Εκείνο το απόγευμα μπήκαμε στο σπίτι το Σφετσαίων στο Χαλάνδρι- δεν είχαν ακόμα μετακομίσει στην Παλλήνη- και προχωρήσαμε ως συνήθως για να καθίσουμε στη μεγάλη κουζίνα. Τα παιδιά μαζεύτηκαν να παίξουν όπως πάντα, ήταν μαζί στον παιδκό σταθμό ο Μάρκος, η Ολγα και ο δικός μου ο Γιάννης. Μπαίνοντας στο χωλ δεξιά, υπήρχε μία συρόμενη εσωτερική πόρτα, που όλοι ξέραμε ότι δεν την ανοίγεις και δεν μπαίνεις εκεί, γιατί εκεί είναι το άντρο της δημιουργίας του Κυριάκου. Εκεί το πιάνο του, εκεί το γραφείο του.

Ads

Σε λίγη ώρα, ξαφνικά με φώναξε ο Κυριάκος και πάγωσα, γιατί διαπίστωσα ότι ο γιος μου είχε μπει μέσα στο γραφείο του είχε καθίσει στη θέση του στο πιάνο και είχε αρχίσει να μουτζουρώνει τις παρτιτούρες του. Ο Κυριάκος ήρεμος με εκείνο το γνωστό αδιόρατο χαμόγελο του, πήρε το Γιάννη απ’ το δωμάτιο και σε λίγο γυρνάει και μου λέει ιδιαιτέρως: “το παιδί σου έχει χάρισμα τι θα κάνεις γι’ αυτό;”

Την άλλη μέρα πήγαμε μαζί και αγοράσαμε πιάνο. Μη φανταστείτε τίποτα φανταχτερό, πήγαμε κάπου στα Λιόσια και πήραμε από τους Ρωσοπόντιους που γνώριζε ο Κυριάκος, ένα Belarus. Ένα φτηνό σχετικά πιάνο, που όμως το είχε δοκιμάσει και το είχε βρει εξαιρετικό, ο ίδιος ο Κυριάκος Σφέτσας.

Αυτή είναι η μεγάλη οφειλή που έχω στον Κυριάκο. Μας σύστησε και την δασκάλα του Γιάννη την υπέροχη Ρωσίδα πιανίστα Ναταλία Μιροσνίκοβα, που έγινε και φίλη μας και άνοιξε την πύλη της μουσικής παιδείας στο γιο μου.

Ads

Δεύτερη προσωπική οφειλή που έχω στον Κυριάκο και στη Σοφία, είναι η γνωριμία μου με το Μιχάλη Γκανά. Και η πρώτη συνέντευξη που έκανα στο Μιχάλη, ήταν εκεί στο τραπέζι της κουζίνας του Κυριάκου και της Σοφίας με ένα κασετοφωνάκι δημοσιογραφικό, συνέντευξη που αφορούσε τους στίχους που έγραψε ο Γκανάς για ένα παιδικό θεατρικό στο οποίο είχε γράψει τη μουσική ο Σφέτσας. Ο Μιχάλης με τον Κυριάκο γνωρίζονταν από τη Λευκάδα, την Λευκάδα την πατρίδα του Κυριάκου τη Λευκάδα που έγινε το καταφύγιο του, το μόνιμο και οριστικό σπίτι του.

Από τη Λευκάδα θα φύγει μόνο για να γίνει λευκός καπνός, αύριο το μεσημέρι στη Ριτσώνα.

Μια τεράστια συγκίνηση με κατέκλυσε όταν έμαθα το θάνατο του, πριν λίγες μέρες. Θα έπρεπε κάτι να έχω υποψιαστεί από την τιμητική του βράβευση και αναγόρευση σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την πανηγυρική συναυλία με τα έργα του. Αλλά εγώ η ανόητη απλώς ενθουσιάστηκα, ότι έστω και αργά αναγνωρίζουν το έργο του. Διάβασα την απίστευτα σεμνή δήλωση του στην αναγγελία της βράβευσης του και του έγραψα “θα σε ξαναδώ λοιπόν εκεί”. Γιατί είχαμε πάνω από 20 χρόνια να βρεθούμε, αλλά να που η απόσταση έλιωσε σε μια στιγμή.

Η κοινή μας φίλη Γεωργία Τάτση με προσγείωσε: “δεν θα είναι ο Κυριάκος στη συναυλία Ευγενία μου, είναι πολύ άρρωστος”. Και δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον συναντήσω ξανά να τον ευχαριστήσω αναδρομικά για όσα πρόσφερε στην μουσική και σε μένα προσωπικά.

