητές και όχι στους ίδιους τους μετανάστες. Στην πολιτική, ωστόσο, η μεταγενέστερη διευκρίνιση δεν αναιρεί κατ’ ανάγκην το πολιτικό αποτύπωμα της αρχικής φρασεολογίας.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και η πολιτική προέλευση ορισμένων ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος της Καρυστιανού.

Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Μαρία Γρατσία, η οποία εξελίχθηκε σε βασική συνεργάτιδά της και το 2023 είχε κατέβει υποψήφια στην Α΄ Αθηνών με τη Νίκη. Η ίδια έχει εξηγήσει ότι μπήκε στο ψηφοδέλτιο επειδή την εξέφραζαν οι αρχές που διακήρυσσε τότε το συγκεκριμένο κόμμα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο κράτος δικαίου.

Το γεγονός από μόνο του δεν αρκεί για να προσδώσει συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα σε ολόκληρο το κόμμα Καρυστιανού. Προστέθηκε, όμως, στη δημόσια συζήτηση που είχε ήδη ανοίξει μετά τις αμβλώσεις και το μεταναστευτικό. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές και ιδεολογικές αποκλίσεις άρχισαν να εμφανίζονται και στο εσωτερικό του ίδιου του εγχειρήματος.

Διαβάστε: Mαρία Καρυστιανού / «Ο όρος γυναικοκτονία εισάγει διάκριση»

Οι αποχωρήσεις

Στις 24 Ιουνίου ήρθε μια αποχώρηση με ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Ο Βασίλης Κοκοτσάκης δεν ήταν ένα ακόμη πρόσωπο που είχε προσχωρήσει σε ένα νεοσύστατο κόμμα. Ως τεχνικός σύμβουλος οικογενειών θυμάτων των Τεμπών και πραγματογνώμονας, είχε ενεργό ρόλο στην τεχνική διερεύνηση της υπόθεσης.

Γι’ αυτό και η αποχώρησή του θεωρήθηκε ότι είχε διαφορετική βαρύτητα.

Ο Κοκοτσάκης μίλησε για «σοβαρές οργανωτικές ελλείψεις» και υποστήριξε ότι ένα Κίνημα Πολιτών δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς κανόνες, θεσμούς, διαφάνεια, λογοδοσία και σαφές οργανωτικό πλαίσιο. Έφτασε, μάλιστα, να ζητήσει συγγνώμη από όσους είχε καλέσει να πιστέψουν στην προοπτική του εγχειρήματος.

Η αιχμή ήταν ισχυρή ακριβώς επειδή χρησιμοποιούσε εναντίον του νέου φορέα τις έννοιες πάνω στις οποίες είχε οικοδομηθεί: διαφάνεια, λογοδοσία και συμμετοχή των πολιτών.

Διαβάστε: «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» / Νέα πυρά κατά Καρυστιανού, Γρατσία και Γαλανού – Προειδοποιήσεις για αποκαλύψεις

Δεν έφυγε μόνο ο Κοκοτσάκης

Την ίδια ημέρα αποχώρησε και ο απόστρατος πτέραρχος Αθανάσιος Παπανικολάου, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί πλέον καμία σχέση με την «Ελπίδα». Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι είχε σχηματίσει την εντύπωση πως το κόμμα καθοδηγούνταν από ομάδα προσώπων στην οποία συμμετείχαν και πρώην στελέχη της Νίκης.
Η κρίση, όμως, δεν σταμάτησε εκεί.

Το κύμα εξόδου του Αυγούστου

Στις αρχές Αυγούστου οι εσωτερικές αναταράξεις πήραν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Είχε προηγηθεί η αποχώρηση του Θανάση Αυγερινού από τη θέση του εκπροσώπου του κόμματος και η διαγραφή του. Ακολούθησαν η Κατερίνα Μουτσάτσου, η οποία είχε εμφανιστεί στην ιδρυτική εκδήλωση της «Ελπίδας», η Μαρία Ιωαννίδου από το Πολιτικό Συμβούλιο και ο Τάκης Κοτσόργιος, πρόεδρος του Πανελληνίου Δικτύου Παράκτιων Αλιευτικών Συλλόγων.

Είκοσι δύο πρώην στελέχη συνυπέγραψαν κείμενο στο οποίο υποστήριζαν ότι είχαν διαπιστώσει συγκέντρωση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε περιορισμένο κύκλο προσώπων και έλλειμμα θεσμικής και δημοκρατικής λειτουργίας.

Οπότε, μέσα σε λίγους μήνες, ένα κόμμα που υποσχόταν ότι θα λειτουργούσε διαφορετικά από τα παραδοσιακά κόμματα βρέθηκε να συζητείται για εσωτερικές συγκρούσεις, διαγραφές, αποχωρήσεις και καταγγελίες περί συγκεντρωτισμού.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Οι πρώτες δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου έδειξαν μεγάλες απώλειες –έως και επτά ποσοστιαίων μονάδων– για το κόμμα της κ. Καρυστιανού.

Διαβάστε: Αυγερινός κατά Καρυστιανού / «Η Ελπίδα πεθαίνει μεν τελευταία, αλλά πεθαίνει»

Τσίπρας και Σαμαράς στενεύουν τον χώρο

Προφανώς, αυτή η δημοσκοπική πτώση συνέπεσε και με την αλλαγή του πολιτικού περιβάλλοντος.

Οι προβολείς των ισχυρών ΜΜΕ στράφηκαν προς το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, ενώ η δημόσια συζήτηση για το ενδεχόμενο κόμματος Σαμαρά είναι καθημερινή. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί διεκδικούν κομμάτια της «αντιμητσοτακικής» πίτας, στενεύοντας τον ζωτικό πολιτικό χώρο της «Ελπίδας».

Πολιτικοί αναλυτές, μάλιστα, αναφέρουν ότι το πρόγραμμα της Μ. Καρυστιανού –όπως και άλλων φορέων– δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις σημερινές περίπλοκες συνθήκες.

Σε κάθε περίπτωση, οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να τοποθετούν την «Ελπίδα» στη μάχη για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Μένει να φανεί αν θα γίνουν εκείνες οι διορθώσεις σε ζητήματα λειτουργίας ή προγράμματος, που θα ενισχύσουν τη θέση της ενόψει της κάλπης.