Η εκδημία του Κυριάκου Σφέτσα πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τα μεγάλα ΜΜΕ της μίζερης Ελλάδας. Κάποια που έγραψαν copy paste πληροφορίες για αυτόν φρόντισαν στον τίτλο να βάλουν την φράση “ο πιανίστας της Κάλλας”. Διότι αν δεν έχεις μια τρομερή διασημότητα στον τίτλο δε σε διαβάζει κανείς…

Ο Σφέτσας ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συνθέτες, αναγνωρισμένος νεότατος ακόμα στο Παρίσι, που επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας για να συμβάλει στην πολιτιστική πρόοδο, ο πρωτοπόρος στην σύνδεση και μίξη του παραδοσιακού ήχου με τον πλέον σύγχρονο και ηλεκτρονικό, ο δημιουργός της Greek Fusion Orchestra, o διευθυντής του Tρίτου Προγράμματος επιλεγμένος από το Μάνο Χατζιδάκι, ο συνθέτης το βραβευμένου σάουντρακ της “Παραγγελιάς” ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Λευκάδας υποβιβάζεται στο φανταχτερό τίτλο “πιανίστας της Κάλλας” επειδή ως δεκαπεντάχρονος μαθητής εκλήθη τελευταία στιγμή να συνοδεύσει την μεγάλη ντίβα που αποφάσισε να χαρίσει στη Λευκάδα την τελευταία εμφάνιση της στην Ελλάδα.

Δεν λέω πως είναι άνευ σημασίας, είναι ωραία και η αφήγηση του Κυριάκου, μπορείτε να την δείτε στο site του. Λέω απλώς, πως μπροστά σε ένα τεράστιο πρωτοποριακό έργο οι άμουσοι και αγράμματοι υπεύθυνοι των καναλιών και των μεγάλων ΜΜΕ, επιλέγουν να προβάλουν μια στιγμή της εφηβείας του Κυριάκου.

Αντίθετα στην πατρίδα του τη Λευκάδα, λιτά και ουσιαστικά γράφει το Lefkadapress

“Έφυγε από τη ζωή ο Κυριάκος Σφέτσας – Ένας άνθρωπος της μουσικής και της προσφοράς.

Με βαθιά θλίψη αποχαιρετούμε τον Κυριάκο Σφέτσα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην τοπική κοινωνία και στον χώρο της μουσικής.

Ο εκλιπών υπήρξε ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με έντονη παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα, προσφέροντας μέσα από τη μουσική του και τη συμμετοχή του σε δράσεις που ανέδειξαν την παράδοση και τον πολιτισμό. Με μεράκι, αγάπη για την τέχνη και ανιδιοτελή διάθεση, στήριξε πρωτοβουλίες, ενέπνευσε νέους ανθρώπους και συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση της μουσικής μας κληρονομιάς. Η πορεία του χαρακτηριζόταν από ήθος, ευγένεια και αφοσίωση, ενώ η παρουσία του θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη όσων συνεργάστηκαν και συμπορεύτηκαν μαζί του.”

Ήθος και ευγένεια και στην προσωπική του ζωή. Και σεμνότητα που, όπως έχω διαπιστώσει πάρα πολλές φορές, διαθέτουν μόνο οι πραγματικά σπουδαίοι καλλιτέχνες.

Υπήρξαμε πολύ στενοί φίλοι με τον Κυριάκο και τη Σοφία, κάναμε πολύ παρέα, πάντα με τα παιδιά μας που έπαιζαν αρμονικά, βρεθήκαμε στη Λευκάδα Πάσχα και καλοκαίρια, ξενυχτήσαμε και κολυμπήσαμε μαζί και κάναμε ωραίες ουσιαστικές συζητήσεις για τη μουσική και την πολιτική, για τη ζωή μας.

Η είδηση του θανάτου του μου έφερε ποταμό αναμνήσεων .Θυμήθηκα ότι έχουμε κάνει και μία συνέντευξη στο περιοδικό ΜΕΤΡΟ, όπου ο Κυριάκος τα έχωνε στο Μέγαρο Μουσικής με αποτέλεσμα ζωηρές διαμαρτυρίες εναντίον μου.

Θυμήθηκα ότι μελοποίησε το “ζεϊμπέκικο της νύχτας”, που είναι ίσως το πρώτο πρώτο ποίημα που έγραψα και πρόλαβε να μου το παίξει στο πιάνο ένα βράδυ- ήταν μελαγχολικά τρυφερό -αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάπου “σωσμένο”.

Και στην περίφημη πρόσφατη μετακόμιση μου, βρήκα τρεις κασέτες, τις παλιές του κασετόφωνου κασέτες, που ηχογράφησα κάτι αξέχαστες βραδιές της γιορτής μου, με τον Κυριάκο στο πιάνο και το Νότη στην κιθάρα…κι όλους εμάς τους φίλους χορωδία στον Τσιτσάνη και στον Βαμβακάρη.

Μακάρι να πίστευα σε μια ζωή χωρίς όρια, μια ζωή πέρα κι απ’ το θάνατο. Μια ζωή σαν τη μουσική του.

Θα τους φανταζόμουνα δίπλα- δίπλα να “τζαμάρουν” με χορωδία αγγέλων…Και να συνθέτουν σε στίχους του Μιχάλη σιγοπίνοντας Λευκαδίτικο κρασί…

Στη Σοφία του μούσα και φύλακα άγγελό του, στην Ολγα και στον Μάρκο, στέλνω την αγάπη μου.